Legislator Case Law & Legislation
500/2019 AI generated

500/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 500/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

500/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚπολΔ).

Keywords

AI generated
ratification of settlement non-binding offer terms of sale non-implementation of the offending agreements public takeover bid advertising of the contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 500 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 500/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κυριάκο Παραβάντη Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2010 αγωγή της αποβιωσάσης Α.ς χήρας Κωνσταντίνου Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 183/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-11-2017 αίτησή του και τους από 30-10-2018 πρόσθετους λόγους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.Στην προκειμένη περίπτωση από την 11 …49γ'/16-3-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θράκης Γ.

Ζ.,και την …18δ/2-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θράκης Μ. Τ.,που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι επιδόθηκε ,νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο,αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και των πρόσθετων λόγων της με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Ο αναιρεσίσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την 86/2017 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Οράκης.

Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚπολΔ).

2.Κατά το άρθρο 138 § 1 δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 §1, 369 και 498 § 1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας;αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα;από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος.

Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ο,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενο της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο.

Πράγματι, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτόμενη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι επί δωρεάς ο τρόπος. Άλλωστε η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μόνο έστω για τον τρόπο, τον οποίο τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτόμενη δικαιοπραξία, θα μπορούσε κατά περίπτωση να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα αναιρούσε την έννοια της εικονοκότητας, όπως κατά τα ανωτέρω την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος (Ολ.

ΑΠ. 36/1998).Εξ άλλου επί ανακλήσεως της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο και,ειδικότερα,υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως του δωρητή, απόκειται στον δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς απαλλαγή του, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη.

Τούτο δε,διότι,σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ, τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπληρώσεως λόγω του συμβατικού χαρακτήρος της εκ του τρόπου ενοχής και γιαυτό το βάρος της αποδείξεως της ανυπαιτίου μη εκπληρώσεως φέρει ο δωρεοδόχος.

3. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 505 και 507 του ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως,αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέψει το δωρητή (το πρώτο) και ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά (το δεύτερο).

Τρόπος, κατά την έννοια του άρθρου 503 του ΑΚ. είναι ο όρος υπό τον οποίο παρέχεται η δωρεά, με τον οποίο ο δωρητής επιβάλλει στο δωρεοδόχο υποχρέωση προς παροχή (πράξη ή παράλειψη). Ο τρόπος δεν είναι απαραίτητο να έχει περιουσιακή αξία, πρέπει όμως να μην αντιτίθεται προς το νόμο ή τα χρηστά ήθη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (άρθρο 505 του ΑΚ), ως αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, η οποία αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.

Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη και διατροφή ή από εκδηλώσεις αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει εξαιτίας ασθένειας ή γήρατος, καθώς και η προσβλητική συμπεριφορά και περιφρονητική διαγωγή του δωρεοδόχου.

Η αδιαφορία αυτή είναι, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκεται ο δωρητής, κοινωνικά αποδοκιμαστέα, κατά τρόπο ώστε, όταν αυτή συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά η όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το Δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, ιδίως, του δεσμού μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου, των ελατηρίων της δωρεάς και της αξίας του αντικειμένου της, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του (ΑΠ 656/2011, 654/2011, ΑΠ 1523/2010, ΑΠ 1248/2009).

Εξάλλου τα ίδια πραγματικά περιστατικά που δέχεται ως αληθινά το Δικαστήριο και δικαιολογούν την ανάκληση της δωρεάς, καθόσον συνιστούν βαριά παραπτώματα του δωρεοδόχου, με τα οποία φάνηκε αχάριστος απέναντι στον δωρητή, δύνανται ταυτόχρονα να αποτελούν υπαίτια παραβίαση από αυτόν του τρόπου υπό τον οποίο έγινε η δωρεά (ΑΠ 759/1988).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 1 του ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη [ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο (ΑΠ 1758/2011)] σχετική δήλωση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Η δήλωση αυτή, η οποία συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της (ήτοι ανατρέπονται αυτοδικαίως τα έννομα αποτελέσματα της ενοχικής σύμβασης της δωρεάς για το μέλλον) από την περιέλευσή της στον δωρεοδόχο και υπό την προϋπόθεση ότι ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση.

Δεν μεταβάλλεται, όμως με αυτήν αυτοδικαίως η εμπράγματη κατάσταση του δωρηθέντος, το οποίο αναζητείται ενοχικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και, ειδικότερα, λόγω λήξης της αιτίας για την οποία δόθηκε το πράγμα. Αν αυτό είναι ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς, που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στη σχετική δίκη, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, επιτυγχάνεται με την καταδίκη του τελευταίου σε δήλωση βουλήσεως κατ' άρθρο 949 του ΚΠολΔ και τη μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον Συμβολαιογράφου για αποδοχή της απόφασης αυτής κατ' άρθρα 1192 αρ. 4 και 1198 του ΑΚ.

4. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα:

"Η ενάγουσα ήταν κυρία ενός ακινήτου, και δη οικοπέδου, εμβαδού (μετά τη ρυμοτόμησή του) 431,14 τ.μ., άρτιου και οικοδομήσιμου, με την επ' αυτού τριώροφη οικοδομή, που κτίσθηκε- σύμφωνα με τις με αριθμούς 1321/29.12.1978 και 506/30.07.1996 σχετικές άδειες της Πολεοδομίας Καβάλας, αποτελούμενη (η οικοδομή) από ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού 119,00 τ.μ.

ο κάθε όροφος, καθώς και από δεύτερο όροφο, εμβαδού 55,00 τ.μ.. Το ακίνητο αυτό απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το έτος 1989, δυνάμει του υπ' αριθμ ….53/19.01.1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας, που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Π. Τ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς (στον τόμο 350 και με α.α. 32).

Ακολούθως, η ενάγουσα εκμίσθωσε τον ισόγειο όροφο της οικοδομής στον εναγόμενο, προκειμένου αυτός να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα του επιπλοποιού στον συγκεκριμένο χώρο, ενώ, μεταγενέστερα, ο εναγόμενος μίσθωσε (από την ενάγουσα και το σύζυγο της, οι οποίοι έμεναν σε άλλη ιδιόκτητη κατοικία στη ...), και τον πρώτο όροφο του ακινήτου, προκειμένου να εγκατασταθεί εκεί μαζί με τη σύζυγο και τα δύο του τέκνα.

Στη συνέχεια, αυτή φέρεται ότι μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον εναγόμενο το εν λόγω ακίνητο, δυνάμει του με αριθμό ….39/10.02.2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Π. και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ...ς, στον τόμο 793 και με α. α. 73. Ωστόσο, αυτό που οι συμβληθέντες πράγματι επιθυμούσαν και απέβλεπαν, ήταν να μεταβιβάσει η ενάγουσα στον εναγόμενο το παραπάνω ακίνητο της, χωρίς αντάλλαγμα, με τον όρο ισόβιας και καθημερινής διατροφής, περιποίησης, φροντίδας και περίθαλψής της από τον ίδιο και τη σύζυγο του.

Η σύμβαση αυτή - που καλύφθηκε κάτω από την εικονική σύμβαση πώλησης - συνιστά δωρεά υπό τρόπον, κατά την έννοια των άρθρων 496 και 503 του ΑΚ, ήτοι μεταβίβαση, με αιτία τη δωρεά (χωρίς αντάλλαγμα), του ανωτέρω ακινήτου από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο, με τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψής της από αυτόν (και την οικογένειά του), ο οποίος δεν αναγράφηκε στο συμβόλαιο, ωστόσο, στο φύλλο 4 αυτού, προβλέπεται ότι, η ενάγουσα "...παρακρατεί το δικαίωμα συνοίκησης εφ όρου ζωής της, στην κατοικία του δευτέρου (2ου) ορόφου της πιο πάνω οικοδομής...", όρος ο οποίος δεν συναντάται σε συμβόλαια αγοραπωλησίας Τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη, κατά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου, συμφώνησαν αμοιβαίως ότι η μεταξύ τους καταρτιζόμενη πώληση δεν είναι σοβαρή και σπουδαία, αλλά μόνον φαινομενική, ήθελαν δε να καλύψουν κάτω από την πώληση αυτή δωρεά της ως άνω οικίας υπό τρόπον.

Το τίμημα που συμφωνήθηκε για την ανωτέρω πώληση, ύψους 100.000 ευρώ, δεν καταβλήθηκε, παρότι που ο εναγόμενος έλαβε δάνειο για το ποσό των 110.000 ευρώ, ως άλλωστε προκύπτει και από την από 15.04.2009 και με αριθμό ...41920 σύμβαση της ..., όπου αναγράφεται ως σκοπός του δανείου η αγορά και επισκευή/αποπεράτωση κατοικίας, καθώς και από τη με αριθμό ...46-2 επιταγή της ..., ποσού 100.000 ευρώ που εκδόθηκε στο όνομα της ενάγουσας.

Και τούτο συνάγεται ιδίως από το γεγονός ότι, η συγκεκριμένη επιταγή, όταν εισπράχθηκε από την ενάγουσα, κατατέθηκε αυθημερόν από την ίδια σε λογαριασμό του εναγομένου (βλ. σχ το έγγραφο της- ..., το οποίο υπογράφουν οι Ε. Τ. και Η. Π.), το οποίο παραδέχθηκε, εξάλλου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η μάρτυρας ανταπόδειξης, σύζυγος του εναγομένου, Α.

Θ., η οποία δεν έδωσε σχετική πειστική εξήγηση. Άλλωστε, κατά την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα έκθεση εκτίμησης ακινήτου του Α. Χ., πολιτικού μηχανικού, με ημερομηνία σύνταξης 11.09.2009, η συνολική αξία της ως άνω οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των 205.100 ευρώ, το οποίο κατά τον εκτιμητή αποτελεί την εμπορική του αξία, η οποία ξεπερνά κατά πολύ (υπερδιπλάσια) την αξία που αποτιμήθηκε κατά την φερόμενη ως άνω πώλησή του.

Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί, ότι, οι σχέσεις των δύο οικογενειών, από τον καιρό που ακόμη ζούσε ο σύζυγος της ενάγουσας ήταν πολύ καλές, ο τελευταίος, μάλιστα, περνούσε αρκετό χρόνο στο μαγαζί του εναγομένου, το ηλικιωμένο ζευγάρι έδειχνε μεγάλη αγάπη για τα τέκνα του εναγομένου, δεδομένου ότι οι ίδιοι δεν είχαν δικά τους παιδιά, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, ο σύζυγος της ενάγουσας δεν είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις με τα αδέρφια του και τις οικογένειές τους, και δη με τον Γ.

Π. (μάρτυρα απόδειξης), ενδεικτικό του οποίου ήταν και το ότι δεν αντάλλασσαν συχνά μεταξύ τους κοινωνικές επισκέψεις, παρά τα όσα αντίθετα ο ίδιος υποστήριξε στην ένορκη κατάθεσή του κατά τη συζήτηση της ένδικης διαφοράς. Η ενάγουσα, από το θάνατο του συζύγου της το έτος 2006 ζούσε μόνη και ένιωθε ανασφάλεια ως προς την περαιτέρω επιβίωσή της, την οποία είχε καταστήσει εντονότερη η μοναχική διαβίωση της, πολύ περισσότερο αφού, ήταν χήρα και δεν είχε την ευχέρεια, ούτε και την επιθυμία (λόγω των σχέσεων μεταξύ τους), να απευθυνθεί σε συγγενικά της πρόσωπα.

Ο εναγόμενος με την οικογένειά του ήταν οι μόνοι οικείοι που η ενάγουσα θεωρούσε ότι είχε στην ..., οι οποίοι και μετά το θάνατο του συζύγου της την επισκεπτόταν συχνά, εκδήλωναν ενδιαφέρον γι' αυτήν και προσδοκούσε ότι θα την φρόντιζαν στο μέλλον. Ως εκ τούτων, για να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των ατομικών της αναγκών, ως ευχερώς συνάγεται, αυτή συμφώνησε με τον εναγόμενο να του μεταβιβάσει την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου της, με τον όρο ότι ο τελευταίος μέχρι τον θάνατο της θα τη διέτρεφε, θα την περιποιούνταν, θα την φρόντιζε και θα την περιέθαλπε σε καθημερινή βάση.

Συνεπώς, η ανωτέρω σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, ως προαναφέρθηκε, είναι εικονική και, επομένως, άκυρη (άρθρα 138 παρ. 1 και 180 του ΑΚ), διότι δεν συνομολογήθηκε στα σοβαρά, παρά μόνον φαινομενικά, αφού δεν υπήρχε αληθινή βούληση ούτε της ενάγουσας να πωλήσει, ούτε και του εναγομένου να αγοράσει το παραπάνω ακίνητο.

Δεδομένου, μάλιστα, ότι, . κατά τα προαναφερθέντα, η εν λόγω εικονική σύμβαση πώλησης περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (υπεβλήθη και σε μεταγραφή), ενώ, παραλλήλως, συντρέχουν και λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις σύναψής της, η ανωτέρω υπό αυτήν σύμβαση της δωρεάς υπό τρόπον είναι έγκυρη (369, 496 επ., 1192 αρ. 1 και 1198 του ΑΚ).

Η εξήγηση που δίνει και το παρόν Δικαστήριο σχετικά με την επιλογή των διαδίκων να προβούν στη συγκεκριμένη μορφή μεταβίβασης, ήτοι πώληση και όχι δωρεά του ακινήτου, είναι ότι αυτό συνέβη προφανώς , για φορολογικούς λόγους. Εξάλλου, δεν καταρτίσθηκε σχετικό προσύμφωνο πώλησης του εν λόγω ακινήτου, ή ιδιωτικό συμφωνητικό από το οποίο να αποδεικνύεται η καταβολή του τιμήματος εκ μέρους του εναγόμενου και η υποχρέωση προς μεταβίβαση του.

Η κρίση του Δικαστηρίου, περί μη καταβολής τιμήματος για τη μεταβίβαση ακινήτου ενισχύεται, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ήδη σχετικά, και από το γεγονός ότι εάν πράγματι είχε καταβληθεί το όποιο τίμημα, ο εναγόμενος θα είχε μεριμνήσει να λάβει σχετική έγγραφη απόδειξη προς διασφάλιση των συμφερόντων του, για το ενδεχόμενο ματαίωσης της συμβάσεως και αρνήσεως επιστροφής των καταβληθέντων.

Σημειώνεται δε, ότι στο προσβαλλόμενο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το τίμημα καταβλήθηκε εκτός συμβολαιογραφείου, το οποίο συνηγορεί στην εικονικότητα της σύμβασης πώλησης, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα γραφόταν κάτι τέτοιο στο συμβόλαιο που καταρτίστηκε την 10.02.2009, ενώ η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε στις 15.04.2009, ήτοι πλέον των δύο μηνών αργότερα, το δε υποτιθέμενο τίμημα της πώλησης εκταμιεύθηκε μόλις την 25.06.2009.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο δωρεοδόχος αρχικά φαίνεται ότι εκπλήρωνε τον τρόπο, τόσο ο ίδιος, όσο και μέσω της συζύγου του, με καθημερινή περιποίηση και φροντίδα της ενάγουσας η οποία, με δική της πρωτοβουλία, σε προγενέστερο χρόνο είχε ορίσει τον εναγόμενο συνδικαιούχο στους τραπεζικούς της λογαριασμούς στην ..., μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2009 - ενώ μετά τη διάρρηξη των μεταξύ τους σχέσεων, όρισε συνδικαιούχο της τον Γ.

Π. - επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο απεριόριστη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του. Όλα τα παραπάνω, βέβαια, μέχρι το έτος 2009 και δη περί τα τέλη Ιουνίου, όταν ο εναγόμενος και η σύζυγός του έχοντας εξασφαλίσει τρόπον τινά το ακίνητο. Ακόμη, όμως, και από την ανωμοτί κατάθεση της ίδιας της ενάγουσας που δόθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέκυψε ότι ο εναγόμενος, η σύζυγος και τα τέκνα του αρχικά την φρόντιζαν από το θάνατο του συζύγου της ανελλιπώς, σταμάτησαν δε να την φροντίζουν, ως ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε, όταν εκείνη τους το απαγόρευσε ολοκληρωτικά, χαρακτηριστικά η μάρτυρας ανταπόδειξης.

ενόρκως κατέθεσε, μεταξύ άλλων: ".... Μια μέρα τέλη Ιουνίου 2009 έστειλα το φαγητό με την κόρη μου. Γυρίζει η κόρη μου από την κυρία Α. με το φαγητό και μου λέει μαμά η κυρία Α. μου λέει το φαγητό δεν το θέλει, να το επιστρέψεις στη μάνα σου και να της πεις δεν θέλω να την ξαναδώ, να μην ξαναπατήσει το πόδι της εδώ...".

Ωστόσο, δεν δόθηκε εξήγηση περί τούτου, ικανή να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δηλαδή, ουδόλως αποδείχθηκε ότι πράγματι η μεταβολή της συμπεριφορά της δωρήτριας οφείλεται στην ίδια, αφού "αρνήθηκε κατηγορηματικά πλέον να δέχεται τη βοήθειά τους". Ενδεικτικό της αχαριστίας του εναγομένου γεγονός αποτελεί το ότι, ενώ στο συμβόλαιο μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου, προβλέπεται ως όρος "το δικαίωμα συνοίκησης εφ όρου ζωής της, στην κατοικία του δευτέρου (2ου) ορόφου της πιο πάνω οικοδομής...", και για το λόγο αυτό είχαν συμφωνήσει ότι θα προβούν άμεσα στην εγκατάσταση ανελκυστήρα, τον οποίον δεν διέθετε η οικοδομή, ώστε να εγκατασταθεί πλέον εκεί η ενάγουσα, η οποία διέμενε σε γειτονικό ακίνητο (απέναντι από το επίδικο), αυτό δεν κατασκευάστηκε ποτέ, ενώ δεν έπεισαν το Δικαστήριο τα όσα η μάρτυρας του εναγομένου (και σύζυγος αυτού) κατέθεσε σχετικά, περί μη εγκρίσεως από την Πολεοδομία της κατασκευής αυτού "από το εξωτερικό του σπιτιού".

Μετά από αυτά, η ενάγουσα, αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να δωρίσει το εν λόγω ακίνητο στον εναγόμενο και θέλησε να ανακαλέσει τη δωρεά με την από 30.09.2009 εξώδικη δήλωσή της, που του επιδόθηκε νόμιμα, επικαλούμενη την μη εκπλήρωση του τρόπου, αφού προέκυψε ότι ο εναγόμενος αδιαφόρησε για εκείνην, ότι επέδειξε απέναντι στην ενάγουσα βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, που αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τη δωρήτρια και αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, ώστε να στοιχειοθετείται η κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ αχαριστία, που να δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς.

Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι η ανωτέρω προέβη σε ανάκληση, που δεν ανταποκρίνονταν προς την αλήθεια και ήταν υποκινούμενη από συγγενή του θανόντος συζύγου της. Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα ανακάλεσε την εν λόγω δωρεά, συγκεκριμένα, με την από 30.09.2009 εξώδικη δήλωσή της προς τον δωρεοδόχο, η οποία (εξώδικη δήλωση) επιδόθηκε νομίμως στον δωρεοδόχο, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ….56Γ/02.10.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Β.

Μ. εντός της προβλεπόμενης εκ του νόμου ετήσιας αποσβεστική προθεσμίας (άρθρ 510 του ΑΚ), που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος μετά λόγου γνώσεως καταθέτει όσα ο ίδιος γνωρίζει, και δεν αναιρείται ως προς το σημείο τούτο από κανένα από τα λοιπά προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, επιρρωνύεται μάλιστα από τις με αριθμούς …99/22.02.2011 και …00/22.02.2011 ένορκες βεβαιώσεις, των Α.

Ρ., του Α. και Π. Γ., του Χ., αντίστοιχα, που ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Π., μετά από νομότυπη κλήτευση του εναγομένου (βλ. σχετικά τη με αριθμό …85Δ717.02.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Β. Μ.), οι οποίοι επαναλαμβάνουν τους ως άνω αναφερόμενους πειστικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, περί δόλιας συμπεριφοράς του εναγομένου και της συζύγου του απέναντι της, αναφέροντας, μάλιστα ότι τα όσα γνωρίζουν προέρχονται από πληροφορίες που συνέλεξαν από την ίδια, την οποία είδαν "σε τραγική κατάσταση", να "...βάζει τα κλάματα συνέχεια για την εξαπάτησή της και την απώλεια του σπιτιού της...", παραδεχόμενοι ότι, το ηλικιωμένο ζεύγος (Π.) δεν είχαν παιδιά και αρχικά έδειχναν ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά του Α.

Κ.. Επομένως, με βάση τα ως άνω περιστατικά, αποδείχθηκε ότι, η ένδικη σύμβαση πώλησης ακινήτου δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, πλην όμως κάτω από την εικονική αυτή πώληση καλύπτεται δωρεά υπό τρόπο του συγκεκριμένου ακινήτου, η οποία είναι έγκυρη, δεδομένου ότι αυτή ανταποκρινόταν στην αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, κατά τα συμφωνηθέντα, και έχει τηρηθεί ο απαιτούμενος για τη σύσταση της συμβολαιογραφικός τύπος.

Περαιτέρω, η δωρεά αυτή έχει εγκύρως ανακληθεί, αφού προέκυψε ότι η μη εκπλήρωση του τρόπου δεν οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εναγόμενος δεν ευθύνεται, κατά τα ήδη ανωτέρω αναφερόμενα, με την έννοια της αδικαιολόγητης άρνησης της ενάγουσας της προσφοράς βοήθειας και περιποίησης από την οικογένεια του εναγομένου προς αυτήν.

Τέλος, τα όσα αντίθετα ανέφερε ο προαναφερόμενος μάρτυρας απόδειξης, Π. Γ., στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ότι δηλαδή "...την βάλανε και υπέγραψε ...αδιαφορούσαν ...της είπαν και λόγια άσχημα...", ενισχύουν την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον ο ίδιος ο εν λόγω μάρτυρας σε πλείστα σημεία της αυτής κατάθεσής του υποστηρίζει ότι οι διάδικοι "είχαν μια καλή σχέση", ιδιαίτερα επειδή το ηλικιωμένο ζευγάρι (η ενάγουσα κι ο σύζυγος της) δεν είχαν παιδιά και συμπαθούσαν τα παιδιά του εναγόμενου ενοικιαστή τους, αλλού αναφέρει ότι ο ίδιος είχε παρακινήσει τη νύφη του να προβεί σε δωρεά "...δωρεάν της είχα πει εγώ να το κάνει, λόγω που τη κοιτάζανε οι άνθρωποι, έτσι...

της είπα να τα κάνει μετά θανάτου της, δηλαδή την περιουσία της επειδή την κοιτάζανε, της δίνανε ένα πιάτο φαγητό, της είπα να πάει να του τα κάνει για μετά θανάτου της, αφού θα την κοιτάξει", τέλος δε, αναφέρει για κακή κατάσταση της υγείας της και μειωμένη αντίληψη της ενάγουσας, "...δεν την πιέσανε, αλλά είχε άνοια η γυναίκα...".

Το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώντας τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίνει ότι, κατ' αντικειμενική κρίση όλων των περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, ο εναγόμενος επέδειξε έναντι της δωρήτριας αξιόμεμπτη και αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία συνιστά στην προκείμενη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της ως άνω δωρεάς (κατά την έννοια του άρθρου 505 του ΑΚ), με την έννοια ότι, αυτός επέδειξε έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης και φάνηκε αχάριστος, επιδεικνύοντας κατά κοινή αντίληψη, βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, ώστε, εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς του, η ενάγουσα να προβεί στην σχετική ανάκληση, κατά τα όσα ήδη αναφέρθηκαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού δέχθηκε την έφεση της αρχικώς ενάγουσας εκκαλούσας (για την οποία συνεχίζει τη δίκη, μετά το θάνατό της στις 23/9/2015, ο αναιρεσίβλητος, ως μόνο εκ διαθήκης κληρονόμος της), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας και αναγνώρισε ότι:

α) η πώληση των ακινήτων της αρχικώς ενάγουσας προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα είναι άκυρη ως εικονική, β) είναι έγκυρη η υποκρυπτόμενη στο συμβόλαιο μεταβίβασης δωρεά υπό τρόπο, γ) εγκύρως ανακλήθηκε η ως άνω δωρεά με εξώδικη δήλωση της αρχικώς ενάγουσας λόγω αχαριστίας του αναιρεσείοντος, επειδή παραβίασε όρο του δωρητηρίου συμβολαίου για ισόβια φροντίδα της και δ) υφίσταται υποχρέωση, του εναγομένου να αναμεταβιβάσει συμβολαιογραφικώς στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στην απόφαση ακίνητα και σε περίπτωση άρνησής του σε δήλωση βούλησης προς τούτο, αυτή θεωρείται γενομένη με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι η πώληση των ακινήτων της αρχικώς ενάγουσας προς τον εναγόμενο είναι άκυρη ως εικονική, η συμπεριφορά του εναγομένου να παραβιάσει όρο του συμβολαίου δωρεάς που όριζε ότι μέχρι το θάνατο της αρχικώς ενάγουσας θα τη διέτρεφε, θα την περιποιούνταν, θα τη φρόντιζε και θα την περιέθαλπε σε καθημερινή βάση συνιστά βαρύ παράπτωμα, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ και ότι παραβίασε τον ως άνω όρο και φάνηκε αχάριστος προς την ενάγουσα δωρήτρια, η οποία εγκύρως, μετά ταύτα, ανακάλεσε την ένδικη δωρεά και επίσης, ότι η γενόμενη ανάκληση της δωρεάς είναι έγκυρη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 138, 180, 503, 507 και 509 Κ.ΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της πιο πάνω συμβάσεως πωλήσεως εξέθεσε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του Α.Κ.

Ειδικότερα, σε σχέση με την εικονικότητα της δηλώσεως βούλησης, για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, που καταχωρίσθηκε στο επίμαχο συμβόλαιο πώλησης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα με αυτό σύμβαση πωλήσεως πραγματοποιήθηκε μόνο φαινομενικά και όχι σπουδαία, ύστερα από αμοιβαία συμφωνία της ενάγουσας πωλήτριας και του εναγομένου αγοραστή, αναλύοντας με πολλαπλά επιχειρήματα για το πως κατέληξε στην κρίση αυτή, δεν συνιστά δε ενδοιαστική αιτιολογία, το ότι εμπεριέχει περισσότερα επιχειρήματα από αυτά που πράγματι επαρκούσαν για να θεμελιώσει την σχετική κρίση του.

Επίσης, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος δωρεοδόχος αρχικά εκπλήρωνε τον τρόπο, τόσο ο ίδιος, όσο και μέσω της συζύγου του με καθημερινή περιποίηση και φροντίδα της αρχικώς ενάγουσας μέχρι το έτος 2009 και δη περί τα τέλη Ιουνίου ,όταν ο εναγόμενος και η σύζυγος του σταμάτησαν να την φροντίζουν και να την περιποιούνται και ότι η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά βαρύ παράπτωμα και αχαριστία που δικαιολογεί την ανάκληση της επίμαχης δωρεάς διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης για το ουσιώδες αυτό ζήτημα.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης και ο τρίτος,κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 55 9 αρ. 19 Κ.ΠολΔ, καθώς και ο τρίτος κατά το δεύτερο μέρος πρόσθετος από το άρθρο 55 9 αρ. 1 Κ.ΠοΛΔ που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. .Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή δεν αναφέρεται το ακριβές περιεχόμενο και οι σχετικές υποχρεώσεις των συμβληθέντων μερών σχετικά με τη συμφωνία εγκατάστασης ανελκυστήρα στο δωρηθέν ακίνητο, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ,που μνημονεύεται στην απόφαση ως ενδεικτικό γεγονός της αχαριστίας του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί η ανωτέρω παραδοχή δεν συνιστά αιτιολογία αλλά, επιχείρημα του δικαστηρίου ενισχυτικό της κρίσης του για το ότι ο εναγόμενος έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αρχικώς ενάγουσα από το τέλος Ιουνίου 2009 και επέδειξε αχαριστία προς αυτήν (ενάγουσα) .Τέλος, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος είναι και απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

6. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά, ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων με επίκληση προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι επέδειξε αχαριστία προς την ενάγουσα δωρήτρια και δη: 1) Τα υπ' αριθμ.

πρωτ. 3384/11-3-2009, 3381/11-3- 2009,3382/11-3-2009, 2891/20-12-2008, 1854/1-12-2008, έγγραφα του Δήμου ...ς 2) απόσπασμα από το υπ' αριθμ. 13/19-11-2008 πρακτικό συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου ..., περί εγκρίσεως τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου ... στην οδό ... από τα οποία αποδεικνύονται οι ενέργειές του για την τοποθέτηση ανελκυστήρα στο ακίνητο της δωρήτριας.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων,αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας ) που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ,από το σύνολο των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν ,για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ,είτε για εξαγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι έξι (6) φωτογραφίες ,που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα ,η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω,χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και από τις με αριθμούς ….99/22-2-2011 και ….00/22-2-2011 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Α.

Π. ,μετά από νομότυπη κλήτευση του εναγομένου...."και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός , από τον αριθμ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ , είναι αβάσιμος.

7. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα εγγράφου, ήτοι του με αριθμό ….39/10-2-2009 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Μ. Π., στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα παρακρατεί εφ' όρου ζωής της το δικαίωμα συνοίκησης στην κατοικία του δευτέρου ορόφου της πιο πάνω οικοδομής, διότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο αυτό και δέχθηκε ότι οι εκεί συμβαλλόμενοι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ότι θα προβούν άμεσα στην εγκατάσταση ανελκυστήρα που δεν διέθετε η οικοδομή, ώστε να εγκατασταθεί πλέον εκεί η ενάγουσα,.....που δεν κατασκευάσθηκε ποτέ μολονότι δεν περιέχεται σχετική αναφορά στο ως άνω συμβόλαιο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υφίσταται παραδοχή ότι η ως άνω συμφωνία εμπεριέχεται στο πωλητήριο συμβόλαιο, η δε παραδοχή ότι υπήρχε η ως άνω συμφωνία τοποθέτησης ανελκυστήρα στην οικοδομή που δεν υλοποιήθηκε ποτέ δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του πωλητηρίου συμβολαίου, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, που συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Τέλος, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την ύπαρξη λόγου αχαριστίας στο πρόσωπο του εναγομένου. Η κρίση όμως αυτή, αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο πιο πάνω λόγος είναι προερχόντως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔ).

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ., παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2017 αίτηση και τους από 30-10-2018 πρόσθετους λόγους του Α. Κ. του Γ..για αναίρεση της υπ' αριθμ. 183/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ