4/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated4/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 4 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 4/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Χατζούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Α., κατοίκου Μ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάγο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2015 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 16-6-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16 Ιουνίου 2017 και με αριθμό κατάθεσης 8/19-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 61/22-6-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε σντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 20-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης 38/26-5-2014 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και επικυρώθηκε η με αριθμό 206/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μ., η οποία εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 1 Μαρτίου 2010 με αριθμό κατάθεσης 85/8-3-2010 αγωγή.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 19-6-2017 με την κατάθεσή της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών (ΟλΑΠ 10/2018), από τη δημοσίευση στις 22-6-2015 της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκδόθηκε πριν από την 1-1-2016 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 217/2017). Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).
Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011).
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις περιπτώσεις των εργασιακών σχέσεων με εργοδότη το Δημόσιο (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1269/2018). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1269/2018).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, 2 και 4 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ.1), ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ.2) και ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επομένου άρθρου (παρ.4).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτών, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του Διατάγματος και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Επομένως εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν τις 19 Απριλίου 2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/μα λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 238/2022, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007).
Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Εξάλλου, όπως ορίσθηκε ρητώς και νομοθετικά με τις διατάξεις του άρθρου 3 περ. α του Π.Δ/τος 81/2003 και του άρθρου 3 παρ. α του Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκαν προς ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της υπ' αριθ. 1999/70 οδηγίας (βλ. και ρήτρα 3 παρ.2 της Οδηγίας), κατά τις οποίες ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα "απευθείας" μεταξύ εργοδότη και του εργαζομένου.
Ως εργοδότης δε στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να του καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό. Οσάκις δε η πρόσληψη μισθωτού γίνεται από ιδιωτικό φορέα που καταβάλει και τις συμφωνηθείσες με το μισθωτό αποδοχές, κατόπιν υπόδειξης του Ελληνικού Δημοσίου και, λόγω της φύσης της παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού και του επιδιωκόμενου από αυτήν σκοπού, αυτός παρέχει τις υπηρεσίες του υπό την εποπτεία δημοσίας υπηρεσίας και με βάση τις οδηγίες της, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις σωστικής ανασκαφής που πραγματοποιείται από αρχαιολόγο κατά τη διάρκεια της κατασκευής δημοσίου ή ιδιωτικού έργου, η πρόσληψη αυτή από ιδιώτη δεν αρκεί για να προσδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο την ιδιότητα του εργοδότη, ούτε επάγεται εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του εργοδότη της μεταξύ του μισθωτού και του ιδιώτη καταρτισθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια οι τυχόν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας μεταξύ του ιδιώτη και του μισθωτού να μην συναποτελούν τμήμα των μετέπειτα καταρτισθεισών μεταξύ του μισθωτού και του Ελληνικού Δημοσίου διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 960/2018, ΑΠ 714/2018, ΑΠ 2074/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022,, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1-3-2010 με αρ. κατ. 85/8-3-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μ., η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο για να εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και συγκεκριμένα στην Κ' Ε.Π.Κ.Α. (Ε.
Π. και Κ. Α. Μ. Λ.) και σε εταιρίες που αναλάμβαναν εκσκαφικές εργασίες και τελούσαν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού, ως αρχαιολόγος, απασχόληση που αποσκοπούσε πάντοτε στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου Δημοσίου, δυνάμει των αναφερομένων εγγράφων συμβάσεων έργου και ειδικότερα ότι απασχολήθηκε από την 1-3-2001 έως 15-8-2001 στην Κ' Ε.Π.Κ.Α.
στη Μυτιλήνη, από 17-8-2001 έως 31-12-2001 στην ανάδοχο εταιρεία Κ. ΑΕ, από 1-1-2002 έως 31-1-2002 στην εταιρεία Ε.Σ. ΟΕ και στην εταιρεία Α., από 1-2-2002 έως 18-4-2002 στο Δ. Ε., από `19-4-2002 έως 15-9-2002 στην Κ' Ε.Π.Κ.Α. από 16-9-2002 έως 30-9-2002 σε ιδιωτικό οικόπεδο Σ., από 1-10-2002 έως 5-12-2002 στην εταιρεία "... ΑΤΕ σε έργο του Δ. Μ., από 20-12-2002 έως 30-1-2003 στο ιδιωτικό οικόπεδο Μ., από 1-3-2003 έως 31-5-2003 στην εταιρία Α.
Τ. ‘Ε. Λ. για το Δ. Μ., από 1-6-2003 έως 31-6-2003 σε ιδιωτικά οικόπεδα των Μ., Α. και Κ., από 1-7-2003 έως 31-12-2003 σε ιδιωτικά οικόπεδα Λ. και Γ., από 1-1-2004 έως 28-2-2004 σε ιδιωτικό οικόπεδο των Δ.-Κ., με την εταιρεία Π. Ο.Ε, από 1-3-2004 έως 31-3-2004 στην Κ' Ε.Π.Κ.Α., από 1-4-2004 έως 5-8-2004 στην εταιρεία "Κ.", από 9-8-2004 έως 17-12-2004 στην Κ'ΕΠΚΑ από 1-2-2005 έως 25-2-2005 σε ιδιωτικό οικόπεδο, ιδιοκτησίας Κ., από 1-3-2005 έως 31-9-2005 στην Κ'ΕΠΚΑ, από 25-1-2006 έως 18-10-2006, από 18-10-2006 έως 17-10-2007, από 22-10-2007 έως 31-12-2008 και από 3-2-2009 έως 15-12-2009 σε έργα ανασκαφών νεκροταφείων στην Κ'ΕΠΚΑ.
Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της υπαγόταν στον έλεγχο και εποπτεία του εργοδότη, ο οποίος με τις μονομερείς και δεσμευτικές εντολές του καθόριζε τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας, της και ότι οι συμβάσεις εργασίας κατ' επίφαση μόνο χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου εφόσον στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής της σχέσης σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών εργαζόταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο χαρακτηρισμός δε αυτών ως ορισμένου χρόνου έγινε προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και ότι είναι άκυρη και καταχρηστική η απόλυσή της στις 15-12-2009 από το εναγόμενο.
χωρίς έγγραφη καταγγελία. Ότι η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 εναρμονίζεται πλήρως με την κοινοτική οδηγία 1999/70/ΕΚ η οποία ενσωματώθηκε πλημμελώς στην έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004 και ότι σε κάθε περίπτωση τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής οι ρήτρες 5.1 και 8.3 της ως άνω οδηγίας που οδηγεί στην κατάρτιση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Ζητούσε δε, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβασή εξάρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αρχής γενομένης από την 1-3-2001, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω άτακτης καταγγελίας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης εργασίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 206/2011 απόφασή του, δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το χρόνο της αρχικής πρόσληψης,. αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες από αυτήν υπηρεσίες.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 20-5-2014 με αριθμό κατάθεσης 38/26-5-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 61/2015 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση, επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Η ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορικού-Αρχαιολογικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, προσλήφθηκε δε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα από την Κ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, ως αρχαιολόγος, με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες είτε ως συμβάσεις έργου ή ωρομίσθιες είτε ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για τα κάτωθι διαστήματα :
α) από 1-3-2001 έως 31-3- 2001, από 1-4-2001 έως 30-4-2001, από 1-5-2001 έως 31-5-2001, από 1-6-2001 έως 30-6-2001, από 2-7-2001 έως 31-7-2001, από 1-8-2001 έως 31-8-2001, από 1-4-2002 έως 30-4-2002, από 1-5-2002 έως 31-5-2002, από 3-6-2002 έως 30-6-2002, από 1-7-2002 έως 30-11-2002, από 1-7-2003 έως 31-8-2003, από 1-9-2003 έως 30-9-2003, από 1-10-2003 έως 31-10-2003, από 1-11-2003 έως 30-11-2003, από 1-12-2003 31-10-2003, από 1-11-2003 έως 30-11-2003, από 1-12-2003 έως 31-12-2003, από 1-3-2004 έως 31-3-2004 κατά την οποία σημειώνεται ότι προσελήφθη ως εργάτρια αλλά εξακολουθούσε να εκτελεί χρέη αρχαιολόγου, από 9-8-2004 έως 31-12-2004, από 1-3-2005 έως 1-10-2005, από 25-1-2006 έως 17-10-2006, από 18-10-2006 έως 21-10-2007, από 22-10-2007 έως 31-12-2008, από 3-2-2009 έως 15-12-2009 με καθήκοντα αναφορικά με αρχαιολογικές και ανασκαφικές εργασίες σε οικόπεδα και έργα ιδιωτών και δημοσίου στα νησιά αρμοδιότητας της Κ' Ε.Π.Κ.Α. (βλ.
προσκομιζόμενες αποφάσεις πρόσληψης), β) από 17-8-2001 έως 31-11-2001 στο έργο "Κ. Δ. Ο. Α. και Ύ. Κ. και Β. Τ. Π. Μ." με ανάδοχο την εταιρία Κ. Α.Ε., από 1-1-2002 έως 31-1-2002 στην εταιρία Ε. Σ. &ΣΙΑ ΟΕ σε σωστικές ανασκαφές οικοπέδων και στην εταιρία Α. στο έργο "Τ.", από 1-2-2002 έως 15-4-2002 στο έργο "Υ. τμήμα δικτύων ύδρευσης αποχέτευσης οικισμού Ε..-Σ..
Ε.. - «.. του Δ.. Ε.. - Α.., από 1-10-2002 έως 31-12-2002 στο έργο «Ε. και Π. Ε. Δ. Ύ. και «Α. του Δ.. Μ. με ανάδοχο εταιρία την Κ./ξία Ι..Σ.- Ε. Α., από 1-1-2003 έως 31-1-2003 στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Μ.. με ανάδοχο την εταιρία Π. Α.Ε., από 1-3-2003 έως 31-5-2003 στο έργο "Σ. Μ. Λ. έως Ε..Ε..Λ.. με ανάδοχο την εταιρία «Τ. Α..Ε. Α. Ε., Ε., Λ.. Ε.", από 1-5-2003 έως 31-6-2003 στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Τσόχαλη - Παπαδοπούλου αμειβόμενη από την εταιρία ^Μ.
και Σ. «Ο., από 12-1-2004 έως 27-2-2004 σε σωστικές ανασκαφές στο οικόπεδο Δ.-Κ. αμειβόμενη από την εταιρία «Π. και Σ. Ο. «Ο., από 5-5-2004 έως 9-8-2004 στο έργο «Α. Τ. Ε." της Περιφέρείας Βορείου Αιγαίου με
ανάδοχο την εταιρία "Κ.". Στα έργα αυτά η ενάγουσα εργάσθηκε ως αρχαιολόγος σε ανασκαφές και δοκιμαστικές τομές αμειβόμενη από ιδιώτες, τεχνικές εταιρίες και οργανισμούς του ευρύτερου Δημόσιου τομέα, καθ υπόδειξη, επίβλεψη και εποπτεία της Κ' Ε.Π.Κ.Α. Μ., διότι κατά τη διάρκεια των έργων είχαν αποκαλυφθεί και ερευνηθεί αρχαία, σύμφωνα με τον Κ.Ν 5351/32 περί αρχαιοτήτων (βλ.
την υπ αρ. πρωτ. 2035/21-3-2007 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Κ' Ε.Π.Κ.Α., Ό. Φ.). Με τις προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας η ενάγουσα με την ιδιότητά της ως αρχαιολόγου, ήταν επιφορτισμένη στα προαναφερόμενα έργα με την επίβλεψη εκσκαφικών εργασιών, την καταγραφή σε καθημερινή βάση ημερολογίου ανασκαφής, τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών και δοκιμαστικών τομών, τη μελέτη, καταγραφή και περισυλλογή-κατανομή-ταξινόμηση αρχαιολογικού υλικού, ώστε σε περίπτωση που τυχόν βρεθούν ευρήματα αρχαιολογικής σημασίας να παρέχει τις κατάλληλες οδηγίες στα εκσκαπτικά συνεργεία προς αποφυγή πρόκλησης οποιοσδήποτε βλάβης σε αυτά και να φροντίσει για την αξιολόγηση, την ανασκαφή και την μεταφορά αυτών σε ασφαλές χώρο σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης της αρχαιολογίας καθώς και την βιβλιογραφική έρευνα.
Καθόλη τη χρονική διάρκεια των προαναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε χαρακτηρισμό αυτών και αδιαφόρως του τρόπου κατά τον οποίο ο μισθός καθορίζεται και καταβαλλόταν, μέχρι και την 15-12- 2009, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της, αρνούμενο να ανανεώσει τη σύμβαση εργασίας, η ενάγουσα υπόκειτο στις εντολές και οδηγίες των Προϊσταμένων της Κ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μ.
ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής εργασίας, παρείχε δε τις υπηρεσίες της αυτοπροσώπως με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 07.30 μέχρι 15.00. Επίσης, στα πλαίσια των υποχρεώσεών της όφειλε να αναφέρεται τόσο στους Προϊσταμένους της όσο και στα λοιπά όργανα της Κ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μ., για την πορεία των εργασιών από αρχαιολογική πλευρά καθώς και για όλα τα πεπραγμένα και εν γένει θέματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στα δημόσια αλλά και στα ιδιωτικά έργα .....Από την αξιολόγηση των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών συνάγεται ότι εργοδότης της ενάγουσας ήταν το εναγόμενο και ειδικότερα η Κ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μ., διότι ο έλεγχος, η διεύθυνση και η εποπτεία της εργασίας της ανήκαν αποκλειστικά στην Κ' Εφορεία η οποία υποδείκνυε τον υπάλληλό της που θα αναλάμβανε σε κάθε περίπτωση την παρακολούθηση των επιμέρους έργων.....
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από το ότι σε ορισμένα δημόσια ή ιδιωτικά έργα, στα οποία η ενάγουσα απασχολήθηκε, η πρόσληψη έγινε από τις ανάδοχες τεχνικές εταιρίες από τις οποίες και αμειβόταν (υπό στοιχ. (β) συμβάσεις). Και τούτο διότι το σχετικό αρχαιολογικό έργο (σωστικές ανασκαφές) ανήκει στην αρμοδιότητα των Εφορειών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, που έχει αποκλειστικά την επιστημονική διεύθυνση, την οργάνωση και την ευθύνη των ανασκαφών, την προστασία, συντήρηση, μελέτη και δημοσίευση των ευρημάτων χωρίς ανάμειξη των αναδοχών.
Επομένως, το ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό (αρχαιολόγοι) που προσλαμβάνεται και απολύεται κατόπιν έγγραφης εντολής του Προϊσταμένου της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον ανάδοχο του τεχνικού έργου, δεδομένου ότι τα προδιαληφθέντα κρίσιμα στοιχεία (έλεγχος, διεύθυνση, εποπτεία κλπ, εκτός από την τυπική πρόσληψη και αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργολήπτη, εν τέλει όμως αποδίδεται από το Δημόσιο) συνηγορούν υπέρ της σχέσης εξαρτημένης εργασίας με το Υπουργείο Πολιτισμού.......
Επομένως, τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η ενάγουσα προσέφερε, δυνάμει των προμνησθεισών συμβάσεων, τις υπηρεσίες της για την πραγματοποίηση αυτού του είδους των αρχαιολογικών έργων (σωστικών ανασκαφών) πρέπει να λογισθεί ως χρόνος απασχόλησης στον ίδιο φορέα, ήτοι στο Υπουργείο Πολιτισμού. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα με τις ανανεούμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου λαμβανομένου προς τούτο υπόψιν τόσο το είδος των εργασιών που προσέφερε όσο και τον αριθμό των συμβάσεων του συνολικού χρόνου απασχόλησης.
Σημειώνεται εξάλλου ότι η ενάγουσα υπέβαλε την από 17-9-2004 αίτησή της για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, η οποία απερρίφθη από το Ε' Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του ΥΠ.ΠΟ. (βλ. το υπ αρ. 14/7-3-2005 πρακτικό "'συνεδρίασης) καθόσον κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι κατά την έναρξη ισχύος του πδ 164/2004, δηλ.
στις 19-7-2004, η ενάγουσα δεν είχε ενεργή σύμβαση με το ΥΠ.ΠΟ. (άρθρο 11 παρ. 1,5), κρίση η οποία επικυρώθηκε με την υπ αρ. 1053/12-10-2005 απόφαση του Γ' Τμήματος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.). Ωστόσο, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα το χρονικό διάστημα υπηρεσίας της ενάγουσας που διανύθηκε για την πραγματοποίηση σωστικών ανασκαφών σε έργα ιδιωτικά ή δημόσια πρέπει να λογισθεί ως χρόνος απασχόλησης στο Υπουργείο Πολιτισμού με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Εξάλλου ως προεκτέθηκε, κατά την 19-7-2004, χρόνο έναρξης ισχύος του ως άνω Π.Δ., η ενάγουσα απασχολούνταν στο έργο "Α. Τ. «Ε. της Π. Β. Α. με ανάδοχο την εταιρία "Κ." υπό την εποπτεία της Κ' Ε.Π.Κ.Α. Μ.. Σημειώνεται εξάλλου ότι ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης αυτής αναγνωρίζεται στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως της προβλεπόμενης ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π.
διοικητικής διαδικασίας. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, καθώς : α) οι διαδοχικές συμβάσεις απασχόλησής της ήταν ενεργές κατά τη θέση σε ισχύ του Π.Δ/τος 164/2004 (19-7- 2004), β) είχαν συνολική διάρκεια (μέχρι την 19-7-2004) τουλάχιστον 24 μηνών (ανεξαρτήτως του αριθμού των ανανεώσεων) γ) ο ανωτέρω συνολικός χρόνος υπηρεσίας έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα (Υπουργείο Πολιτισμού) με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας και δ) το αντικείμενο της σύμβασης αφορούσε δραστηριότητες που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα του εναγομένου, η ενάγουσα μπορεί να θεμελιώσει το επικαλούμενο δικαίωμά της στις διατάξεις του άρθρ. 11 του εν λόγω Π.Δ/τος.
Η εκκαλουμένη απόφαση, συνεπώς, που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή τού νόμου και τη σωστή αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης και ειδικότερα ότι εσφαλμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη ότι εργοδότης της εφεσίβλητης υπήρξε το εναγόμενο και ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες.
και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της η έφεση του εναγομένου. ...".
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 5 παρ.1, 6, 11 παρ. 1, 2, 3 και 5 του Π.Δ/τος 164/2004, 648 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, δεχόμενο την αγωγή ως νόμιμη , και εν συνεχεία ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το αίτημα αναγνώρισης της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στο αναιρεσείον ως εξ ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες υπό το κράτος ισχύος των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, οι οποίες δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ.1 του Π.Δ/τος 164/2004,, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με ημερομηνία ισχύος 19-7-2004, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, και συγκεκριμένα δεν υπήρχε ενεργής σύμβαση της αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω π.δ/τος στις 19-7-2004, ή εντός του προηγούμενου τριμήνου αρχομένου από 19-4-2004, ούτε είχε συμπληρωθεί συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων στον ίδιο φορέα.
Και τούτο, διότι κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, όπως αναλυτικά προεκτέθηκαν, η τελευταία σύμβαση της αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον ίσχυσε από 1-3 έως 31-3 2004 και από 1-4-2004 έως 15-8-2004, οπότε αυτή απασχολήθηκε δυνάμει νέας σύμβασης στην ιδιωτική εταιρεία "Κ. ΑΕ" στο έργο "Α. Τ. Ε.", καθώς επίσης και από την αρχική σύμβαση αυτής, που καταρτίστηκε με το αναιρεσείον την 1-3-2001, οι επόμενες συμβάσεις της εναλλάσονταν με ιδιωτικές εταιρείες και το αναιρεσείον έως την έναρξη ισχύος του π.δ/τος, ήτοι κατά τα ενδιάμεσα των με το Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεων χρονικά διαστήματα, και συγκεκριμένα από 1-1-2002 έως 31-1-2002, από 1-2-2002 έως 18-4-2002, από 1-10-2002 έως 5-12-2002 από 20-12-2002 έως 30-1-2003, από 1-3-2003 έως 31-5-2003, από 1-6-2003 έως 31-6-2003, από 1-1-2004 έως 28-2-2004, αυτή συνήψε συμβάσεις έργου, ως αρχαιολόγος σε σωστικές ανασκαφές, με τις ιδιωτικές εταιρείες αντίστοιχα Ε.Σ.
ΟΕ και στην εταιρεία Α., "Σ. - Ε. Α., «Π.. «Α., Α. Τ. Ε. Λ.., «Μ. Κ. Σ. «Ο. και Π. Ο.Ε. από τις οποίες προσλαμβανόταν και αμειβόταν και οι οποίες είχαν αναλάβει κατασκευαστικά έργα, τα οποία, απλά, εποπτεύονταν κατά το αρχαιολογικό τους μέρος από την Κ' ΕΠΚΑ. Ο χρόνος όμως αυτός της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στις ως άνω ιδιωτικές εταιρείες, σύμφωνα και με τη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν θεωρείται ως χρόνος απασχόλησης στο Ελληνικό Δημόσιο και εν προκειμένω στο Υπουργείο Πολιτισμού.
Τούτο, διότι, μόνο το γεγονός ότι η πρόσληψή της αναιρεσίβλητης από τις ως άνω εταιρείες είχε λάβει χώρα καθ' υπόδειξη της Κ' ΕΠΚΑ και ότι αυτή απασχολήθηκε στην σωστική ανασκαφή κατά τη διάρκεια της τεχνικής κατασκευής των έργων, όπου οι εταιρείες είχαν αναλάβει, υπό την εποπτεία της ανωτέρω Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί το μόνο αρμόδιο δημόσιο φορέα για την επιστημονική εποπτεία και ευθύνη των ανασκαφών και την αξιοποίηση του υλικού στα πλαίσια προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στη διάσωση και διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής εν γένει κληρονομιάς της χώρας, δεν αρκεί για να προσδώσει στο τελευταίο την ιδιότητα του εργοδότη.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, ενώ δέχθηκε στις προεκτιθέμενες παραδοχές του, ότι η αναιρεσίβλητη προσλαμβανόταν και αμειβόταν από τις προαναφερόμενες ιδιωτικές εταιρείες, ως αρχαιολόγος, συνυπολόγισε εσφαλμένα τα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκε σ' αυτές, ως διάστημα απασχόλησής στον ίδιο εργοδότη (αναιρεσείον), προκειμένου να υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των επιμέρους συμβάσεων, για την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 11 παρ.1 του Π.Δ/τος 164/2004, περί εικοσιτετράμηνης συνεχούς απασχόλησης στον ίδιο φορέα, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο και ύπαρξης ενεργού σύμβασης της αναιρεσίβλητης με αυτό κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω π.δ/τος στις 19-7-2004, ώστε να θεωρηθούν όλες οι επιμέρους συμβάσεις που η αναιρεσίβλητη συνήψε διαδοχικά με το αναιρεσείον, και τις ιδιωτικές εταιρείες, ως μέρος ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Έτσι κρίνοντας, όμως το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του Π'Δ/τος 164/2004, αφού, χωρίς τον συνυπολογισμό της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στις ιδιωτικές εταιρείες, δεν συνέτρεχαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου και συνεπώς δεν μπορούσαν οι επιμέρους επίμαχες συμβάσεις πριν την έναρξη ισχύος του π.δ/τος να αποτελέσουν μέρος ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το αναιρεσείον, αλλά ούτε και οι συμβάσεις με αυτό μετά την έναρξη ισχύος του και συνεπώς η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη.
Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ως νόμιμη και κατ'ουσίαν βάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, και να αναγνωρίσει ότι η ενάγουσα συνδέεται με αυτό με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνυπολογίζοντας το χρόνο απασχόλησης της στις ιδιωτικές εταιρείες, ως χρόνο απασχόλησής της σ'αυτό και θεωρώντας ότι από την κατάρτιση της αρχικής με αυτό σύμβασης την 1-3-2001, αυτό ήταν αδιαλείπτως εργοδότης της και η έννομη σχέση της ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος την 19-7-2004 του ως άνω π.δ/τος, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ/τος 164/2004, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να κρατηθεί και δικασθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί (η αγωγή) από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. ΑΠ 9/2022, ΑΠ 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 61/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 20-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης 38/26-5-2014 έφεση του αναιρεσείοντος.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την με αριθμό 206/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μ.. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 1-3-2010 και με αριθμό κατάθεσης 85/8-3-2010 αγωγή της ενάγουσας.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζονται α) για την αναιρετική δίκη, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, και β) για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.