4/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 4 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated4/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 4 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 4 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 4/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) ως καθολικού διαδόχου του κλάδου υγείας του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Χρυσάνθη Κουλοχέρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1543/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 10/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981). Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου (1.406/1983) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 10/2003, ΑΕΔ 3/1999 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 901/11, 1378/11). Περαιτέρω, με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ΥΑ 35/1385/29-9-1999 ΦΕΚ Β 1814/29-9-1999 "Έγκριση του Κανονισμού του Κλάδου Υγείας του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.)" που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 10 του ν. 2676/15-1-1999 "Οργανωτική και Λειτουργική Αναδιάθρωση φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις" καθορίζονται τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφαλιστική κάλυψη του κλάδου Υγείας του ως άνω Οργανισμού (ΟΑΕΕ) και οι παροχές προς αυτούς, μεταξύ άλλων ιατρική περίθαλψη, παρακλινικές εξετάσεις, ειδικές εξετάσεις (άρθρα 1, 2 της απόφασης).
Με τη διάταξη του άρθρου 9 της απόφασης ορίζεται ότι στους δικαιούχους παρέχονται ειδικές θεραπείες και παρακλινικές εξετάσεις πάσης φύσεως εκτελούμενες από οποιοδήποτε με ελεύθερη εκλογή του δικαιούχου συμβεβλημένο με τον ΟΑΕΕ εργαστήριο, και με συμμετοχή του ασφαλισμένου κατά 25% επί της τιμής της πρώτης στήλης του κρατικού τιμολογίου που ισχύει κάθε φορά.
Ενώ με τη διάταξη του άρθρου 11 ορίζεται ότι: η εκτέλεση των παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών ενεργείται αποκλειστικά από τα συμβεβλημένα με τον Οργανισμό ιατρικά εργαστήρια, φυσικοθεραπευτήρια κλπ (παρ. 1), η διάρκεια της σύμβασης με τα ιατρικά εργαστήρια θα είναι ισχύος ενός έτους, που μπορεί να παραταθεί μονομερώς από τον ΟΑΕΕ για ένα χρόνο κάθε φορά (παρ. 2), οι δε συμβάσεις με τα ιατρικά εργαστήρια κλπ μπορούν να καταγγέλλονται οποτεδήποτε και αζημίως από τον ΟΑΕΕ και πριν τη λήξη τους σε περίπτωση παράβασης των όρων της σύμβασης (παρ. 3), όλοι οι όροι κανονισμών, αποφάσεων και οδηγιών των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΕ για τον τρόπο παροχής των παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών, περιλαμβανόμενοι ή μη στη σύμβαση θα θεωρούνται ως αναγραφόμενοι στη σύμβαση που έχει υπογραφεί (παρ. 4).
Οι αναγραφόμενες, στην πρώτη στήλη του κρατικού τιμολογίου, που ισχύει κάθε φορά, για αμοιβή παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών τιμές βαρύνουν κατά το 25% τους ασθενείς, οι οποίοι και καταβάλλουν το ποσό απευθείας στα ιατρικά εργαστήρια και θεραπευτήρια που έχουν την ευθύνη είσπραξης του, το δε υπόλοιπο 75% βαρύνει τον ΟΑΕΕ (παρ. 7), ενώ τα ιατρικά εργαστήρια, φυσικοθεραπευτήρια κλπ υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση των εντεταλμένων υγειονομικών ή διοικητικών οργάνων του ΟΑΕΕ κάθε στοιχείο σχετικό με τις παρακλινικές εξετάσεις και τις ειδικές θεραπείες που εκτελέστηκαν (παρ. 7 περ. 5).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ενόψει του χαρακτήρα της καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς ως διοικητικής καθόσον αυτή συγκεντρώνει και τις τρεις, αναγκαίες για τον χαρακτηρισμό της ως τέτοιας (διοικητικής), προϋποθέσεις και ειδικότερα ενόψει του ότι α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ β) το αντικείμενο της σύμβασης εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η ένδικη σύμβαση περιέχει ρήτρες (όρους) που δημιουργούν υπέρ του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, προσδίδουσες υπερέχουσα θέση στο αναιρεσείον έναντι του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα τα παρακάτω: "Με την από 31-3-2000 σύμβαση εκτέλεσης ιατρικών πράξεων που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων ιατρός, που διατηρεί μικροβιολογικό εργαστήριο, αποδέχθηκε να εκτελεί ειδικές θεραπευτικές και παρακλινικές εξετάσεις στους δικαιούχους περίθαλψης του εναγομένου ΟΑΕΕ σύμφωνα με την ως άνω υπουργική απόφαση (ΥΑ35/1385/29-2-1999, άρθρα 9 και 11 αυτής) με τις εξής συμφωνίες και όρους:
το ιατρικό εργαστήριο ή φυσικοθεραπευτήριο υποχρεούται να θέτει στη διάθεση των εντεταλμένων υγειονομικών οργάνων του οργανισμού κάθε στοιχείο σχετικό με τις παρακλινικές εξετάσεις και ειδικές θεραπείες που εκτελούνται στους δικαιούχους περίθαλψης του ΟΑΕΕ (άρθρο 7 της σύμβασης) όλοι οι όροι κανονισμών, αποφάσεις και οδηγίες των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΕ σχετικά με τις παροχές παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών που ισχύουν ή πρόκειται να ισχύσουν θεωρούνται ότι έχουν αναγραφεί στην παρούσα σύμβαση ως όροι αυτής (άρθρο 11), ο ΟΑΕΕ δικαιούται να καταγγέλλει την παρούσα σύμβαση αζημίως και χωρίς προθεσμία αν το εργαστήριο ή φυσικοθεραπευτήριο παραβεί κάποιο όρο αυτής (άρθρο 15).
Η εν λόγω σύμβαση πληροί τα δυο πρώτα από τα προαναφερόμενα κριτήρια προκειμένου να χαρακτηριστεί διοικητική, ήτοι το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, όπως είναι η παροχή ιατρικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 και 22 παρ.5 του Συντάγματος.
Όμως ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατ’ εφαρμογή των οποίων καταρτίστηκε η σύμβαση, ούτε από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι αυτή διέπεται από κανόνες που εξασφαλίζουν στον ΟΑΕΕ υπερέχουσα θέση ως προς τον ενάγοντα, με την έννοια της μονομερούς επεμβάσεώς του στο συμβατικό δεσμό και της επιβολής κυρώσεων στον ενάγοντα, δηλαδή ότι θεσπίζεται εξαιρετικό καθεστώς υπέρ του εναγομένου Οργανισμού, το οποίο να μην προσιδιάζει σε σύμβαση που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο.
Τέτοιο καθεστώς δεν συνιστούν οι όροι της συμβάσεως που προαναφέρθηκαν και σχετίζονται με την απρόθεσμη καταγγελία εκ μέρους του ΟΑΕΕ σε περίπτωση παράβασης των όρων της, καθώς και τη διενέργεια ελέγχου στο εργαστήριο του ενάγοντος, γιατί παρόμοιοι όροι μπορεί να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβάσεως κοινού δικαίου.
Τέλος η διάταξη του άρθρου 11 της ένδικης σύμβασης που αποτελεί μεταφορά της ρήτρας που περιέχεται στην ΥΑ 35/1385/29-9-1999, αναφέρεται απλώς στους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο Οργανισμός παρέχει ιατρική φροντίδα στους ασφαλισμένους του, συνιστά δηλαδή απλώς αποδοχή του κανονιστικού καθεστώτος και δεν προσδίδει στον ΟΑΕΕ υπερέχουσα θέση, δηλαδή θέση μη προσιδιάζουσα σε συμβατικό δεσμό συναπτόμενο βάσει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου (βλ.
ΣτΕ 1372/2007, 1892/2005, 3080/2004, 3382/2002 1173/2004. Συνακόλουθα η από 31-3-2000 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεν είναι διοικητική, αλλά σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη διαφορά που αφορά αξιώσεις του ενάγοντος που απορρέουν από αυτή, ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του δεχόμενο, ορθώς, τον, ιδιωτικού δικαίου, χαρακτήρα, της εγγράφως καταρτισθείσας ένδικου συμφωνίας από την οποία απορρέει η κρινόμενη διαφορά, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "η εν λόγω συμφωνία δεν διέπεται από κανόνες που εξασφαλίζουν στον ΟΑΕΕ υπερέχουσα θέση ως προς τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) με την έννοια της μονομερούς επεμβάσεώς του στο συμβατικό δεσμό και της επιβολής κυρώσεων στον ενάγοντα δηλαδή ότι θεσπίζεται εξαιρετικό καθεστώς υπέρ του εναγομένου Οργανισμού, (αναιρεσείουσα) το οποίο να μη προσιδιάζει σε σύμβαση που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο", με αποτέλεσμα να μην καταφάσκεται η συνδρομή της, αθροιστικώς με τις λοιπές αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη απαιτουμένης για τον χαρακτηρισμό συμβάσεως ως διοικητικής, προϋποθέσεως, της υπεροχής δηλαδή του αναιρεσείοντος, έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς, που διέπει τη σύμβαση, είτε με αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ρήτρες, που έχουν περιληφθεί στην τελευταία, απορριπτομένης συνακολούθως, ως αβασίμου, της με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο προβαλλομένης αιτιάσεως.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 3/08, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1586/08) όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, μεταξύ των οποίων και αυτός της αοριστίας (ΑΠ 669/07), που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), μεταξύ των οποίων και αυτός της προκλήσεως δικονομικής βλάβης από την ακυρότητα της λαβούσας χώρα κλητεύσεως (Ολ.ΑΠ 2/2001). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ.
ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007) έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 434/10, ΑΠ 148/2009) δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών (ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1994/14).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, νομοτύπως προταθέντα και στην κατάλυση της θεμελιωτικής της τελευταίας (αγωγής) προϋποθέσεως, κατατείνοντα "αυτοτελή ισχυρισμό" του, ότι "το ποσό το οποίο καταβλήθηκε από τα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού μας οργανισμού κατά την κοστολόγηση εκάστης των εξετάσεων που διενήργησε ο αναιρεσίβλητος ανέρχεται σε 1830 δρχ., τυγχανόντος απολύτως αναληθούς του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ότι δήθεν ο Οργανισμός μας κατέβαλε εις αυτόν 1427,5 δρχ.".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητός του, προκυπτούσης από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία τον απέρριψε εκ του πράγματος δια της παραδοχής ότι "Ο Οργανισμός χωρίς να αντιλέγει στον αριθμό των εξετάσεων κοστολόγησε αυτές ως εξετάσεις … ήτοι 2440 δρχ.
και, μετά την αφαίρεση του ποσού (1012,5 δρχ.), που είχε καταβληθεί από τον ασφαλισμένο, κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό στον ενάγοντα, ήτοι 1427,5 δρχ. ανά εξέταση", δεν συνιστά, παρά τα αντιθέτως από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενα, αυτοτελή ισχυρισμό και εντεύθεν πράγμα, κατά την έννοια της επικαλουμένης ως άνω διατάξεως του αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα υπό την επίφαση παραβάσεως αυτής να πλήττεται (απαραδέκτως) η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των αποδείξεων εκτίμηση (ΟλΑΠ 1/95, ΑΠ 2061/2007).
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδική αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όχι όμως μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 30 § 3 ν. 4038/2012, όπως αβασίμως αιτείται το αναιρεσείον, αφού η νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ (ΑΠ. 1382/2005).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 21-6-2011 και με αριθμ. κατάθ. …2011] αίτηση αναιρέσεως της 211/2011 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ