500/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 500 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 500 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 500/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρουσώ Παυλάκη.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρασιανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/1994 μη οριστική, 108/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 493/2002 μη οριστική και 246/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δε στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ. Ειδικότερα επικαλείται ότι το Εφετείο, έκρινε βάσιμη την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι κυρία των αναφερόμενων στο αναιρετήριο δύο ακινήτων έγινε αυτή, αφού δέχτηκε ότι η μητέρα των διαδίκων, η οποία με το 402/4-11-1982 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλικιανού Κυριάκου Κνιθάκη και το 26650/19-1-1987 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χανίων Χρυσής Σηφάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη τα ακίνητα αυτά, είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτών με αγορά από τους προηγούμενους κυρίους τους Χ1 και Χ2, με βάση το 2483/29-3-1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλικιανού Νικολάου Φλεμετάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως είχε επικαλεστεί προς θεμελίωση της ένστασης αυτής η αναιρεσίβλητη. Ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ότι την κρίση του αυτή σχημάτισε το Εφετείο χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του ότι στο ανωτέρω 26650/19-1-1987 συμβόλαιο αναφέρεται ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης (η μητέρα της) απέκτησε τα εν λόγω ακίνητα "από την Ζ1 ", η οποία όμως "ουδέποτε υπήρξε κυρία" αυτών. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, για ανυπαρξία κυριότητας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης στα εν λόγω ακίνητα, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της βάσης στην οποία στηριζόταν η ένσταση απόκτησης από αυτήν κυριότητας σε αυτά, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη, και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όπως δεν αποτελεί πράγμα, αλλά επιχείρημα σε σχέση με την βασιμότητα της ένστασης της αναιρεσίβλητης και ο ισχυρισμός για το περιεχόμενο του τίτλου κτήσεως της δικαιοπαρόχου αυτής, αλλά και διότι, με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι εκ του πράγματος το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό του και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με το να δεχτεί απόκτηση κυριότητας από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, με τον τρόπο που αυτή είχε επικαλεσθεί. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων αντιγράφων των ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και του Εφετείου Κρήτης έγγραφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, αλλά και του προσκομιζόμενου αντιγράφου της έφεσης αυτής κατά της πρωτόδικης απόφασης, αυτή τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου είχε ισχυρισθεί ότι η δικαιοπάροχός της είχε γίνει κυρία των εν λόγω ακινήτων με αγορά από τους Χ1 και Χ2, με το 2483/29-3-1942 συμβόλαιο, δεν είχε δε συγχρόνως και κατ' αντίφαση προς τον ισχυρισμό αυτό, ισχυρισθεί ότι τα εν λόγω ακίνητα αυτή τα είχε αποκτήσει μετά από παραχώρηση από την Ζ1 .
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και κατά το μέρος που με αυτόν, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων, ο οποίος επικαλείται επίσης με το αναιρετήριο, ότι η αναιρεσίβλητη " δε δίστασε δε να επικαλεστεί ψευδώς ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στη μητέρα της από άτυπη αγορά δήθεν από την Ζ1 ", προβάλλει αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 στοιχ. α΄ του ΚΠολΔ, την αιτίαση, δηλαδή, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει αυτός προταθεί νόμιμα, τον ισχυρισμό ότι στη δικαιοπάροχό της η κυριότητα των εν λόγω ακινήτων είχε περιέλθει με αγορά με το ανωτέρω 2483/29-3-1942 συμβόλαιο. Περαιτέρω, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλει ο αναιρεσείων και με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι την κυριότητα των ανωτέρω δύο ακινήτων είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία ο δικαιοπάροχος πατέρας του, ως νεμόμενος αυτά από το έτος 1930, έως ότου πέθανε, το έτος 1987. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και με ιδιαίτερες σκέψεις απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αβάσιμο.- Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 341, 397, 398 και 406 έως 409 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται στις υποθέσεις που η πρώτη συζήτησή τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είχε οριστεί πριν από την 1-1-2002, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, οι συντασσόμενες σύμφωνα τις τελευταίες διατάξεις υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, ως μαρτυρίες που λήφθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις, με τις οποίες δίδονται οι μαρτυρίες τρίτων, δηλαδή, για δίκη στο πολυμελές πρωτοδικείο (πριν από την 1-1-2002), ενώπιον του δικαστηρίου ή του δικαστή που αυτό όρισε, είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 16-12-1991 υπεύθυνη δήλωση του .... , που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, διότι έκρινε, όπως ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δόθηκε για να χρησιμεύσει στη δίκη αυτή. Επομένως με το να μη λάβει υπόψη του την υπεύθυνη αυτή δήλωση το Εφετείο δεν αρνήθηκε παρά το νόμο να λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσό που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 1 και 3 του Αστικού Κώδικα της Κρήτης, οι οποίες, κατά το άρθρο 24 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται, για δικαιοπραξίες που καταρτίσθηκαν στην Κρήτη πριν από την εισαγωγή του (ελληνικού) ΑΚ, "Δήλωσις βουλήσεως είναι άκυρος εάν εγένετο εικονικώς εκ συνεννοήσεως μετά του προς ον απευθύνεται" και "Εξ εικονικής δικαιοπραξίας δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα, άτινα αρύονται εξ αυτής τρίτοι καλής πίστεως". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αντίστοιχων προς εκείνες των άρθρων 138 παρ.1 και 139 του ισχύοντος ΑΚ, είναι άκυρη και συνεπώς δεν παράγει αποτελέσματα, σύμβαση που με τη θέληση των συμβαλλομένων έγινε φαινομενικά και κατά προσποίηση μόνο, η ακυρότητά της δε μπορεί να προβληθεί και κατά του τρίτου, ο οποίος, όταν απέκτησε δικαίωμα που πηγάζει από αυτήν, εκ μέρους κάποιου από εκείνους που κατάρτισαν την εικονική δικαιοπραξία, γνώριζε την εικονικότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτή το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα : Η μητέρα των διαδίκων .... , με το 2483/29-3-1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλικιανού Κυδωνίας Χανίων Νικολάου Φλεμετάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε, με αγορά από τους συγκυρίους αυτών Χ1 και Χ2, έναντι τιμήματος 3.000 δραχμών, την κυριότητα των περιγραφόμενων σε αυτήν δύο επίδικων ακινήτων, που με το εν λόγω συμβόλαιο της μεταβιβάστηκαν ως ενιαίο ακίνητο. Τη νομή του ενιαίου αυτού ακινήτου οι εν λόγω πωλητές είχαν παραδώσει σε αυτήν έξι περίπου χρόνια πριν από τη σύνταξη του μεταβιβαστικού αυτού συμβολαίου, οπότε είχαν λάβει και το τίμημα από την ίδια, κατά το χρόνο δε που συντάχθηκε το συμβόλαιο αυτό ο σύζυγος αυτής είχε ήδη οικοδομήσει οικία σε τμήμα αυτού. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) "ότι το προαναφερθέν συμβόλαιο ήταν εικονικό και ότι δεν έγινε σπουδαία αλλά φαινομενικά". Δέχεται, αντίθετα, ότι αποδείχθηκε ότι μεταξύ των συμβληθέντων στο συμβόλαιο αυτό υπήρξε σοβαρή συναλλακτική πρόθεση και αυτοί είχαν τη βούληση η μεταβίβαση να γίνει στη συμβληθείσα σε αυτό αγοράστρια, η οποία είχε καταβάλει στους πωλητές το τίμημα και μάλιστα μια εξαετία πριν από τη σύνταξή του. Επίσης, δέχεται το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ότι συμβληθείσα στο εν λόγω συμβόλαιο φέρεται η μητέρα των διαδίκων, διότι κατά το χρόνο σύνταξης αυτού απουσίαζε στον πόλεμο ο πατέρας αυτών, αποδείχθηκε δε ότι αυτός " από το Μάϊο του 1941 θεωρήθηκε απολυθείς από το στρατό και συνεπώς και κατά το χρόνο κατάρτισης του ως άνω συμβολαίου, δεν υπηρετούσε ως στρατιώτης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι η μητέρα των διαδίκων και δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης είχε αποκτήσει, με βάση το πωλητήριο και μεταβιβαστικό αυτό συμβόλαιο, την κυριότητα των εν λόγω ακινήτων, απέρριψε δε τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι ήταν εικονική η περιεχόμενη στο συμβόλαιο αυτό δικαιοπραξία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του Αστικού Κώδικα της Κρήτης, που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, οι οποίες περιέχουν πανομοιότυπη ρύθμιση με τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος ΑΚ που προαναφέρθηκαν, δεν αρκέστηκε δε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, με τα να μην απαιτήσει, προκειμένου να κριθεί σπουδαία η αγοραπωλησία και μεταβίβαση του αναφερόμενου στο ανωτέρω συμβόλαιο ακινήτου και την ύπαρξη "συναίνεσης" του πατέρα των διαδίκων, ο οποίος είχε ανεγείρει κτίσματα στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού η κυριότητα των κτισμάτων ως συστατικών του ακινήτου, ανήκει στον κύριο του εδάφους και με τη μεταβίβαση του ακινήτου από τον κύριό του επέρχεται και η μεταβίβαση και των συστατικών του, ώστε να μην απαιτείται για την σπουδαία και έγκυρη μεταβίβασή τους και η σύμπραξη ή η συναίνεση εκείνου που είχε ανεγείρει στο ακίνητο τα κτίσματα. Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 παρ.1 και 139 του ΑΚ, αντί των οποίων, που δεν είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να εκτιμηθεί ότι εξυπονοούνται οι εφαρμοστέες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 87 Αστικού Κώδικα της Κρήτης. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με το να μη κρίνει εικονική την περιεχόμενη στο εν λόγω συμβόλαιο δικαιοπραξία, το Εφετείο παραβίασε τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αντί των οποίων θα πρέπει πάντως να εκτιμηθεί ότι αναφέρονται οι εφαρμοστέες, λόγω του χρόνου και του τόπου κατάρτισης της ανωτέρω δικαιοπραξίας, οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα της Κρήτης. Ωστόσο, οι ερμηνευτικές αυτές διατάξεις δεν έχουν έδαφος εφαρμογής για την κρίση αν μια δικαιοπραξία είναι εικονική, για την οποία δεν αναζητείται το αληθινό νόημα των δηλώσεων της βούλησης των συμβαλλομένων, αλλά ερευνάται αν οι δηλώσεις αυτές είναι σοβαρές ή αν έγιναν μόνο φαινομενικά, κατά προσποίηση. Επομένως, κατά το μέρος που αναφέρεται σε παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων, κατά την απόρριψη του ισχυρισμού για εικονικότητα της ανωτέρω δικαιοπραξίας αγοράς και μεταβίβασης ακινήτου, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όταν συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τα γεγονότα που στηρίζουν την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι από τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη το δικαστήριο δεν συνάγεται το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ισχυρισμός για την πλαστότητα εγγράφου, θα πρέπει εκείνος που τον προτείνει να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς σε περίπτωση που δεν προβάλλεται παραδεκτώς, κατά τον τρόπο που απαιτεί αυτή η διάταξη, ο ισχυρισμός για πλαστότητα εγγράφου, το δικαστήριο που τον απέρριψε, χωρίς να διατάξει σχετικά αποδείξεις, δε δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να διατάξει γι αυτά απόδειξη και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/200, η οποία εφαρμόζεται για τις υποθέσεις που δικάζονται από το πολυμελές πρωτοδικείο, η πρώτη συζήτηση των οποίων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είχε ορισθεί πριν από την 1-1-2002. Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του για εικονικότητα της δικαιοπραξίας πώλησης και μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης. ΄Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τη μη ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Επομένως ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, και υπό την εκτίμηση ότι με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση και από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την 1-1-2002, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχτηκε την αλήθεια του περιεχομένου του από 27-2-2003 πιστοποιητικού τύπου Α΄ του Στρατολογικού Γραφείου Χανίων, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, χωρίς να διατάξει απόδειξη για τον ισχυρισμό πλαστότητας του εν λόγω εγγράφου, που είχε αυτός προτείνει, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων αντιγράφων των ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Χανίων και του Εφετείου Κρήτης έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, αυτός δεν είχε κατά τρόπο παραδεκτό προτείνει τον ισχυρισμό αυτό, αφού δεν είχε προσκομίσει τα έγγραφα που αποδείκνυαν τον ισχυρισμό αυτό, ούτε είχε αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τέτοια δε προσκόμιση και αναφορά ούτε στο αναιρετήριο άλλωστε αυτός επικαλείται. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι αυτός ούτε στο δικαστήριο της ουσίας, αλλ' ούτε και στο αναιρετήριο αναφέρει σε τι συνίσταται η πλαστότητα και ειδικότερα αν αυτή αφορά εξυπαρχής πλαστή κατάρτιση του εγγράφου ή αλλοίωση του περιεχομένου του ή ψευδή βεβαίωση εκείνων που βεβαιώνονται ότι έγιναν ενώπιον του συντάκτη του εγγράφου ή διαπιστώθηκαν από αυτόν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 246/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ