4/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 4 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2020
Legislator headnote
AI generated4/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 4 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2020
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 4 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από 1-1-2017 από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ", εδρεύουσας ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Διοικητή της, ειδικότερα δε εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου, που κατοικοεδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ντούμο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ως άνω εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της Μ. Κ. και Σ. Κ. και η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 27-11-2008 προσεπίκληση - αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και την από 6-2-2009 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2158/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2768/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ.3 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 880/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (ΑΠ 1295/2019). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως του ανακόπτοντος απευθύνεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ της καθής η ανακοπή ομόρρυθμης εταιρείας. Ωστόσο, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι της αναίρεσης δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, η απευθυνόμενη κατά της ανωτέρω αναιρεσίβλητης αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου η ως άνω αναιρεσίβλητη να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναίρεσης) η τελευταία νομίμως παρίσταται, ζητώντας να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική της δαπάνη.
Aπό τον συνδυασμό των άρθρων 30, 32-34 του ΚΕΔΕ (ν.δ.356/1974), όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 67 παρ.1,2 του ν. 3842/2010, και τις συμπληρωματικώς, κατ' επιταγή του άρθρου 89 αυτού, εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Δημόσιο, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτού κατά οφειλέτη του, μπορεί να κατάσχει στα χέρια τρίτου το ποσό που αυτός οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή, αν ο τρίτος ισχυρίζεται, ότι δεν οφείλει ή αρνείται να καταβάλει την κατασχεθείσα χρηματική απαίτηση στο Δημόσιο, έχει υποχρέωση να προβεί αρμοδίως σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. Κατά της αρνητικής αυτής δηλώσεως ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή της περιελεύσεως της εκθέσεως για την ενώπιόν του Ειρηνοδίκη γενόμενη δήλωση. Κύριο αντικείμενο της τελευταίας ανακοπής είναι η ύπαρξη και η έκταση της οφειλής του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου (ΑΠ 161/2011, ΑΠ 1182/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, 1725/2014). Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτό. Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ' ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2. Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη". Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει. Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1447/2018, ΑΠ 1564/2017), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1168/2015 ). Επομένως, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναγγελία ο οφειλέτης δεν δικαιούται, πλέον, να καταβάλει την απαίτηση ούτε στον αρχικό δανειστή (εκχωρητή), ούτε σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έλκουν δικαιώματα από έννομη σχέση με τον εν λόγω δανειστή, αλλά οφείλει να καταβάλει το ποσό της απαιτήσεως μόνον στον εκδοχέα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), όπως ίσχυε, κατά το χρόνο επιβολής της ένδικης κατασχέσεως, πριν αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 28 του Ν. 4151/2013 και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 παρ. 1 του ν. 4270/1914, "1. Η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προυποθέσεων οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς: α) στον υπουργό, ο οποίος είναι καθ` ύλην αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου), όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. 2..., 3..., 4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τοιαύτης εκχωρήσεως πρέπει, επι ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμασυντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου εγγράφου. 5. Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα". Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, αυτές αφορούν μόνο τις κατασχέσεις που γίνονται στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου και τις αναγγελίες εκχωρήσεων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, για την εγκυρότητα των οποίων επιβάλλονται οι ως άνω πρόσθετες κοινοποιήσεις του κατασχετηρίου, και συνεπώς δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις εκχωρήσεως απαιτήσεων κατά τρίτων, πλην του Δημοσίου, προσώπων. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 31-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως η Δ. Μ. εκμίσθωσε στην καθής η ανακοπή... πρώτη εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" (ήδη τελούσα υπό εκκαθάριση πρώτη των αναιρεσιβλήτων) ένα ισόγειο κατάστημα.... για το χρονικό διάστημα από 1-6-1998 έως 31-5-2004 με μηνιαίο μίσθωμα 700.000 δραχμές αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 10%.... Η δεύτερη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" έχοντας απαίτηση από την Δ. Μ. ύψους 275.000 ευρώ, από.... σύμβαση στεγαστικού δανείου -επισκευής επαγγελματικής στέγης, συνήψε με αυτή την από 2-8-2006 σύμβαση σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων (από μισθώματα), δυνάμει της οποίας η Δ. Μ., για την εξασφάλιση της πληρωμής του χρέους της, συνέστησε υπέρ της τράπεζας ενέχυρο επί κάθε απαίτησης της ως εκμισθώτριας κατά της ως άνω μισθώτριας εταιρείας, υφιστάμενης ή μελλοντικής για είσπραξη των μη ληξιπροθέσμων εισέτι μισθωμάτων της προαναφερθείσας μίσθωσης που ανέρχονταν στο ποσό των 3.709,29 ευρώ μηνιαίως και ότι αυτό (ενέχυρο) θα επεκτείνονταν και σε κάθε μελλοντική μίσθωση του ανωτέρω ακινήτου που τυχόν θα συνάψει η Δ. Μ. με τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω, με την ως άνω σύμβαση, συμφωνήθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι η ενεχυράζουσα εκμισθώτρια συνεκχωρεί στην ως άνω τράπεζα.... όλα τα εμπράγματα και προσωπικά δικαιώματα και τις σχετικές αγωγές και ενστάσεις κατά της μισθώτριας εταιρείας (αναιρεσίβλητης), ότι η ενεχύραση αυτή επάγεται εκχώρηση της ενεχυραζομένης απαίτησης της ενεχυράζουσας στην τράπεζα, η οποία δικαιούται να εισπράττει [ενν. την ενεχυραζόμενη απαίτηση] χωρίς άλλη διατύπωση σε οποιοδήποτε ποσό αυτή ανέρχεται ή θα ανέλθει για το μέλλον, να μεταφέρει το ποσό της πίστωσης που εισπράττει σε πίστωση οποιουδήποτε λογαριασμού της πρωτοφειλέτη ενεχυράζουσας και ότι σε περίπτωση που εισπράξει από την ενεχυραζόμενη απαίτηση μεγαλύτερο ποσό να συμψηφίζει τη διαφορά με οποιαδήποτε άλλη απαίτηση κατ' αυτής.... Η ως άνω σύμβαση σύστασης ενεχύρου επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή...., με την ιδιότητά της ως μισθώτριας, στις 25-8-2006...,. Μετά την γνωστοποίηση στην καθής η ανακοπή... μισθώτρια εταιρεία της ως άνω συμβάσεως συστάσεως ενεχύρου επί απαιτήσεως από μισθώματα, αυτή κατέβαλε στη... τραπεζική εταιρεία στις 5-9-2006, στις 5-10-2006, στις 17-11-2006 και στις 8-12-2006 τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2006, ποσού 3.707,60 ευρώ έκαστο.... Η προαναφερθείσα σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της εκμισθώτριας Δ. Μ. και της ως άνω καθ' ής η ανακοπή μισθώτριας εταιρείας λύθηκε στις αρχές του έτους 2007,.... Εξάλλου, η Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου, έχοντας ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά της ως άνω εκμισθώτριας Δ. Μ. ποσού 54.925,82 ευρώ για χρέη από φόρους εισοδημάτων των οικονομικών ετών 2001 έως και 2006, προέβη, με την υπ' αριθ.... αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, που επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή..., στις 26-10-2006, σε κατάσχεση στα χέρια της, ως τρίτης, των ποσών που οφείλει ή θα οφείλει στο μέλλον στην ως άνω οφειλέτιδά της,... Στη συνέχεια, η καθής η ανακοπή προέβη, εμπροθέσμως, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ,... στην υπ' αριθ. 10681/2-11-2006 δήλωση τρίτου, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, στην οποία, δήλωσε, μεταξύ των άλλων, ότι κατέβαλλε δυνάμει του από 1-7-1998 Ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως στην Δ. Μ. μηνιαίο μίσθωμα 3.709,29 ευρώ και ότι... από 1-9-2006 σύμφωνα με την επιδοθείσα σ' αυτή στις 25-8-2006 από 2-8-2006 σύμβαση σύστασης ενεχύρου επί απαιτήσεων από μισθώματα μεταξύ της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας "..." και της ως άνω εκμισθώτριάς της Δ. Μ., έπαυσε αυτή να καταβάλει στην ως άνω οφειλέτιδα της Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου εκμισθώτριά της το παραπάνω μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο εκχωρήθηκε από αυτή λόγω οφειλών προς την ως άνω τράπεζα ποσού 275.000 ευρώ και ότι για το λόγο αυτό το καταβάλει από την 1-9-2006 στην ως άνω τραπεζική εταιρεία. Το ανακόπτον (ήδη αναιρεσείον).... με την 28-11-2006 ανακοπή του ισχυρίσθηκε ότι η ως άνω αρνητική δήλωση της καθής η ανακοπή είναι μη νόμιμη και ανακριβής, εκθέτοντας ότι με τη σύσταση ενεχύρου είτε με τις κοινές διατάξεις του ΑΚ είτε με τις διατάξεις του ΝΔ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών", επέρχεται επιβάρυνση της απαίτησης, υπό την έννοια ότι δικαιούχος της απαίτησης εξακολουθεί να είναι ο ενεχυραστής, ο οποίος μπορεί να διαθέτει περαιτέρω την ενεχυρασμένη απαίτηση υπό τον όρο να μη βλάπτονται τα συμφέροντα του ενεχυρούχου δανειστή από την αξία της ενεχυρασμένης απαίτησης, ότι αυτή δεν συνεπάγεται εκχώρηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 455 του ΑΚ υπό την έννοια της αποκοπής κάθε δεσμού με τον αρχικό δικαιούχο και ήδη ενεχυραστή ή ότι αυτή θεωρείται πλέον ως ακατάσχετη και ότι η σύσταση ενεχύρου επί απαιτήσεως δεν συνεπάγεται απόλυτη και οριστική διάθεση της απαίτησης προς την πιστώτρια αλλά περιορισμένη που τα αποτελέσματά της ρυθμίζονται βασικά από το ενεχυριακό δίκαιο και επικουρικά, εφόσον δεν αντιτίθεται σ' αυτό από τις γενικές για την εκχώρηση των απαιτήσεων διατάξεις. Πλην, όμως, η ενεχυρίαση, βάσει των διατάξεων του ν.δ. της 17.7113.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", της απαιτήσεως της εκμισθώτριας και οφειλέτιδας του ανακόπτοντος... Ελληνικού Δημοσίου, για τα καταβαλλόμενα από την καθής η ανακοπή... μισθώτρια εταιρεία μισθώματα, με ταυτόχρονη εκχώρηση των απαιτήσεων εκ των μισθωμάτων της εκμισθώτριας στη δανείστριά της... τραπεζική εταιρεία, που αφορούσε και τις μελλοντικές απαιτήσεις από μισθώματα, συνεπάγεται..., όχι απλή επιβάρυνση αυτής (απαιτήσεως), όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκχώρηση της απαιτήσεως προς την ενεχυρούχο πιστώτρια τράπεζα... που συντελέσθηκε από της επιδόσεως της ενεχυριάσεως στην καθ' ης η ανακοπή... τρίτη οφειλέτιδα μισθώτρια (25-8-2006), έκτοτε, δε, αποκόπτεται, κάθε δεσμός της καθής η ανακοπή ως μισθώτριας με την εκμισθώτρια εκχωρήτρια, η οποία (εκμισθώτρια) αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον η... ενεχυρούχος δανείστρια τράπεζα, η οποία δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της, τυχόν, υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στην ενεχυράστρια. Επομένως η καθής η ανακοπή... προέβη, νομίμως και προσηκόντως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 32 του ΚΕΔΕ και 985 του ΚΠολΔ, με την υπ' αριθ. 10681/2006 δήλωσή της ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών σε εμπρόθεσμη δήλωση ως προς την κατασχεθείσα, από το ανακόπτον, στα χέρια της, ως τρίτης, απαίτηση που είχε η οφειλέτρια του ανακόπτοντος Δ. Μ. κατ' αυτής, η οποία ήταν ακριβής και ειλικρινής, αφού με αυτή δήλωσε την αιτία βάσει της οποίας νόμιμα από 1-9-2006 έπαυσε να καταβάλλει τα μισθώματα στην εκμισθώτριά της και κατέβαλε αυτά στη... τραπεζική εταιρεία, δανείστρια της εκμισθώτριας, μετά τη γνωστοποίηση στις 25-8-2006,... στην καθής η ανακοπή..., της από 2-8-2006 συστάσεως ενεχύρου επί απαιτήσεως από μισθώματα, δεδομένου ότι έκτοτε... η τραπεζική εταιρεία είναι η πραγματική και μοναδική δικαιούχος της απαιτήσεως στα καταβαλλόμενα από την πρώτη εφεσίβλητη μισθώματα και όχι η εκμισθώτρια, η οποία λόγω της συστάσεως ενεχύρου και της εκχωρήσεως με την προαναφερθείσα σύμβαση των απαιτήσεών της (από τα μισθώματα) στη δανείστρια τράπεζα είχε αποξενωθεί από την απαίτηση αυτή για το διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 (καθότι από τις αρχές του έτους 2007 λύθηκε η σύμβαση μισθώσεως). Συνακόλουθα, αφού η δήλωση της καθής η ανακοπή δεν ήταν εκπρόθεσμη, ούτε ανακριβής ή παραπλανητική, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ακυρώσεως της ανακοπτομένης υπ' αριθ. 10681/2006 δηλώσεως της καθής η ανακοπή, ως τρίτης, αναγνωρίσεως της καθής η ανακοπή ως οφειλέτριας του ανακόπτοντος και υποχρεώσεως αυτής να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό των 54.925,82 ευρώ, όπως ζητεί με την ανακοπή του το ανακόπτον.... Περαιτέρω το εκκαλούν (αναιρεσείον) ισχυρίζεται ότι βάσει του άρθρου 95 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού για να επέλθουν αποτελέσματα της εκχώρησης ο εκχωρητής ή εκδοχέας όφειλε να προβεί σε αναγγελία στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της ενεχυριακής σύμβασης. Πλην, όμως, από τα οριζόμενα στο άρθρο 95 του v. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό"... προκύπτει ότι οι ως άνω διατάξεις αφορούν μόνο τις κατασχέσεις που γίνονται σε βάρος του Δημοσίου ως τρίτου και τις αναγγελίες εκχωρήσεων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και επομένως δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις εκχωρήσεων απαιτήσεων κατά τρίτων, πλην του Δημοσίου, προσώπων.
Συνεπώς οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην από 2-8-2006 σύμβαση συστάσεως ενεχύρου επί απαιτήσεως (από μισθώματα) και εκχωρήσεως αυτής που συνήφθη μεταξύ της Δ. Μ., οφειλέτιδος του ανακόπτοντος και της... τραπεζικής εταιρείας, καθότι η σύσταση ενεχύρου και η εκχώρηση αφορούσε απαίτηση που είχε η εκχωρήτρια Δ. Μ. κατά της καθ' ης η ανακοπή.... και όχι κατά του ανακόπτοντος (Δημοσίου)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την ανακοπή του ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1247, 1248 και 1254 ΑΚ, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 95 ν.2362/1995, αλλά αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και τις εφάρμοσε αυτές και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 39 ν.δ. 17.7/13.8.1923, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη προέβη νομοτύπως και εμπροθέσμως σε αρνητική δήλωση, διότι, μετά την ενεχυρίαση εκ μέρους της ανωτέρω οφειλέτριας του αναιρεσείοντος (εκμισθώτριας) με την ταυτόχρονη εκχώρηση προς την τράπεζα της απαιτήσεως από μισθώματα και την επίδοση στις 25-8-2006 της σύμβασης ενεχυρίασης στην αναιρεσίβλητη (μισθώτρια), αποκλειστική δικαιούχος της εν λόγω απαίτησης κατέστη η ενεχυρούχος δανείστρια (εκδοχέας) Τράπεζα, η οποία και εδικαιούτο να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, καθόσον η ενεχυρίαση επέφερε όχι απλή επιβάρυνση, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά την εκχώρηση της απαιτήσεως προς την ενεχυρούχο πιστώτρια τράπεζα, έκτοτε δε αποκόπηκε κάθε δεσμός της καθής η ανακοπή με την εκχωρήτρια και οφειλέτρια του αναιρεσείοντος, η οποία από 1-9-2006 αποξενώθηκε και δεν μπορούσε να αναμιχθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην ένδικη απαίτηση. Επομένως, ο μοναδικός, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ. για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000). Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, αιτίαση με την επίκληση ότι, προκειμένου να ισχύει για το Δημόσιο η δήλωση της καθής η ανακοπή περί εκχώρησης της ένδικης απαίτησης από την εκμισθώτρια στην τράπεζα, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί δήλωση της γενόμενης εκχώρησης προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", η οποία ορίζει ότι "Η γενομένη επί τη κατασχέση του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ` όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαίωσιν", και την οποία το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της. Όμως, ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει ότι προέβαλε με την ανακοπή του τον ανωτέρω ισχυρισμό περί μη δήλωσης της εκχώρησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή ότι υπέβαλε αυτόν παραδεκτώς με την έφεσή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Κατόπιν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2768/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε μία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ