4/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔ. Τ. του Ι., σύζ. Ά. Π.-Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μανιάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated4/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των κατ Ιδίαν λόγων της αναίρεσης θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.
Full text
Απόφαση 4 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 4/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. (A.) Τ. (T.) του Ε. (E.) και της Ε. (E.) Έ. (E.), κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης την 13η Σεπτεμβρίου του έτους 2014 μητέρας του, Ε. (E.) Έ. χήρας Ε. Τ., το γένος Φ., κατοίκου εν ζωή ..., 2) Σ. (S.) Τ. (T.) του Ε. (E.) και της Ε. (E.) Έ. (E.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης την 13η Σεπτεμβρίου του έτους 2014 μητέρας της, Ε. (E.) Έ. χήρας Ε. Τ., το γένος Φ., κατοίκου εν ζωή ..., 3) Μ. Λ. (M. L.) συζύγου Β. (V.) Γ. (G.), το γένος Τ. (G.) και Ε. (E.) Έ. (E.) Φ. (F.), κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης την 13η Σεπτεμβρίου του έτους 2014 μητέρας της, Ε. (E.) Έ. χήρας Ε. Τ., το γένος Φ., κατοίκου εν ζωή ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Ι., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 2)
Δ. Τ. του Ι., σύζ. Ά. Π.-Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μανιάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων 1ου και 2ης και της ήδη αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Έ. χήρας Ε. Τ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείοντες με την από 6-9-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 9/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 135/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου και μετά την εξαφάνισή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζοντας επί της αγωγής , με την οποία οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι συγκυριότητά τους επί αστικού ακινήτου, επεδίωκαν την καταβολή αποζημίωσης χρήσης, λόγω αποκλειστικής χρησιμοποίησης του κοινού ακινήτου από τις αναιρεσίβλητες, απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ,Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των κατ Ιδίαν λόγων της αναίρεσης θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.
Έτσι αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της, χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ'ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων.
Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 291/2018, ΑΠ 551/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011). Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ιστορικώς μόνο αναφέρεται στην απόφαση και μάλιστα σε αιτιολογίες πλεοναστικές που δεν στηρίζουν το διατακτικό της.
Επίσης κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 πα. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής) αιτιολογία ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 807/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787 και 792 παρ. 2 Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται και επί συγκυριότητας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επί κοινωνίας στην περίπτωση που ο ένας από τους κοινωνούς χρησιμοποιήσει αποκλειστικά το κοινό αντικείμενο είτε ως συγκύριος είτε ως συννομέας αυτού, δικαιούνται οι υπόλοιποι κοινωνοί που δεν προέβαλαν δικαίωμα συγχρήσεως να απαιτήσουν από αυτόν ανάλογη μερίδα επί του οφέλους, το οποίο από την αιτία αυτή εκείνος αποκόμισε, δηλαδή αποζημίωσης, η οποία, είτε πρόκειται περί κοινού αστικού ακινήτου προορισμένου από κατασκευής ως κατοικία, είτε πρόκειται περί κοινού αγροτικού ακινήτου που προορίζεται για καλλιέργεια, συνίσταται στη μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός της χρήσεως συγκοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα αλλά αποδοτέα ωφέλεια (ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1465/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2) των διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι της αγωγής, των προτάσεων και της εφέσεως των εναγομένων και της προσβαλλόμενης 9/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου προκύπτουν τα εξής : Με την από 10.5.2013 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι αυτοί και οι εναγόμενες είναι συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οικοπέδου με διώροφη οικία που βρίσκεται στο λιμάνι της Ναυπάκτου και ότι οι εναγόμενες από το έτος 1994 μέχρι την άσκηση της αγωγής ποιούν αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση του προς νότο τμήματος του ακινήτου, ήτοι του ισογείου και του υπογείου της διώροφης οικίας, με την εκμίσθωσή του σε τρίτους, απολαμβάνοντας όλα τα ωφελήματα από την αποκλειστική αυτή χρήση και αποκλείοντας τους ενάγοντες- συγκυρίους - συγκοινωνούς τούτου, κατά το ποσοστό που δικαιούνται επί των ωφελημάτων αυτών, αιτήθηκαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον καθένα τους το ποσό που αναλογεί στη μερίδα τους ως συγκυρίων - συγκοινωνών από τους καρπούς και ωφελήματα του κοινού ακινήτου , ήτοι των μισθωμάτων που εισέπραξαν αυτές κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2008 μέχρι 6.3.2012 και από 6.3.2012 μέχρι 31.12.2013.
Με τις από 9.6.2014 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εναγόμενες προς αντίκρουση της ιστορικής βάσης της αγωγής υποστήριξαν, ότι με κοινή άτυπη προφορική συμφωνία που έλαβε χώρα στη Ναύπακτο το έτος 1977, μεταξύ των τότε συγκυρίων του όλου ακινήτου, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ο πατέρας τους Ι.
Τ., να λάβει "κατά χρήση, κατοχή και εκμετάλλευση" το επίδικο τμήμα του όλου ακινήτου, όπως και πράγματι συνέβη μέχρι το έτος 1988, οπότε αυτός απεβίωσε αδιάθετος και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του - μητέρα των εναγομένων και από τις ίδιες, οι οποίες, μετά το θάνατό του και ακολούθως τον θάνατο και της μητέρας τους, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και αυτοτελώς συνέχισαν να ποιούν συνεχώς και αδιαλείπτως αποκλειστικά χρήση του επίδικου τμήματος του όλου ακινήτου καθόλο το χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής, με την εκμίσθωσή του σε τρίτους και τη λήψη των μισθωμάτων χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, αφού οι λοιποί συγκύριοι "γνώριζαν και συμφωνούσαν" ότι το επίδικο τμήμα του κοινού ακινήτου "ανήκει στην κατοχή και χρήση" των εναγομένων.
Με την 135/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου η αγωγή έγινε δεκτή και κατόπιν εφέσεως που άσκησαν κατ'αυτής οι εναγόμενες, με τους λόγους της οποίας επανέφεραν τους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 9/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου., με την οποία μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, τα εξής : "...
Οι εναγόμενες είναι συγκύριες κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστη μιας οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου επιφανείας 136,66 τ.μ., που βρίσκεται στο λιμάνι της Ναυπάκτου ... η οποία αποτελείται από υπόγειο επιφανείας 136,66 τ.μ., ισόγειο επιφανείας 136,66 τ.μ. και Α' πάνω από το ισόγειο όροφο επιφανείας 108,08 τ.μ. Οι ενάγοντες είναι επίσης κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και ειδικότερα κατά ποσοστό 3/32 ο πρώτος, 2/32 η δεύτερη και 3/32 η τρίτη εξ αδιαιρέτου συγκύριοι της ανωτέρω οικοδομής , ενώ κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαρέτου συγκύριοι είναι και ο Μ.
Τ. του Ν., και ο Α. Τ. Ν. και η Μ. χήρα Ν. Τ.. Στις εναγόμενες το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατρός τους, Ι. Τ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1988 αδιάθετος και εν συνεχεία λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της μητρός τους, Ε. Τ. που αποβίωσε το έτος 2001 και στην οποία είχε περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της Ι.
Τ.. Την ανωτέρω κληρονομιαία περιουσία αποδέχθηκαν οι εναγόμενες με την υπ'αριθμ. 2115/1988 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ... και την υπ'αριθμ. 16190/2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς... νόμιμα μεταγεγραμμένες στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες απέκτησαν το ανωτέρω ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά από κληρονομική διαδοχή και δη από κληρονομιά του συζύγου και πατρός τους, Ε.
Τ. του Μ., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1998, την οποία κληρονομιά οι ενάγοντες αποδέχθηκαν με την υπ'αριθμ. 7164/2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς.... νόμιμα μεταγεγραμμένη ... Επίσης, στην Μ. χα Ν. Τ., στον Μ. Τ. και στον Α. Τ., κατά τα ανωτέρω ποσοστά του 1/4 εξ αδιαιρέτου περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο λόγω κληρονομικής διαδοχής του συζύγου και πατρός τους, Ν.
Τ., ο οποίος αποβίωσε αδιάθετος το έτος 2007. Οι ανωτέρω, Ε. Τ. του Μ. και Ν. Τ., απέκτησαν τη συγκυριότητα του ανωτέρω ακινήτου κατά το ποσοστό1/4 εξ αδιαιρέτου , ήτοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από κληρονομιά του θείου τους, Α. Τ. του Γεωργίου, ο οποίος αποβίωσε το έτος 1977, το δε άλλο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκε στην συγκυριότητα του αδελφού τους Ι.
Τ. του Γ. (πατρός των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών), ενώ οι Α. και Ι. Τ. απέκτησαν την συγκυριότητα του ανωτέρω ακινήτου κατά τα ανωτέρω ποσοστά από κληρονομιά του θείου τους Γ. Τ.. Σημειωτέον ότι την κυριότητα των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων αυτών (εναγόντων) επί του ανωτέρω επίδικου ακινήτου, οι εναγόμενες δεν την αμφισβητούν ειδικά και σε συνδυασμό με την γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών συνάγεται ότι τη συνομολογούν με αποτέλεσμα να παράγεται γι'αυτήν πλήρης απόδειξη εναντίον του σύμφωνα με τα άρθρα 261 εδ.
β συνδ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (ενάγοντες και εναγόμενες) αποδέχθηκαν, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, την ως άνω επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με δημόσιο (συμβολαιογραφικό) έγγραφο, και μετέγραψαν την αποδοχή αυτή και συνεπώς , κατέστησαν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων κατά τα ανωτέρω ποσοστά, κατά τρόπο παράγωγο...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 1977, με κοινή άτυπη προφορική συμφωνία, που πραγματοποιήθηκε στη Ναύπακτο μεταξύ των τότε συγκυρίων Ε. Τ. (πατέρα των εναγόντων), Ν. Τ. και Ι. Τ. συμφωνήθηκε ο Ι. Τ. (πατέρας των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών) να λάβει στην κυριότητά του τμήμα του υπογείου προς νότο και τμήμα του ισογείου καταστήματος προς νότο, καθώς και δύο δωμάτια του Α' ορόφου, ενώ τα δύο αδέρφια Ε.
και Ν. Τ. έλαβαν στην συγκυριότητά τους όλο το υπόλοιπο ακίνητο. Επίσης ο Ι. Τ. (πατέρας των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών), για το δικό του τμήμα (το προς νότο κατάστημα) τοποθέτησε ξεχωριστή παροχή ρεύματος και νερού στο δικό του όνομα, όπως προκύπτει και από τη σχετική... βεβαίωση της ΔΕΔΔΗΕ και τους σχετικούς λογαριασμούς...
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από τη μαρτυρική κατάθεση της Μ. Τ., συζύγου Ν. Τ., η οποία αναφέρει ότι ο σύζυγος της χρησιμοποιούσε το προς βορρά τμήμα και μαζί με τον αδελφό του Ε. Τ., πατέρα των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, χρησιμοποιούσαν όλο το υπόλοιπο ακίνητο πλην του νοτίου τμήματος, ενώ καταθέτει με σαφήνεια ότι το έτος 1977 έλαβε χώρα άτυπη προφορική συμφωνία μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής, δυνάμει της οποίας το προς νότο κατάστημα συμφωνήθηκε να το χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο πατέρας των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών, Ν.
Τ.. Εξάλλου, σύμφωνα με το υπ'αριθμ. 6/2017 συμβόλαιο ... , οι συνιδιοκτήτες του όλου ακινήτου, με το νέο πλέον συνιδιοκτήτη, Α. Κ. (αγοραστή του μεριδίου των εναγόντων), συνέστησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες και κατένειμαν αυτές μεταξύ τους, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί με την προφορική άτυπη συμφωνία του έτους 1977, ήτοι οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες να λάβουν το προς νότο κατάστημα και ο αγοραστής των εναγόντων έλαβε τον Α όροφο, οι δε λοιποί συνιδιοκτήτες το προς βορρά ισόγειο κατάστημα και το αντίστοιχο τμήμα του υπογείου.
Με την άτυπη δηλαδή αυτή διανομή συμφωνήθηκε το κατάστημα προς νότο με το προς νότο τμήμα του υπογείου να περιέλθουν εφεξής κατ' αποκλειστική κυριότητα στον πατέρα των εναγομένων και ήδη στις εναγόμενες ως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι οποίες κατά το χρόνο παράδοσης της νομής των επίδικων ακινήτων σε αυτές από τον ανωτέρω συγκληρονόμο πατέρα τους παρέλαβαν αυτά και έκτοτε κατείχαν τα επίδικα τμήματα του ακινήτου τους μόνες τους, με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων, συννομέων και συγκατόχων , ασκώντας επ'αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 2013 (άσκηση της κρινόμενης αγωγής) και συγκεκριμένα τα εκμίσθωναν, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα...".
Μετά από αυτά, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναλυτική μνεία των συμβάσεων επαγγελματικών μισθώσεων των επιδίκων τμημάτων του ακινήτου με βάση τις οποίες οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες εκμίσθωναν τα επίδικα τμήματα του ακινήτου σε τρίτους μισθωτές συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1988 μέχρι και το έτος 2012, συνεχίζει το Εφετείο ότι " Ενώ όμως έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τότε, οι ενάγοντες , έχοντας για τους δικούς τους λόγους μεταβάλει πλέον τη βούλησή τους για την κατά τα ανωτέρω ατύπως γενόμενη διανομή του έτους 1977, δεδομένου μάλιστα ότι αυτή ουδέποτε επικυρώθηκε τυπικά με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή μεταξύ των συγκληρονόμων, κοινοποίησαν στις εναγόμενες την από 1-2-2013 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση- διαμαρτυρία με την οποία , επικαλούνταν για πρώτη φορά δικαίωμα κοινωνίας επί του ανωτέρω τμήματος ακινήτου (καταστήματος), καθώς και δικαίωμα αποζημίωσης χρήσης από την εκμετάλλευση και ωφέλεια που αποκόμισαν οι εναγόμενες από τη χρήση του.
Ωστόσο, οι εναγόμενες πρόλαβαν να καταστούν αποκλειστικές συγκύριες του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο πρωτότυπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι από το έτος 1977 είχαν συμπληρώσει την απαιτούμενη εκ του άρθρου 1045 ΑΚ εικοσαετία στη νομή του επίδικου ακινήτου προσμετρώντας στη δική τους νομή και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους.
Σημειωτέον ότι οι ενάγοντες μέχρι το έτος 2013 ουδέποτε αμφισβήτησαν την ως άνω άτυπη εξώδικη διανομή του έτους 1977.
Συνεπώς οι εναγόμενες είχαν καταστεί συγκυρίες εξ αδιαιρέτου του επιδίκου καταστήματος ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστη. Οι τελευταίες (εναγόμενες) οποιαδήποτε διακατοχική πράξη ενεργούσαν σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο όπως εκμίσθωση δεν την ενεργούσαν επ' ονόματι και των άλλων συγκυρίων, καθόσον αποδεικνύεται ότι είχαν γνωστοποιήσει στους ενάγοντες ότι νέμονταν το επίδικο ακίνητο ως αποκλειστικές συγκύριες, δεδομένου ότι από το συνδυασμό των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 983, 994, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο συγκύριος κατέχει ολόκληρο το ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και των άλλων συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν να καταστήσει γνωστό σε αυτούς ότι νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο τούτο , αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος, γενικότερα δε η απώλεια της νομής δεν επέρχεται για το νομέα, πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου του...
Δηλαδή αποδείχθηκε , ότι οι εναγόμενες είχαν καταστήσει γνωστό στους ενάγοντες, καθ'οιονδήποτε τρόπο, ήτοι ρητώς ή με πράξεις που φανέρωναν μια τέτοια βούλησή τους, ότι νέμονται το ανωτέρω τμήμα του ακινήτου αποκλειστικά για τον εαυτό τους, αφού οι εναγόμενες δεν έδιναν το μερίδιο τους από τα μισθώματα που εισέπρατταν στους ενάγοντες, ενώ προέκυψε εκούσια αποξένωση των εναγόντων από το επίδικο κατάστημα.
Επομένως την επ'αυτού συννομή οι εναγόμενες ασκούσαν όχι για λογαριασμό των ετέρων συγκυρίων εναγόντων του ακινήτου, αλλά με τη βούληση να έχουν το προς νότο κατάστημα για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό, αφού άλλωστε δεν γνωστοποίησαν στους συγκοινωνούς - ενάγοντες τέτοια μεταστροφή της βούλησής τους, την οποία και δεν επικαλούνται, να νέμονται το προς νότο ακίνητο κατάστημα και στο όνομα των ετέρων συγκυρίων...".
Στη συνέχεια των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) κατά της 135/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή και διακράτησε προς εκδίκαση την αγωγή, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι με τις παραδοχές της ότι οι εναγόμενες κατέστησαν συγκυρίες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα κοινού ακινήτου και συγκεκριμένα διώροφης οικοδομής , για την οποία δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 953,954,993,1002,1117 ΑΚ , 1, 14 του Ν. 3741/1929 ,1,2 του Ν. 1024/1971, 1, 6 του Ν. 1562/1985 και 480 Α' του ΚΠολΔ Ειδικότερα, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Εφετείο, δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία επί τμήματος ή διαμερίσματος ορόφου οικοδομής, ακόμη κι αν αυτό είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, αν δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, που συστήνεται μόνο με δικαιοπραξία ή με δικαστική απόφαση, ενώ δεν είναι δυνατή η σύστασή της με έκτακτη ή τακτική χρησικτησία.
Επί πλέον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 785, 787, 788, 789, 1113 και 1115 ΑΚ, δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι το έτος 1977 με άτυπη συμφωνία (άτυπη διανομή) μεταξύ των αρχικών συγκυρίων του κοινού ακινήτου, συμφωνήθηκε να περιέλθει εφεξής κατ'αποκλειστική κυριότητα στον πατέρα και δικαιοπάροχο τούτων το επίδικο ακίνητο (κατάστημα προς νότο με το προς νότο τμήμα του ισογείου), ενώ, αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε σωστά ,θα έκρινε ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, αφού δεν έγινε, ως έδει, με νόμιμα μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν αντίστοιχα πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι, ότι το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "οι οποίες αποτελούν αποδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα δια χρησικτησίας" έλαβε υπόψη του "πράγματα" και συγκεκριμένα ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης "ο οποίος δεν προτάθηκε ..." από τις αναιρεσίβλητες "ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε ως λόγος εφέσεως".
Επίσης, ότι με τις ίδιες παραδοχές το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι του όλου ακινήτου, μη αμφισβητούμενης της συγκυριότητάς τους από τις αναιρεσίβλητες, στη συνέχεια δέχθηκε, ότι οι τελευταίες έγιναν συγκύριες του επίδικου τμήματος τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενες τούτο για λογαριασμό τους, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, με την προσμέτρηση της νομής επ' αυτού του δικαιοπαρόχου τους, γεγονός που είχαν καταστήσει γνωστό στους αναιρεσείοντες, χωρίς να αναφέρει ποιες συγκεκριμένες πράξεις νομής άσκησαν σε αυτό και ποιος ακριβώς ήταν ο χρόνος γνωστοποίησης στους ίδιους ότι νέμονται το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό τους, ώστε να μπορεί να συναχθεί με ακρίβεια ο χρόνος συμπλήρωσης της χρησικτησίας στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων.
Σύμφωνα όμως με τα όσα ήδη εκτέθηκαν, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με την αγωγή τους δεν αιτήθηκαν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του κοινού ακινήτου, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα, περιστατικά τα οποία, άλλωστε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αμφισβητήθηκαν από τις αναιρεσίβλητες. Αντίθετα, ως συγκύριοι και συνεπώς συγκοινωνοί του κοινού ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα, με το ιστορικό ότι οι επίσης συγκύριες - συγκοινωνοί του κοινού ακινήτου αναιρεσίβλητες ποιούσαν αποκλειστική χρήση του επίδικου τμήματος τούτου, αξίωσαν αποζημίωση χρήσης του και ειδικότερα , ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος (ωφελήματα) που οι αναιρεσίβλητες αποκόμισαν από την αποκλειστική χρήση του και το οποίο συνίσταται στα μισθώματα που αυτές λάμβαναν από την εκμίσθωσή του σε τρίτους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα.
Συνεπώς, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν η αξίωση των αναιρεσειόντων για καταβολή αποζημίωσης χρήσης (μισθώματα) λόγω της χρησιμοποίησης κοινού ακινήτου αποκλειστικά από τις αναιρεσίβλητες, δηλαδή ότι με βάση άτυπη συμφωνία μεταξύ των αρχικών συγκυρίων του όλου ακινήτου ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1977 και στη συνέχεια οι ίδιες ποιούσαν αποκλειστική χρήση του επίδικου τμήματος του κοινού ακινήτου , ασκώντας επ'αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 2013 (άσκηση της κρινόμενης αγωγής), το οποίο εκμίσθωναν σε τρίτους, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από οποιονδήποτε, καθώς είχαν καταστήσει στους αναιρεσείοντες γνωστή την πρόθεσή τους να το κατέχουν και να το νέμονται αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό, αποτελούν τις κύριες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της.
Οι περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, της απόκτησης πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας της κυριότητας του επιδίκου τμήματος του κοινού ακινήτου από τις αναιρεσίβλητες, διότι από το έτος 1977 είχαν συμπληρώσει την απαιτούμενη εκ του άρθρου 1045 ΑΚ εικοσαετία στη νομή τούτου προσμετρώντας στη δική τους νομή και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους είναι πλεοναστικές, καθόσον ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για την πιο πάνω κρίση του Εφετείου, δοθέντος μάλιστα, όπως ήδη εκτέθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητες, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου , όσο και με την έφεσή τους, δεν προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό που όφειλε να απαντήσει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι δεν προέβαλαν ισχυρισμό περί απόκτησης της κυριότητας του επίδικου τμήματος του κοινού ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, ,οι λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττονται αποκλειστικά οι προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις οποίες δεν δημιουργείται δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 επ. του ίδιου Κώδικα, ώστε να τίθεται ζήτημα ανατροπής του, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 9/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. 6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.9.2019 αίτηση για αναίρεση της 9/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ