Supreme Court dismisses appeal in expropriation case, upholding lower court's award of legal costs under specific statute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Single Court of Appeals' decision regarding legal costs in an expropriation case. The Government argued that the Single Court erred by applying Article 559 of the Civil Procedure Code instead of Article 22 of Law 3693/1957 to calculate costs. The Court rejected this, ruling that the Single Court correctly applied the expropriation-specific statute to ensure full compensation for the claimants' legal expenses, thereby complying with the Constitution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 189, 191 of the Civil Procedure Code; Article 22 of Law 3693/1957; Article 17 of the Constitution: In expropriation proceedings, legal costs must be calculated according to the specific expropriation statute to ensure full compensation, rather than the general civil procedure rules which would fragment the claimant's costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 4 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Α., 2) Μ. χας Α. Π., το γένος Κ. Β., 3) Ε. συζ. Κ. Τ., το γένος Α. Π. και 4) Κ. Τ. του Λ., κατοίκων …, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ανδριανή Συκωτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2011 μη οριστική και 240/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Βλάχου διάβασε την από 12-9-2018 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ελένης Φραγκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την εν όλω αναίρεση της υπ' αριθμ. 207/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001, το οποίο, κατ' άρθρ. 37 εδάφ.
α' του αυτού νόμου, δεν εφαρμόζεται στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν μέχρι τότε συντελεστεί (ΟλΑΠ 7/2013). Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 4 του ν. 2971/2001 τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977 ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "Συντελεσθείσης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η προς είσπραξιν της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως αξίωσις κατά του υποχρέου εις καταβολήν αυτής παραγράφεται μετά δεκαετίαν, αρχομένην από της καταλήψεως του απαλλοτριωθέντος, βεβαιουμένης διά συντασσομένης εκθέσεως καταλήψεως αυτού ή καθ' οιονδήποτε έτερον τρόπον, ή από της, μετ` αυτήν, καταθέσεως, κατά το άρθρον 8 του παρόντος, της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, εκτός εάν δικαιούχος είναι το Δημόσιον ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου", ενώ κατά το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 2882/2001, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4070/2012, το οποίο, κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου (2882/2001), εφαρμόζεται και επί των απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, "μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε προσωρινώς ή οριστικώς, παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε".
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και έχουν συντελεστεί πριν το ν. 2882/2001, η αξίωση του δικαιούχου για είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή με αφετηρία την κατάληψη του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 197/2012).
Η παραγραφή αυτή, όταν υπόχρεος είναι το Δημόσιο, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια της ουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και ήδη 144 εδ. δ' ν. 4270/2014. Με το άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4070/2020 (ΦΕΚ Α' 82/10-4-2012) η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001 αντικαταστάθηκε ως προς το εδ. α' ως εξής "η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7", ενώ με την παρ. 7 του άρθρου 146 των μεταβατικών διατάξεων του ν. 4070/2012 ορίστηκε ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001, όπως ως άνω αντικαθίσταται, ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του (10-4-2012) απαλλοτριώσεις και εφόσον δεν μπορεί να αποδειχθεί ο χρόνος καταλήψεως του ακινήτου, η προθεσμία παραγραφής δεν συμπληρώνεται προ της παρόδου έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4070/2012 η νέα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001 τέθηκε προκειμένου να θεσπιστεί μια ευχερώς αποδεικνυόμενη αφετηρία της σχετικής προθεσμίας παραγραφής, όπως είναι ο χρόνος συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επειδή σε πολλές περιπτώσεις η απόδειξη του χρόνου κατάληψης της απαλλοτριούμενης έκτασης και κατ' επέκταση έναρξης της παραγραφής είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής, ενώ περιέλαβε και τις ήδη συντελεσμένες κατά την 10-4-2012 απαλλοτριώσεις με στόχο να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον με την εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων μέσα σε εύλογο χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της αποζημίωσης είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει έγκαιρα για την είσπραξή της.
Στις μεταβατικές διατάξεις του ν. 4070/2012 δεν υπάρχει πρόβλεψη περί εφαρμογής της νέας διάταξης και επί αξιώσεων που απορρέουν από απαλλοτριώσεις που είχαν συντελεστεί μεν έως τη δημοσίευσή του αλλά είχαν ήδη εισαχθεί σε δίκη και η σχετική αγωγή είχε συζητηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε συνάγεται τέτοια αναδρομικότητα από το όλο περιεχόμενο της σχετικής μεταβατικής διάταξης (άρθρο 146 παρ. 7 του ν. 4070/2012).
Εάν δε ο νομοθέτης ήθελε τέτοια αναδρομική εφαρμογή θα εξέφραζε σαφώς τη σχετική βούλησή του, ρυθμίζοντας παράλληλα και την τύχη των εκκρεμών δικών.
Συνεπώς, η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4070/2012, δεν εφαρμόζεται επί υποθέσεων που κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου (10-4-2012) είχαν ήδη εισαχθεί και συζητηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 6-8-2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ζήτησαν την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας για την αναφερόμενη σ' αυτή ιδιοκτησία τους που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθμ.
Δ. 1109026/7458/0010/1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ για λόγους δημόσιας ωφέλειας (ζεύξη Ακτίου-Πρέβεζας) και θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη και την καταβολή σ' αυτούς αποζημίωσης, σύμφωνα με τη δικαστικά καθορισθείσα οριστική τιμή, συνολικού ποσού 52.912,69 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η μη οριστική 277/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας που ανέστειλε τη δίκη προκειμένου να επιλυθεί νομικό ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και εν συνεχεία η 240/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί δεκαετούς (από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης με την παρακατάθεση της αποζημίωσης στις 29-4-1998 δυνάμει του υπ' αριθμ. 16671/29-4-1998 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 508 Δ/17-7-1998 έως την επίδοση της αγωγής στις 10-9-2009) παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων, υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει στους ενάγοντες την αιτηθείσα αποζημίωση και τη δικαστική τους δαπάνη κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001.
Κατά της τελευταίας απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 25-9-2012 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επαναφέροντας τους πρωτόδικους ισχυρισμούς του, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 207/2014 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου (προσβαλλομένη).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και συνεπώς δικαιούνται να αποζημιωθούν για το απαλλοτριωθέν τμήμα της ιδιοκτησίας τους παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 έως 6 του ν. 653/1977 και 33 παρ. 1 έως 4 του ν. 2971/2001, γιατί στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού του παρόδιου ιδιοκτήτη ως ωφελούμενου από το έργο της απαλλοτρίωσης και ως αυτοαποζημιούμενου, οι δε αιτιολογίες που διέλαβε είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί έλλειψης αιτιολογίας το Εφετείο "δεν απάντησε με τις παραδοχές του στα ζητήματα: 1) ποιές είναι οι αρχικές διαστάσεις του ακινήτου αλλά και οι μετά την απαλλοτρίωση διαστάσεις του τμήματος του ακινήτου που παρέμεινε εκτός της απαλλοτρίωσης (βάθος και μήκος προσώπου σε οδό, κλπ) και ποιές οι θεσπιζόμενες δυνατότητες χρήσης του, 2) για ποιό λόγο τυχόν υψομετρική διαφορά μεταξύ εναπομένουσας ιδιοκτησίας και της διανοιγόμενης κεντρικής αρτηρίας, καθιστά το βαρυνόμενο ακίνητο μη ωφελούμενο αφού έχει άμεση πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο και μέσω αυτού μπορούν να μεταβούν στον αναφερόμενο στην απόφαση οικισμό, 3) ποιες είναι οι επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσης της ένδικης ιδιοκτησίας σύμφωνα με τον προορισμό της".
Ως προς την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την Δ1009026/7458/0010/1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του έργου "Ζεύξη Πρέβεζας-Άκτιου" μετά των προσβάσεών της και τη σύνδεσή της με την εθνική οδό Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, έκτασης συνολικής επιφάνειας 16.425 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Γεώργιος - Παντοκράτορας" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πρέβεζας εκτός σχεδίου πόλεως και εντός ζώνης αντικειμενικού προσδιορισμού, όπως η έκταση αυτή απεικονίζεται στο από Απριλίου 1997 κτηματολογικό διάγραμμα και τον επ' αυτού κτηματολογικό πίνακα της ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων - Μεγάλων Έργων Δυτικής Ελλάδος,...
Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται και το αναφερόμενο στα ανωτέρω στοιχεία κτηματογράφησης με αριθμό 16δ ακίνητο του οποίου απαλλοτριώνεται έκταση 1.125 τμ. ...Με την 32/1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης το ποσό των 18.000 δραχμών, ήτοι 52,83 ευρώ, ενώ με την 413/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 20.000 δραχμών ήτοι 58,69 ευρώ ανά τμ.
Επίσης με την 342/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες κρίθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και μετά τη συντέλεσή της κατέβαλε στους ενάγοντες αποζημίωση μόνο για τα 223,5 τετραγωνικά μέτρα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ενώ για τα υπόλοιπα 901,5 τετραγωνικά μέτρα δεν τους κατέβαλε αποζημίωση επειδή θεωρεί ότι είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και ότι βαρύνονται με συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου.
Η εν λόγω απαλλοτρίωση για το συγκεκριμένο έργο ναι μεν επέφερε γενικώς πλεονεκτήματα υπό μορφή αξιοποιήσεως της όλης περιοχής ή σε κάθε περίπτωση έθεσε τις βάσεις εφαρμογής μελλοντικών σχεδίων αξιοποίησής της, πλην όμως για την απαλλοτρίωση της προκείμενης ιδιοκτησίας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω πλεονεκτήματα και μάλιστα αμάχητα.
Και τούτο διότι η οδός στο συγκεκριμένο σημείο παρουσιάζει υψομετρική διαφορά 1-2 μέτρων περίπου σε σχέση με την επιφάνεια της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας και επιπλέον είναι οδός "κλειστή" με μπάρες κράσπεδο, καθώς πρόκειται για οδό ταχείας κυκλοφορίας, το δε ακίνητο των εναγόντων βρίσκεται δίπλα ακριβώς από τη ράμπα εισόδου της υπόγειας σήραγγας, πλησίον, δηλαδή, του σημείου όπου η εν λόγω εθνική οδός βυθίζεται προοδευτικά και συναντά την υποθαλάσσια σήραγγα και συνεπώς οι ενάγοντες δεν έχουν πρόσωπο επί της οδού αυτής ούτε άμεση πρόσβαση σε αυτή.
Εξάλλου το ακίνητο των εναγόντων πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσοψη επί σαράντα περίπου μέτρων επί της δημοτικής οδού που οδηγούσε από την πόλη της Πρέβεζας στον Παντοκράτορα, μετά όμως την απαλλοτρίωση οι ενάγοντες πρέπει να διανύσουν περί τα 200-250 μέτρα μέσω παράπλευρης οδού για να μεταβούν στον οικισμό Παντοκράτορα...Επομένως, οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι συγκύριοι κατά τα παραπάνω ποσοστά της υπόλοιπης 901,5 τμ, δεν θεωρούνται ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 653/1977, ώστε να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο και ως εκ τούτου δικαιούνται να λάβουν το ποσό που αντιστοιχεί στην υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση των 901,5 τμ της ιδιοκτησίας τους, ήτοι το συνολικό ποσό των 52.912,69 ευρώ...".
Κατόπιν αυτού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος. Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, που εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, αφού, κατά τις παραδοχές της, η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε και συντελέστηκε πριν την ισχύ του ν. 2971/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και επαρκείς, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων που απομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών που αφορούν κυρίως τη μη απόκτηση προσώπου και την αδυναμία πρόσβασης από το εδαφικό τμήμα που εναπομένει μετά την απαλλοτρίωση στη διανοιγόμενη "κλειστή" και με υψομετρική διαφορά οδό ταχείας κυκλοφορίας, κατέληξε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η απαλλοτριωμένη επίδικη ιδιοκτησία ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη οδού για τη ζεύξη Ακτίου-Πρέβεζας και ότι δεν υφίσταται γι' αυτή τεκμήριο ωφέλειας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύονται στην προσβαλλομένη οι διαστάσεις του αρχικού ακινήτου και του εναπομείναντος, ούτε οι δυνατότητες χρήσης του και οι επιπτώσεις του έργου της απαλλοτρίωσης σ' αυτές, γιατί αυτά τα προσδιοριστικά στοιχεία δεν απαιτούνταν για να χαρακτηριστεί ο παρόδιος ιδιοκτήτης ως ωφελούμενος κατά το ν. 653/1977, ο οποίος αρκείται μόνον στην απόκτηση προσώπου του ακινήτου στη νέα οδό ώστε ο παρόδιος ιδιοκτήτης να θεωρηθεί ωφελούμενος, σε αντίθεση με το μεταγενέστερο ν. 2771/2001 που απαιτεί τα διευρυμένα κριτήρια για τα οποία αιτιάται το αναιρεσείον, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένστασή του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων προς αποζημίωση λόγω παρόδου δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης στις 17-7-1998 με τη δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως της οικείας ανακοίνωσης παρακατάθεσης αποζημίωσης (ΦΕΚ Δ'508/17-7-1998) έως την επίδοση της αγωγής, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν.δ. 797/1971, 10 και 29 παρ. 3 του ν. 2882/2001, 126 παρ. 4 και 146 παρ. 7 του ν. 4070/2012 και 94 του ν. 2362/1995.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ή αυτοαποζημίωσης ...δεν υπόκειται στη γενική παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου (το αναιρεσείον είχε προτείνει και πενταετή παραγραφή)...αλλά σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001 που εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από την 1η Φεβρουαρίου 1971 κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ίδιου ν. 2882/2001 και έχουν συντελεστεί πριν από τον τελευταίο νόμο (2882/2001), όπως εν προκειμένω, μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε...Στην προκείμενη περίπτωση το εναγόμενο προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση, την οποία επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσής του α) η ένδικη αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στην πενταετή άλλως δεκαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από...άλλως από...άλλως από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα στις 29-4-1998 με την παρακατάθεση του ποσού της αποζημίωσης ή από τη ν ημέρα δημοσίευσης (17-7-1998) του σχετικού γραμματίου πληρωμής στο υπ' αριθμ. 508/17-7-1998 ΦΕΚ τεύχος Δ' και β)...αφού από τους ως άνω χρόνους μέχρι την άσκηση της αγωγής που έλαβε χώρα στις 10-9-2009 έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής.
Ενόψει όσων εκτέθηκαν η ένδικη αξίωση... αφορά την ανατροπή τεκμηρίου ωφέλειας παρόδιας ιδιοκτησίας των εναγόντων από την επίδικη απαλλοτρίωση και την καταβολή αποζημίωσης για το τμήμα αυτό και γι' αυτή ισχύει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες η δεκαετής παραγραφή που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου.
Επομένως η προβληθείσα ένσταση παραγραφής του εναγομένου κατά το τελευταίο σκέλος αυτής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η επικαλούμενη δεκαετής παραγραφή δεν αρχίζει από τα χρονικά σημεία που επικαλείται το εναγόμενο αλλά από την κατάληψη του ακινήτου. Σε κάθε δε περίπτωση κι αν ακόμη θεωρηθεί ότι αρκεί για το ορισμένο και νόμιμο της ένστασης η επίκληση απλά παρέλευσης της δεκαετίας, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο χρόνος κατάληψης του ακινήτου των εναγόντων, ώστε να ερευνηθεί ότι έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής (επίδοση στο εναγόμενο στις 29-9-2009) συμπληρώθηκε η προαναφερθείσα δεκαετής παραγραφή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως μη νόμιμη ορθά τις παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε". Με το να αποφανθεί έτσι το Εφετείο, ήτοι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων λόγω παρόδου δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης έως την επίδοση της αγωγής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 σε συνδ.
με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001, ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4070/10-4-2012 και 10 του ν.δ. 797/1971, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4070/10-4-2012, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, γιατί κατά τη δημοσίευση του ν. 4070/2012 η ως άνω αξίωση των εναγόντων είχε εισαχθεί σε δίκη, η δε σχετική αγωγής τους είχε ήδη συζητηθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εκδοθεί η 277/2011 απόφαση αυτού περί αναβολής της συζήτησης (εωσότου εκδοθεί απόφαση επί εκκρεμούς ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου νομικού ζητήματος).
Σε συνέχεια δε της ίδιας ενιαίας συζήτησης (αρχικής και συνεχιζόμενης) εκδόθηκε η 240/2012 οριστική απόφαση του ίδιου (πρωτοβάθμιου) Δικαστηρίου. Όσον αφορά στην αιτίαση περί παραβίασης και "της διάταξης του άρθρου 94 του ν. 2362/1995", "Δημόσιο Λογιστικό, 'Ελεγχος Δαπανών κ.λ.π." ανεξάρτητα από την αοριστία του ως άνω λόγου αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό, εφόσον το αναιρεσείον δεν αναφέρει το αποδιδόμενο στο Μονομελές Εφετείο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, πρέπει να λεχθεί ότι το Εφετείο, ερευνώντας την ένσταση παραγραφής στο πλαίσιο και της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 1 του ως άνω ν. 2362/1995 ορθώς την έκρινε μη νόμιμη και την απέρριψε για το λόγο αυτό με την αιτιολογία ότι εφόσον η ένδικη αξίωση δεν αφορά αποζημίωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, η οποία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, αλλά αφορά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας ιδιοκτησίας των εναγόντων από την επίδικη απαλλοτρίωση και την καταβολή της αποζημίωσης για το τμήμα αυτό, στην οποία ισχύει η δεκαετής παραγραφή που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου, η προβληθείσα ένσταση παραγραφής του εναγομένου κατά το τελευταίο σκέλος αυτής, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού ενόψει του ανωτέρω αντικειμένου της δίκης, δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω οι διατάξεις περί πενταετούς παραγραφής ότι ο χρόνος κατάληψης δεν αποδείχθηκε.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".
Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να περιέλθει ακέραιη στο δικαιούχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974 και ήδη άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, η δικαστική δαπάνη:
α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται. Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στον δικαιούχο ακέραιο.
Μέρος της αποζημίωσης αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.
Συνεπώς, τα έξοδα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 του ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και γι' αυτό πρέπει να επιδικάζονται εις βάρος του υποχρέου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.
Η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954 και ήδη άρθρο 63 επ. ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και συνακόλουθα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως ο παραπάνω υποβάλλεται.
Η δίκη περί αποζημίωσης λόγω ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας από τη μη καταβολή αποζημίωσης που έχει προσδιοριστεί και συνεπώς ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις που εφαρμόζονται στην δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 του ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κώδικα Δικηγόρων.
Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του ν. 3693/1957, γιατί έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει. Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υποχρέου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 423/2019, ΑΠ 267/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1, ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το τελευταίο με το να δεχτεί ότι η δικαστική δαπάνη επί της ενδίκου αγωγής των αναιρεσιβλήτων καθορίζεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, η οποία εφαρμόζεται μόνο στις δίκες περί προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης εκ της απαλλοτρίωσης και όχι εκείνη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 που εφαρμόζεται σε δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία και να απορρίψει το σχετικό λόγο της έφεσής του, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί η παρούσα δίκη έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και το Εφετείο ορθά εφάρμοσε για τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην δίκη της απαλλοτρίωσης και όχι εκείνη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους, οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ανδριανή Συκωτάκη και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, οι δε 3η και 4ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξιο Αθανασόπουλο και κατέθεσαν, επίσης, κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001, εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5/12-2-2015) αίτηση για αναίρεση της 207/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για κάθε ομάδα εξ αυτών, που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ