Legislator Case Law & Legislation
4/2026 AI generated

4/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 4/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)", που εδρεύει στην Αθήνα και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της ....2012 και εκπροσωπείται νόμιμα από το/ην ειδικό/ή εκκαθαριστή/ίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΙΑΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο.Του αναιρεσιβλήτου:

Legislator headnote

AI generated

4/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α)Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, β) ... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμoγής του παρόντος άρθρου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 4 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2026ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.

Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)", που εδρεύει στην Αθήνα και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της ....2012 και εκπροσωπείται νόμιμα από το/ην ειδικό/ή εκκαθαριστή/ίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΙΑΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο.Του αναιρεσιβλήτου:

Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λάππα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-05-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6630/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1756/2012 μη οριστική και 747/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση των τελευταίων απόφασεων ζητά το αναιρεσείον πιστωτικό ίδρυμα με την από 02-02-2021 αίτησή του.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος πιστωτικού ιδρύματος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΑπό την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30-5-2008 (Γ.Α.Κ. ...-2008 και Ε.Α.Κ. ...-2008) αγωγή του, κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ("ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ήδη τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση, εκπροσωπουμένη από την "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε."), ισχυρίστηκε ότι με την τελευταία συνήψε τις στην αγωγή αναφερόμενες συμβάσεις μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων του.

Ότι η χορήγηση των εν λόγω δανείων και πιστώσεων έγιναν σε αυτόν ως κατ' επάγγελμα αγρότη και εκταμιεύθηκαν τα αναφερόμενα ποσά, που αντιστοίχως αυτός έλαβε. Ότι ακολούθως, αυτός (ενάγων), με την από 22-09-2004 αίτησή του προς την εναγόμενη, ζήτησε την υπαγωγή της οφειλής του στη ρύθμιση της ειδικής διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 σύμφωνα με την οποία προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, προκειμένου δε περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.

Ότι η εναγόμενη με το υπ' αριθ. ...-2004 απαντητικό της έγγραφο αναφέρει ότι η οφειλή του (ενάγοντος) δεν επηρεάζεται από το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και στη συνέχεια με την από 22- 9-2005 επιστολή της προέβη σε υπολογισμό του υπολοίπου της οφειλής του από τις ως άνω συμβάσεις, την οποία καθόρισε στο ποσό των 105.629,89 ευρώ.

Ότι ο ως άνω υπολογισμός είναι μη νόμιμος καθόσον η εναγόμενη εσφαλμένως εξέλαβε τις υπ' αριθ. ...-1989, ...-1989, ...-1993 και ...-1985 συμβάσεις πιστώσεων για τα βραχυπρόθεσμα δάνεια ως συμβάσεις πίστωσης κινηθείσες με αλληλόχρεο λογαριασμό και ως εκ τούτου έλαβε ως βάση υπολογισμού το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού μετά την τελευταία εκταμίευση, ενώ έπρεπε να υπολογίσει την οφειλή βάσει του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου του δανείου.

Ότι κατ' αποτέλεσμα των ως άνω αυτός (ενάγων) επιτάσσεται, να καταβάλει το ποσό των 105.629,89 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρο 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004) η οφειλή του εκ των συμβάσεων αυτών έχει εξοφληθεί πλήρως και έχει καταβάλει επιπλέον το ποσό 49.610,90 ευρώ. Βάσει των ως άνω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε 1) να αναγνωριστεί ότι η έννομη σχέση που τον συνδέει με την εναγόμενη για τις συναφθείσες υπ' αριθ. ...-1989, ...-1989, ...-1993 και ...-1985 συμβάσεις πίστωσης για βραχυπρόθεσμο δανεισμό δεν είναι συμβάσεις παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό αλλά συμβάσεις κοινού δανεισμού, 2) να αναγνωριστεί ότι οι ως άνω συναφθείσες συμβάσεις πίστωσης για βραχυπρόθεσμο δανεισμό κινήθηκαν με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να υπάγει την οφειλή του στην παράγραφο 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, 4) να αναγνωριστεί ότι η συνολική από τις ανωτέρω συμβάσεις οφειλή του, καθώς και από τις υπ' αριθ. .../1985, .../1989, .../1990, .../1990 και .../1992 συμβάσεις δανείων μεσοπρόθεσμου δανεισμού έχει εξοφληθεί και 5) να αναγνωριστεί ότι έχει διαμορφωθεί υπέρ αυτού σχετικό πιστωτικό υπόλοιπο, ανερχόμενο στο ποσό των 49.610 ευρώ.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6630/11-09-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατόπιν, επί της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε, αρχικώς, η υπ' αριθ. 1756/3-4-2012 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, αφού έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε προς εκδίκαση η εν λόγω υπόθεση και αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης, διατασσομένης της επανάληψης της συζήτησης προς το σκοπό διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 747/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δυνάμει της οποίας, αφού εκ νέου έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε προς εκδίκαση η εν λόγω υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι 1) η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους αναφορικά με τις συναφθείσες υπ' αριθ. ...-1989, ...-1989, ...-1993 και ...-1985 συμβάσεις πίστωσης βραχυπρόθεσμου δανεισμού δεν είναι συμβάσεις παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό αλλά συμβάσεις κοινού δανεισμού και 2) ότι οι ως άνω συναφθείσες συμβάσεις πίστωσης βραχυπρόθεσμου δανεισμού κινήθηκαν με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, επιπλέον, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) να υπάγει την οφειλή του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) στη ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται από την αναιρεσείουσα (εναγομένη) οι ως άνω υπ' αριθ. 1756/2012 και 747/2019 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι ασκήθηκε, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).Στη διάταξη του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 (ήδη άρθρο 145 ν. 4261/2014) ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.

β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.

Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α)Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, β) ... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμoγής του παρόντος άρθρου.

Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ". Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ως άνω ρητής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 68 παρ. 2 του ν. 3601/2007), απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση ...-2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ...-2011 ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007.

Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Σχέδιο αναδιοργάνωσης με την έννοια των άρ. 107 επ. ΠτΚ δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί άλλωστε ήδη κατά το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. α ν. 3601/2007 και η διαδικασία εξυγίανσης των άρ. 99 επ.

ΠτΚ... Τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης καθορίζονται σύμφωνα με το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. γ-δ ν. 3601/2007 και σύμφωνα με την αντίληψη στο άρ. 68 παρ. 1 για την ειδική εκκαθάριση ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, κινούμενη από την εποπτική αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγούσα οπωσδήποτε, και χωρίς δυνατότητα λήψης διαφορετικής απόφασης εντός της προβλεπομένης στην παρούσα Πράξη διαδικασίας στην ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος".

Επισημαίνεται ότι, ήδη, στην αντίστοιχη, κατ' άρθρο 145 παρ. 2 του ν. 4261/2014, απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση ...-2016 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ...-2016 ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του αρ. 145 παρ. 2 Ν. 4261/2014. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος ή εποπτευόμενου από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικού ιδρύματος.

Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα. Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Σχέδιο αναδιοργάνωσης με την έννοια των άρ. 107 επ.

ΠτΚ δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί άλλωστε ήδη κατά το άρ. 145 παρ. 1 στοιχ. α Ν. 4261/214 και η διαδικασία εξυγίανσης των άρ. 99 επ. ΠτΚ". Τέλος, στη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007 που ίσχυε μέχρι την 1-3-2021, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης [23-11-2027] σε συνέχεια της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση [υπ' αριθ. 747/2029]) ορίζεται ότι: "1.

Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσείουσα, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους ανωτέρω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 68 ν. 3601/2007 (και ήδη άρθρου 145 του ν. 4261/2014) μόνον των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το άρθρο 68 του ν. 3601/2007 (και ήδη άρθρο 145 του ν. 4261/2014), εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση της τελευταίας, εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 του ΠτΚ, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της ανωτέρω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Κατ' ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρίας, η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη, η δε συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως.

Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας. Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις.

Κατά την ορθότερη άποψη, το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 του ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε τη συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων (ΑΠ 72/2024, ΑΠ 1261/2022).Συνεπώς, δεν υποχρεούται ο ειδικός εκκαθαριστής να συμπεριλάβει σχετικό ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της διαδικασίας και της συνέχισης της δίκης.

Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου βάσει της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1410/2022, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 822/2015). Εξάλλου, οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 του ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.

Από τη σαφή (γραμματική) διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στις ρυθμίσεις αυτών εμπίπτουν μόνον οι πιστωτές (της εκκαθαρίσεως, εν προκειμένω), όχι, όμως και οι οφειλέτες αυτής, οι οποίοι και σε περίπτωση, που επιδιώκουν με αγωγή την αναγνώριση ανυπαρξίας ή μειωμένης οφειλής τους προς το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, δεν καθίστανται, εξ αυτού του γεγονότος, πιστωτές, από οφειλέτες του, αφού δεν μεταβάλλεται, εξ αιτίας αυτού, η έννομη, συμβατική, σχέση, που τους συνδέει με το υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, ήτοι της δανειακής σύμβασης, με την οποίαν αυτοί έχουν συμβληθεί ως δανειολήπτες - οφειλέτες του (ΑΠ 54/2023, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 22/2020).Τέλος, με απόφαση που ελήφθη κατά την υπ' αριθ. ...-2012 συνεδρίαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ ...-2012) ανακλήθηκε η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το οποίο τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ενώ διορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη (οριστική υπ' αριθ. 747/2019) απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 του ΚΠολΔ (όπως επικουρικώς αναφέρεται και ορθώς εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που κυρίως αναφέρεται) συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 145 του ν. 4261/2014 (68 ν. 3601/2006) και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, δεν κήρυξε, με την απόφασή του, απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η ασκούμενη με την εν λόγω αγωγή αξίωση εμπίπτει στην από τη διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα προβλεπόμενη αυτοδίκαιη, λόγω της θέσεως της (αναιρεσείουσας τράπεζας) σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, αναστολή των σχετικών δικών.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, ενόψει του ότι με την ένδικη αγωγή, που θεμελιώνεται επί των διατάξεων του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), δεν ζήτησε μόνο να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία (εξόφληση) της οφειλής του προς την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) τράπεζα, οπότε και δεν θα ετίθετο πράγματι ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, αλλά ταυτόχρονα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι διαμορφώνεται υπέρ αυτού πιστωτικό υπόλοιπο ποσού 49.610 ευρώ, δηλαδή αίτημα που συνδέεται με την ιδιότητά του ως πιστωτή της αναιρεσείουσας τράπεζας και όχι οφειλέτη, με συνέπεια να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (σε συνδυασμό με το άρθρο 145 παρ. 2 του ν. 4261/2014), που δεν επιτρέπει τη συζήτηση της ανωτέρω ασκηθείσας αγωγής του και της εφέσεως του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως επ' αυτής, η συνέχιση της οποίας αναστέλλεται αυτοδικαίως, δοθέντος ότι, όπως προεκτέθηκε, η αναιρεσείουσα, αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο, ήδη, κατά το χρόνο της συζήτησης (23-11-2017) μετά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση (δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος).

Επισημαίνεται ότι η κρίση περί της ως άνω αναστολής δεν αναιρείται από το ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως πιστωτικού υπολοίπου (ποσού 49.610 ευρώ) υπέρ του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι το αντικείμενο της σχετικής δίκης δεν προσδιορίζεται από το διατακτικό της αντίστοιχης δικαστικής απόφασης, αλλά από το περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής (άρθρο 216 του ΚΠολΔ).

Επίσης, δεν μπορεί να περιοριστεί η ανωτέρω αναστολή αποκλειστικά στο μέρος της ένδικης αγωγής που αφορά το ως άνω αίτημα της (αναγνωρίσεως πιστωτικού υπολοίπου), ενόψει του ότι όλα τα αιτήματα της αγωγής αυτής συνδέονται, αφού θεμελιώνονται στην ίδια έννομη σχέση και βιοτικό συμβάν, δηλαδή τη σύναψη των αναφερομένων σ' αυτήν συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων.

Τέλος, ο ανωτέρω λόγος παραδεκτά προβάλλεται, ανεξαρτήτως της μη προβολής σχετικού ισχυρισμού στο Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 του Πτωχευτικού κώδικα και κηρύσσοντας απαράδεκτη τη συνέχιση της σχετικής διαδικασίας, χωρίς να υποχρεούται ο ειδικός εκκαθαριστής να συμπεριλάβει σχετικό ισχυρισμό περί του απαραδέκτου αυτού.

Σε κάθε δε περίπτωση, το ανωτέρω σφάλμα του Δικαστηρίου προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθ. 747/2019), αφού από την επισκόπησή της προκύπτει ότι στο εισαγωγικό μέρος αυτής αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα (εφεσίβλητη) τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως, περιέπεσε στην αποδιδόμενη με τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης ως άνω πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή της μη εφαρμογής των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 145 του ν. 4261/2014 (68 ν. 3601/2006) και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επισημαίνεται ότι παρέλκει και η έρευνα των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που αφορούν την συμπροσβαλλόμενη μη οριστική απόφαση (υπ' αριθ. 1756/2012) του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί η δίκη για την εν λόγω διαφορά, λόγω της ανωτέρω αναστολής, και αυτή θα επιλυθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας της σχετικής ειδικής εκκαθάρισης στην οποία, ήδη, τελεί η αναιρεσείουσα τράπεζα.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση (υπ' αριθ. 747/2019) και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), Επίσης, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 του ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν για την αίτηση αναιρέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑναιρεί την υπ' αριθ. 747/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν για την αίτηση αναιρέσεως.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2026.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ