Legislator Case Law & Legislation
500/2015 AI generated

500/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 500/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 500 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 500/2015

Legislator headnote

AI generated

500/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 500 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 500/2015

Keywords

AI generated
deprivation of existing use exclusion zone order standing against building permit violation of foreign territorial sovereignty temporary expropriation expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 500 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 500/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Λ. θυγ. Γ. Ζ., συζ. Γ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2010 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης από απαλλοτρίωση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 76/2012 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-3-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τρίτου λόγου της 8/2013 αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων αυτής και την αναίρεση της 76/2012 απόφασης του Εφετείου Λαμίας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2913Ζ'/10-11-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα για να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου είναι ο χρόνος της ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου συζητήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση αυτή ή σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, κρίσιμος είναι ο χρόνος της ενώπιον του εφετείου συζητήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 4/5-1-2010 αίτησή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητό της και τα συστατικά του, που έχουν απαλλοτριωθεί υπέρ και με δαπάνες του καθ' ού - ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που της απομένει από το απαλλοτριούμενο, λόγω μείωσης της αξίας του, να ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο ωφελείας, ως παρόδιας ιδιοκτήτριας, να αναγνωρισθεί ότι δεν είχε καμμία ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωμένη να συμμετέχει στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, ώστε να λάβει πλήρη αποζημίωση, και, τέλος, να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης που θα καθορισθεί. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, αφού καθόρισε την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, όχι ως αγροτεμαχίων, αλλά με βάση τη μελλοντική τους χρήση ως οικοπέδων. Το Εφετείο σχετικά με τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που βρίσκονται στην περιοχή των Καμένων Βούρλων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Όλα, λοιπόν, τα απαλλοτριωθέντα, έστω και αν βρίσκονται εκτός του σχεδίου πόλεως και πολλά σήμερα είναι καλλιεργημένα ελαιοπερίβολα, έχουν εν δυνάμει οικοπεδική προοπτική και αξία και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθούν είτε βρίσκονται εντός της περιμετρικής ζώνης του σχεδίου πόλεως (δηλαδή σε απόσταση 500 μ. από τα όρια του σχεδίου) είτε εκτός αυτής". Στη συνέχεια προσδιόρισε την αξία του επιδίκου σε 260 ευρώ ανά τ.μ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, διότι δέχεται ότι τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, πολλά των οποίων είναι καλλιεργημένα ελαιοπερίβολα, έχουν εν δυνάμει οικοπεδική προοπτική, δηλαδή έλαβε υπόψη για να προσδιορίσει την αξία του επίδικου ακινήτου, την πιθανή μελλοντική χρήση του ως οικοπέδου και όχι την κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιόν του χρήση του για γεωργική εκμετάλλευση (ΑΠ 1328/2013). Επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά το πρώτο σκέλος του είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του όρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Υφίσταται δε μείωση της αξίας του τμήμα του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και όταν χάνει την οικοδομησιμότητά του, την οποία είχε το όλο ακίνητο προ της απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω, στο Π.Δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ') "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", και στο άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι: "Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ/γμα (ΦΕΚ 538Δ') ως ισχύει τροποποιούνται ως εξής: "1. α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα ... β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλελειμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: Ελάχιστο πρόσωπο 45μ. - Ελάχιστο βάθος 50 μ. - Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24.4.1977 ημέρα δημοσίευσης του από 5.4.77 π.δ/τος (ΦΕΚ 133Δ') ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ. β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.11.1962, ημέρα δημοσίευσης του από 24.10.62 β.δ/τος (ΦΕΚ 142Δ'): Ελάχιστο πρόσωπο: 10 μέτρα - Ελάχιστο βάθος:15 μέτρα - Ελάχιστο εμβαδόν: 750 τ.μ. ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.9.1964 ημέρα δημοσίευσης του από 21.7.1964 β.δ/τος (ΦΕΚ 141Δ'): Ελάχιστο πρόσωπο: 20 μέτρα - Ελάχιστο βάθος: 35 μέτρα - Ελάχιστο εμβαδόν: 1.200 τ.μ. γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ'): Ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα - Ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα - Ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ. δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από την 17.10.1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-1978 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ') μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος, ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ.... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β".

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη μείωση της αξίας του απομένοντος τμήματος του ακινήτου της αιτούσας - αναιρεσίβλητης: "Εξάλλου, το ανωτέρω ακίνητο... έχει συνολική έκταση 1.120 τ.μ. Είναι εκτός σχεδίου και εντός ζώνης της λουτροπόλεως Καμένων Βούρλων με πρόσοψη στη Νέα Εθνική Οδό Λαμίας - Αθηνών. Είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (π.δ. 24/31.5.1985) κατά παρέκκλιση. Το τμήμα της έκτασης που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 369,34 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση η εδαφική έκταση που απομένει έχει εμβαδόν 760,66 τ.μ., η οποία είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη ούτε παρέκκλιση λόγω του ότι το βάθος του που είναι πλέον μόνο 42,5 μ. δεν επαρκεί για να τηρηθεί η απόσταση των 45 μέτρων από τον άξονα του παραπλεύρου δρόμου της Εθνικής οδού που διέρχεται μπροστά του και απέχει ο άξονας αυτός από το έμπροσθεν όριο 10 μέτρα σε συνδυασμό και με τις υποχρεωτικές αποστάσεις που πρέπει να τηρηθούν από τις γειτονικές ιδιοκτησίες. Και αυτό γιατί από 1-1-2008 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 560/ΑΑΠ/31-12-2007 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Αποφ.-ΔΜΕΟ/ο/9244/ε/1242/11-12-07) σύμφωνα με την οποία οι παράπλευροι δρόμοι (οδοί εξυπηρέτησης) των Εθνικών Οδών εντάχθηκαν στο δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο που σημαίνει ότι πλέον η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες της παραπλεύρου από 20 μέτρα γίνεται 45 μέτρα. Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει εκτιμάται σε ογδόντα τοις εκατό (80%) διότι α) χάνει την αρτιότητά του, β) βρίσκεται πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ με συνέπεια να δέχεται άμεσα και σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης από την λειτουργία του έργου, γ) δεν έχει πρόσβαση στο νέο έργο και δ) μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται εκμεταλλεύσιμο περιορισμένα μόνο για αγροτική χρήση ...".

Με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, με το να μην αναφέρει σε ποια από τις περιπτώσεις του ως άνω π.δ/τος εμπίπτει το ένδικο ακίνητο, ήτοι εάν τούτο έφερε τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά μιας εξ αυτών των περιπτώσεων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, εάν πράγματι, πριν από την απαλλοτρίωση υπήρξε κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και απώλεσε την ιδιότητα αυτή μετά την απαλλοτρίωση, περιστατικά που δεν συνάγονται από την παράθεση της συνολικής του έκτασης (1.120 τ.μ.) και εκείνης του απομένοντος τμήματος (760,66 τ.μ.) σε συνδυασμό με το αναφερόμενο απαιτούμενο ελάχιστο βάθος, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η ως άνω πλημμέλεια, όπως συμπληρώνεται με πρόταση του Εισηγητή, πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1). Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφ' όσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3). Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας. Η ανωτέρω διαδικασία, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1091/2011). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα εξής σχετικά με το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας της αιτούσας -αναιρεσίβλητης, ως παρόδιας - ιδιοκτήτριας: "Σύμφωνα με τον οικείο κτηματολογικό πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, ο κύριος του υπ' αριθ. κτηματολογίου 857 ακινήτου που απαλλοτριώνεται πρέπει κατά ένα μέρος, όπως η έκταση προσδιορίζεται στον πίνακα αυτό, να αυταποζημιωθεί διότι εξ αιτίας του κατασκευαζόμενου έργου απέκτησε πρόσωπο σε δημόσια εθνική οδό και συνεπώς ωφελήθηκε. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προέκυψε σ' αυτήν εξ αιτίας του έργου που συντελέστηκε με την απαλλοτρίωση διότι και προηγούμενα το ένδικο ακίνητο είχε πρόσοψη στην ίδια εθνική οδό. Με την κατασκευή του νέου έργου δεν επέρχεται υπεραξία στο εναπομένον τμήμα για τους εξής λόγους: Α) Δεν υπάρχει άμεση προσπέλαση αυτού προς το νέο έργο λόγω περιφράξεως της οδού (κλειστός αυτοκινητόδρομος). Β) Λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου επιβαρύνονται από την ηχορύπανση καθώς και την χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχομένων οχημάτων. Και Γ) Το γεγονός ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο στην νέα Εθνική οδό έχει ως αποτέλεσμα την τήρηση των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού σύμφωνα με το ΠΔ 209/98 (ΦΕΚ-169/Α/15-7-98).

Συνεπώς σε αρκετά ακίνητα η δόμηση καθίσταται αδύνατη, ενώ σε κάποια άλλα γίνεται με πολλούς περιορισμούς. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, καμία επί πλέον ωφέλεια δεν απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο από την κατασκευή του έργου. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα της αιτούσας και να κριθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977".

Το Εφετείο, με το να κρίνει έτσι δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφελείας της εικαζόμενης ιδιοκτήτριας του προαναφερόμενου ακινήτου, διότι δεν συντρέχει σ' αυτήν η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση του ακινήτου της προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού, αφού και πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσοψη στην ίδια Εθνική οδό, ενώ, επί πλέον, διέλαβε και άλλα στοιχεία καθοριστικά της έλλειψης ωφελείας αυτών, όπως π.χ. την αδυναμία άμεσης προσπέλασης αυτού προς το νέο έργο λόγω περιφράξεως της οδού, την επιβάρυνση του ακινήτου με ηχορύπανση και χημική ρύπανση, λόγω της ιδιότητας του έργου, ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας του απομένοντος, καθώς και, κατά δικονομική αναγκαιότητα, εκείνη περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαία για τον προσδιορισμό τους σε περίπτωση αναίρεσης της απόφασης για ορισμένα κεφάλαια αυτής. Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 76/2012 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Λαμίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ