Legislator Case Law & Legislation
500/2016 AI generated

500/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 500/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 500 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
500/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 500 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 500 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 500/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Βόλου" που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, διαδόχου του καταργηθέντος "Δήμου ...", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Π., 3) Α. Ν. του Κ., 4) Ι. Π. του Ε., 5) Α. Κ. του Κ., 6) Ε. Σ. του Γ., 7) Α. Π. του Χ., κατοίκων ... και 8) Μ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καραβίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων έξι ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 205/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 28-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ως προς αμφότερα τα σκέλη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ ?αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ ?εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ. Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή... διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.Α.Π.16 και 17/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι οκτώ πρώτοι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι [τώρα αναιρεσίβλητοι] προσελήφθησαν οι τρεις πρώτοι την 8-1-2003, οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος την 23-7-2003 και οι έβδομος και όγδοος την 26-8-2003 από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης βαθμίδας με την επωνυμία "Δήμος ...", στη θέση του οποίου, μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης και την κατάργησή του κατά τις διατάξεις του ν. 3852/2010, υπεισήλθε ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Βόλου" [τώρα αναιρεσείων], υπηρετούν δε σ’ αυτόν ως υπάλληλοί του (εργάτες καθαριότητας, οδηγοί απορριμματοφόρων κ.λπ.) δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου... υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως αυτό καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1-1-1984 και εντεύθεν με το ν. 1505/1984, από 1-1-1997 και εντεύθεν με το ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 με το ν. 3205/2003, δικαιούμενοι συνεπώς όλων των παροχών που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, ανεξάρτητα αφενός μεν από το δικαίωμά τους προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτούς ως εργαζομένους στον εναγόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, αφετέρου δε του εάν οι δυνατότητες προϋπολογισμού του τελευταίου επέτρεπαν τη χορήγηση της... Ωστόσο οι ανωτέρω οκτώ πρώτοι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα απασχόλησής τους στον εναγόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και ειδικότερα από 1-6-2005 έως και 28-2-2009 δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος), δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της... εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ν. 2470/1997 με τις μετέπειτα τροποποιήσεις του αλλά και στην αντίστοιχη του ν. 3205/2003. Κατά συνέπεια η εξαίρεση των ανωτέρω εναγόντων από την απόληψη της εν λόγω παροχής, ενώ τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, συνιστά ως στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων στις υπουργικές αποφάσεις ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Για την αποκατάσταση δε των προαναφερόμενων συνταγματικών αρχών πρέπει να εφαρμοστεί και για τους ανωτέρω ενάγοντες, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ένδικη ειδική παροχή, εφόσον αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι συντρέχει στο πρόσωπο τους η μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της, δηλαδή υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και εν συνεχεία του ν. 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 ούτε στις εκδοθείσες σχετικά κοινές υπουργικές αποφάσεις περί ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της συναρτώμενης από το είδος, την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής. Άλλωστε, υπό το πρίσμα αυτό, εκδόθηκε η... 2/67190/0022/20-11-2002 ερμηνευτική εγκύκλιος του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία συγκαταλέγει στους δικαιούχους της ένδικης παροχής όλους τους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μόνιμους και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Το γεγονός ότι οι άνω ενάγοντες κατά την επίδικη περίοδο ελάμβαναν... το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ. 1 του ν. 3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσής τους, καθώς... η εν λόγω παροχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας.

Συνεπώς τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτη αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι... και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των "εξόδων κίνησης", η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος, αφού αντιμετωπίζεται από το νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα...". Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες παραδοχές, οι οποίες αφορούν αφενός μεν την παραγραφή μέρους των ενδίκων αξιώσεων των οκτώ πρώτων εναγόντων, αφετέρου δε τους ήδη μη διαδίκους ένατο έως και δέκατο τέταρτο ενάγοντες και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως προς τους οκτώ πρώτους ενάγοντες και υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά, την απέρριψε δε ως προς τους λοιπούς. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του αποτελούντος ειδικότερη έκφανσή του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β αυτού και 14 ν. 3016/2002, αφού κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους αναιρεσιβλήτους από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή τους, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης που αφορά το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η από 11-11-2009 έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των οκτώ πρώτων εφεσιβλήτων και να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τον πρώτο λόγο της, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονούνταν για τη μη απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Μετά ταύτα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους οκτώ πρώτους ενάγοντες και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η από 16-3-2009 αγωγή τους (με την οποία αυτοί ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 14 ν.3016/2002, κυρίως με την επίκληση της αρχής της ισότητας, χωρίς όμως να επικαλούνται τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και το ότι δεν ελάμβαναν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών με την επίκληση ότι η μη επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής και στους ίδιους συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου), πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως προς τους ενάγοντες αυτούς ως μη νόμιμη. Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 205/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου όσον αφορά τους αναιρεσιβλήτους.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 11-11-2009 έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των οκτώ πρώτων εφεσιβλήτων.

Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση κατά το μέρος της αυτό.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους οκτώ πρώτους ενάγοντες.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 16-3-2009 αγωγή των ανωτέρω εναγόντων.

Απορρίπτει αυτήν.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ