4/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated4/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πλην, ο ως άνω δικηγόρος, παριστάμενος ως πληρεξούσιος των ειρημένων αναιρεσιβλήτων δεν αποδεικνύει την χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητος προς εκπροσώπηση τούτων, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Από τις υπ' αριθ. 7303 Β' / 20.12.2017, 7302 Β'/ 20.12.2017 και 7301 Β'/ 20.12.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 4 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 4/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Κούσουλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-9-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ι. του Γ., … και 8) Μ. - Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ... Οι 1ος, 2η και 3η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, οι 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 6η, 7η και 8ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ψωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ης αναιρεσιβλήτων και την από 8-2-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή και αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 47/2015 και 298/2015 μη οριστικές και 76/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των 76/2017 και 47/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 7ης, 8ης και 9ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθ. 1550 Γ'/22.12.2017, 1549 Γ'/ 22.12.2017 και 1551 Γ'/22.12.2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων - Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Ε. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε, στους πρώτο, δευτέρα και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως.
Επομένως, εφ' όσον η τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Ειδικότερα, από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, οι έκτη, έβδομη και όγδοος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ψωμά.
Πλην, ο ως άνω δικηγόρος, παριστάμενος ως πληρεξούσιος των ειρημένων αναιρεσιβλήτων δεν αποδεικνύει την χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητος προς εκπροσώπηση τούτων, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Από τις υπ' αριθ. 7303 Β' / 20.12.2017, 7302 Β'/ 20.12.2017 και 7301 Β'/ 20.12.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Π.
Γ., που προσκομίζει και επικαλείται ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε, στους ως άνω έκτη, έβδομη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως.
Επομένως, πρέπει αυτοί να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Σύμφωνα με το άρθρο 571 του ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει πρώτα το παραδεκτό της αναιρέσεως και ύστερα το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Η έρευνα δηλαδή του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων προϋποθέτει κατάφαση, έστω και σιωπηρή, του παραδεκτού της αναιρέσεως. Πρέπει, όμως, η αίτηση να περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως, έστω και αόριστο ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, η κρινομένη αίτηση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος που αφορά αυτούς, ήτοι κατά το μέρος της που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 30-12-2011 έφεση του αναιρεσείοντος, και δη κατά το σκέλος της που αναφέρεται στην απόρριψη της εκ μέρους του από 11-2-2010 προσεπικλήσεως, παρεμπίπτουσας και κυρίας αγωγής αποζημιώσεως της στρεφομένης κατά των εν λόγω αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, που νίκησαν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των εκ μέρους του αναιρεσείοντος προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων, και δη της από 10-4-2009 αγωγής, της από 30-12-2011 εφέσεως του αναιρεσείοντος και της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ανωτέρω αγωγή τους οι νυν πρώτος, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων εστράφησαν κατά των τριών πρώτων εναγομένων - νυν έκτης, εβδόμης και ογδόου των αναιρεσιβλήτων - καθώς και κατά αναιρεσείοντος.
Ο αναιρεσείων άσκησε από την πλευρά του κατά των τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων (Π. Κ. και Ε. Τ.) την από 8-2-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή και αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Με την αγωγή του ζήτησε κυρίως (α) Να παρέμβουν αναγκαστικά για αντίκρουση της αγωγής των τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων, (β) Να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι εις ολόκληρον να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει αυτός στους ενάγοντες (τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους), (γ) Να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον σε αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση συνεκδίκασε την αυτοτελώς ασκηθείσα έφεση του τετάρτου των εναγομένων-αναιρεσείοντος με την έφεση των εναγόντων (τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων) και απέρριψε κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση. Το δικόγραφο αυτής της εφέσεως δεν εστρέφετο κατά των ως άνω τριών πρώτων εναγομένων, οι οποίοι ήταν συνεναγομένoι (ως απλοί ομόδικοι) μετά του τετάρτου εναγομένου- εκκαλούντος.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των έκτης, εβδόμης και ογδόου των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη, εφ' όσον αυτοί δεν έλαβαν μέρος στην έκκλητη δίκη ως εφεσίβλητοι, επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επελήφθη υποθέσεως, η οποία κατά νόμον ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου από τη φύση της, ή υποθέσεως, η οποία κατ' αρχάς υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όμως με ρητή διάταξη νόμου έχει εξαιρεθεί από αυτή. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ( ΟλΑΠ 1/2018).
Εν προκειμένω, στην από 10.4.2009 αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβολαίου πωλήσεως, νόμιμα μεταγραμμένου, αγόρασαν από τους έκτη, εβδόμη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων ένα οικόπεδο εντός του οικισμού … εμβαδού 296,2 τ.μ., το οποίο οι πωλητές υποσχέθηκαν άρτιο και οικοδομήσιμο και το οποίο διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ως ψευδώς εμφανιζόταν σε τοπογραφικό διάγραμμα το οποίο συνέταξε ο αναιρεσείων, ζήτησαν δε (α) την μείωση του τιμήματος του αγορασθέντος οικοπέδου και την (β) αποκατάσταση της ζημίας που κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν, επιπλέον δε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής αυτής εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσα στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και όχι διοικητική διαφορά ουσίας, διότι η επικαλούμενη ως άνω σύμβαση δεν είναι διοικητική, Επομένως το Εφετείο Πατρών, που δίκασε τη διαφορά αυτή σε δεύτερο βαθμό και με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, εντεύθεν ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, 2) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, 3) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, και 4) η ύπαρξη ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη με την έννοια της παράβασης του επιβαλλόμενου από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενικού καθήκοντος του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973), αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, και τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 8/2018).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 319/2017).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με το υπ' αρ. 20320/3-10-2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Πάργας Δ.
Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ... οι ενάγοντες ( και ήδη οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων) αγόρασαν από τους τρεις πρώτους εναγόμενους και ήδη έκτοη έβδομη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας εξ αδιαιρέτου, έναντι τιμήματος 40.000 € το οποίο καταβλήθηκε, ένα οικόπεδο επιφάνειας 292,60 τμ, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία ...
εντός του οριοθετηθέντος το έτος 1993 οικισμού του ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Δ. και δημοτικές οδούς, απεικονίζεται δε ... στο από μηνός Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Μ. (4ου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος)που έχει προσαρτηθεί στον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησίας.
Στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχει βεβαίωση (με υπογραφή και σφραγίδα) του 4ου εναγόμενου ότι το οικόπεδο αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν έχει συνταχθεί πολεοδομική μελέτη και δεν οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα σύμφωνα με το ν. 1337/1983. ...Το έτος 2004 ο 4ος εναγόμενος άρχισε να συνεργάζεται με το τεχνικό γραφείο της Π.
Κ. και του συζύγου Ε. Τ.( και ήδη τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων), που διατηρούσαν στο ... κι επειδή αυτοί δεν είχαν δικαίωμα υπογραφής και σφραγίδας σε τοπογραφικά διαγράμματα, αρχιτεκτονικά σχέδια και σε έγγραφα προς την πολεοδομία και γενικά σε διάφορες υπηρεσίες, δεδομένου ότι η Π. Κ. ήταν σχεδιάστρια και όχι πολιτικός μηχανικός και επομένως δεν διέθετε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος πολιτικού μηχανικού, ο δε σύζυγός της ήταν εν ενεργεία υπάλληλος της Πολεοδομίας και δεν μπορούσε να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, ο εναγόμενος είχε αναθέσει στην Π.
Κ. να χρησιμοποιεί την υπογραφή του και την σφραγίδα του στα ανωτέρω έγγραφα, λαμβάνοντας ως αμοιβή ορισμένο ποσοστό από τα κέρδη. Στο ανωτέρω τεχνικό γραφείο αποτάνθηκαν οι πωλητές και ζήτησαν τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος του οικοπέδου, πάνω στο οποίο η Π. Κ. έθεσε την σφραγίδα και την υπογραφή του εναγόμενου πολιτικού μηχανικού έχοντας προς τούτο τη συναίνεση του τελευταίου.
Την ανωτέρω συνεργασία του εναγόμενου με το τεχνικό γραφείο αποδεικνύει πληθώρα εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, που αφορούν καταθέσεις χρημάτων στο όνομα του εν λόγω πολιτικού μηχανικού από πελάτες του τεχνικού γραφείου, όπως αποδείξεις εισπράξεων αμοιβών μηχανικών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, διπλότυπα είσπραξης της ΔΟΥ Ιωαννίνων κλπ.
Έτσι η ψευδής βεβαίωση του 4ου εναγόμενου πολιτικού μηχανικού πάνω στο τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου ότι τούτο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, αποτελεί αδικοπραξία, διότι η ενέργεια αυτή (ψευδής βεβαίωση) και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει, δηλ. χωρίς την πώληση, πάλι θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία.
Συνεπεία της παράνομης αυτής ενέργειας του 4ου εναγόμενου οι ενάγοντες στενοχωρήθηκαν και υποβλήθηκαν σε έξοδα και μεγάλη ταλαιπωρία για την ανέγερση οικοδομήματος στο οικόπεδο, σκοπός που τελικά δεν τελεσφόρησε, και πρέπει να επιδικαστεί σε καθένα των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...".
Ακολούθως, βάσει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφ' ενός μεν απέρριψε την έφεση του τετάρτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και δέχθηκε την έφεση των εναγόντων (νυν τριών πρώτων εφεσιβλήτων) αφ' ετέρου δε, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, κράτησε και δίκασε κατ` ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και, μεταξύ άλλων, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλλει ποσό 1.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της αδικοπραξίας την οποία αυτός ετέλεσε.
Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, εντεύθεν στερείται νόμιμης βάσεως, εφ' όσον δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άρθρων 914, 297,298, 932 ΑΚ, τους οποίους παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ποία υπήρξε η παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου αναιρεσείοντος, η οποία εν γνώσει ετελέσθη υπ' αυτού και αιτιωδώς προκάλεσε την επικαλουμένη στενοχωρία στους ενάγοντες, οδήγησε δε το δικαστήριο στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Δηλαδή, δεν διευκρινίζεται ποία υπήρξε η συμμετοχή του αναιρεσείοντος, ως πολιτικού μηχανικού, στην τέλεση της ειρημένης άδικης πράξεως - ψευδούς βεβαιώσεως, επί του τοπογραφικού διαγράμματος του πωληθέντος οικοπέδου, ότι το οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, η οποία, κατά παραδοχή της προσβαλλομένης, συνιστά την θεμελιωτική της αγωγικής αξιώσεως αδικοπραξία - δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές αυτής (προσβαλλομένης) " ...η Π.
Κ. έθεσε την σφραγίδα και την υπογραφή του εναγόμενου πολιτικού μηχανικού έχοντας προς τούτο τη συναίνεση του τελευταίου...", λόγω της αναφερομένης ως υφισταμένης μεταξύ τους συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία "...ο εναγόμενος (αναιρεσείων) είχε αναθέσει στην Π. Κ. να χρησιμοποιεί την υπογραφή του και την σφραγίδα του στα ανωτέρω έγγραφα, λαμβάνοντας ως αμοιβή ορισμένο ποσοστό από τα κέρδη...".
Ειδικότερα, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλομένης για την υφιστάμενη συνεργασία μεταξύ αναιρεσείοντα και Π. Κ., δεν διευκρινίζεται αν η συναίνεση αυτού για θέση της υπογραφής του και χρήση της σφραγίδας του στα καταρτιζόμενα εκ μέρους της τυπογραφικά διαγράμματα περιελάμβανε και τα τυχόν ανακριβή ή ψευδή τοιαύτα.
Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού της αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης δι' αυτής αποφάσεως, ως προς τους συγκεκριμένους διαδίκους, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής(ΑΠ 438/2018).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους τετάρτη, πέμπτο, έκτη, εβδόμη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Ως προς τους έκτη, εβδόμη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης, εφ' όσον απολείπονται και δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα. Ακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους λοιπούς διαδίκους (πρώτο, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) να αναιρεθεί (εν μέρει) η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, που αφορούν στην απαίτηση καθενός των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, και να παραπεμφθεί, η υπόθεση, κατά το προσβαλλόμενο και αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθούν οι πρώτος, δευτέρα και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2017 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 76/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τους τετάρτη, πέμπτο, έκτη, εβδόμη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Αναιρεί, εν μέρει, την υπ' αριθ. 76/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον πρώτο, δευτέρα και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 07 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ