4/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 4 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated4/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 4 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 4 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 4/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τράπεζας ... Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην …, πρώην Τράπεζα EFG ... Ergasias ΑΕ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ... ΑΕ, που εδρεύει στον ... του νομού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αστέριο Λαχανά και Νικόλαο Βερβεσό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 2576/2013 του Εφετείου Αθηνών επί της οποίας ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και η 2278/2014 μετ’ ανακοπή του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2014 αίτησή της και τους από 3-9-2014 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 19-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔ, "Αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής". Συνακόλουθα τούτων: α) Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (Ολομ. ΑΠ 11/1998). β) Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει κατ’ αρχήν να απευθυνθεί κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, εκτός αν ο αναιρεσείων δεν έχει βάσιμο λόγο αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, οπότε μπορεί να προσβάλει απευθείας την ερήμην εφετειακή απόφαση, εφόσον δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης αναίρεσης ως προς αυτήν (ΑΠ 766/2001). γ) Αν επί αποφάσεως που εκδόθηκε από το Εφετείο σε πρώτη συζήτηση ερήμην κάποιου από τους διαδίκους ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε απορριπτική απόφαση για οποιοδήποτε λόγο (τυπικό ή ουσιαστικό), η ασκούμενη στη συνέχεια αναίρεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην αποφάσεως κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται κατά των αποφάσεων του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψαν, αντίστοιχα, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την ανακοπή ερημοδικίας κατά της πρώτης τούτων, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ’ αμφοτέρων των αποφάσεων τούτων. Πρέπει λοιπόν να ερευνηθούν περαιτέρω η αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι, εφόσον το δικόγραφο αυτών κατατέθηκε και επιδόθηκε πριν την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 23-3-2015.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά τον νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη. Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως (ΑΠ 1559/2008). Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος, αν ο διάδικος, παρόλο που κατά νόμο έπρεπε να δικασθεί ερήμην, δικάσθηκε κατ’ αντιμωλία (ΑΠ 166/2011, 936/2011). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 εδ. β’ και 524 παρ. 2 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρέστη ενώπιον του εφετείου χωρίς δικηγόρο ή με δικηγόρο χωρίς νόμιμη πληρεξουσιότητα, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως, θεωρείται ότι δεν παρίσταται κανονικά και δικάζεται ερήμην. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή δεν συγχωρείται αναίρεση από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, γιατί δεν προβλέπεται σ’ αυτό η περίπτωση κατά την οποία εσφαλμένως ο διάδικος δικάσθηκε κατ’ αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην. Ομοίως, δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, ούτε εκείνος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πολύ δε περισσότερο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ’ αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι ο δικηγόρος που εκπροσώπησε την αναιρεσίβλητη στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της, κατά την οποία η ίδια δεν παρέστη, δεν είχε πληρεξουσιότητα και άρα έπρεπε και αυτή να δικαστεί ερήμην και όχι να θεωρηθεί ότι νομίμως παρίσταται, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση μη νόμιμης η μη εμπρόθεσμης κλητεύσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 95 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν στην ίδια δίκη εκπροσωπούν το διάδικο περισσότεροι πληρεξούσιοι δικηγόροι, έχουν το δικαίωμα να ενεργούν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι: Α) Η υπ’ αριθμ. 2576/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δίκασε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας την έφεσή της και την απέρριψε λόγω της ερημοδικίας της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως ... ισχύει, ... στην κατ’ έφεση δίκη, όταν η συζήτηση επισπεύδεται από τον εκκαλούντα και αυτός ερημοδικεί ή και όταν η συζήτηση επισπεύδεται από τον εφεσίβλητο και δεν παρίσταται ο εκκαλών, η έφεση απορρίπτεται χωρίς ουσιαστική εξέταση. Η απόρριψη αυτή της έφεσης γίνεται κατ’ ουσίαν ... διότι ... ο εκκαλών, με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση. ... Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της από 23-4-2012 και με αριθμό καταθέσεως 3457/2012 έφεσης της εκκαλούσας κατά της με αριθμό 383/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε τη με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 4353/2008 ... αγωγή της εφεσίβλητης, γίνεται με επιμέλεια της τελευταίας, η οποία και επέδωσε στην εκκαλούσα επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ... Η εκκαλούσα - εναγομένη, όμως, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο ... κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, η εκκαλούσα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να δικαστεί ερήμην και η έφεσή της να απορριφθεί ...". Β) Η υπ’ αριθμ. 2278/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ανακοπής ερημοδικίας που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της προηγούμενης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα επικαλείται άκυρη ερημοδικία, υποστηρίζοντας ότι η κλήτευσή της δεν ήταν νόμιμη διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν αποδεικνύεται η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 95 επ. ΚΠολΔ πληρεξουσιότητα της καθής η ανακοπή προς το δικηγόρο που υπέγραψε την κλήση προς συζήτηση, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσής της. Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος από την ανακόπτουσα λόγος ανακοπής δεν δύναται να υπαχθεί στη ... διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη πληρεξουσιότητας του δικηγόρου του αντιδίκου του διαδίκου που δικάσθηκε ερήμην δεν δύναται να προκαλέσει ελάττωμα στη δική του κλήτευση, κατά τρόπον ώστε να δύναται ο τελευταίος, ήτοι ο διάδικος που ερημοδικάσθηκε, να επικαλεστεί τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ περί πληρεξουσιότητας, προκειμένου να αιτιολογήσει την ακυρότητα της ερημοδικίας του.
Συνεπώς η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ...". Πράγματι, οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας για έλλειψη πληρεξουσιότητας του δικηγόρου της αναιρεσίβλητης που υπέγραψε την κλήση για συζήτηση της εφέσεώς της αναφέρονται σε πράξη της προπαρασκευαστικής της δίκης διαδικασίας, για την οποία, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται, ενώ εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας, η τελευταία επικαλέσθηκε πρακτικά του διοικητικού της συμβουλίου (τα οποία προσκομίζονται και ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθώς και το .../27-2-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Αικατερίνης Αν. Νώτα), με τα οποία χορηγείται πληρεξουσιότητα στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της εφέσεως δικηγόρο της, ο οποίος και έδωσε τη σχετική παραγγελία για επίδοση της κλήσεως στην ως άνω διάδικο. Κατά συνέπεια, καλώς έλαβε χώρα η ως άνω ερημοδικία και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται (κατ’ ορθή εκτίμηση) την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ακυρότητα της κλήσεως της αναιρεσίβλητης για συζήτηση της εφέσεώς της, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περαιώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 του ν. 2915/2001 και ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Και αυτό γιατί οι λόγοι της έφεσης, μολονότι στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και της βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής τους. Με τα δεδομένα αυτά, εάν η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται η τελευταία από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν λόγους αναίρεσης, παραδεκτά προβαλλομένους (Ολομ. ΑΠ 16/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, η 383/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία ασχολείται με την εμπορία βαμβακόσπορου, δημητριακών και ζωοτροφών και στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητάς της και των αντίστοιχων αυτής υποχρεώσεων συνεργάζεται με το Υποκατάστημα ... της ... εναγομένης Τράπεζας, στην οποία είναι πελάτης. Στις αρχές Ιουλίου του έτους 2005 εμφανίσθηκε στην ενάγουσα κάποιος πελάτης με το όνομα Π. Α. του Ν. και ζήτησε να αγοράσει μια μεγάλη ποσότητα δημητριακών και ζωοτροφών με μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας του. Η ενάγουσα δέχθηκε να του πωλήσει υπό τον όρο όμως του προηγούμενου ελέγχου της γνησιότητας και εγκυρότητας των επιταγών αυτών. Πράγματι ο προαναφερόμενος πελάτης απέστειλε στην ενάγουσα μέσω fax τις υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 30.772, 27.982,85 και 15.965,80 ευρώ, αντίστοιχα, με τόπο έκδοσης την Αθήνα και αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 27-8-2005 η πρώτη, την 29-9-2005 η δεύτερη και 30-9-2005 η τρίτη, εκδόσεως Σ. Α.Β. Κ.., συρόμενες από τον υπ’ αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που τηρείται στο Υποκατάστημα ... της εναγομένης Τράπεζας, σε διαταγή του Π. Α. του Ν. και με οπισθογράφηση του τελευταίου. Στη συνέχεια την 15-7-2005 ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Η. Μ. προσκόμισε τις φωτοτυπίες των ανωτέρω τριών επιταγών στο υποκατάστημα ... της εναγομένης Τράπεζας, προκειμένου να γίνει έλεγχος της γνησιότητας και εγκυρότητας των επιταγών αυτών, και ο τελευταίος μετά από συνομιλία του με το διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης Α. Α. στη ..., έλαβε τη διαβεβαίωση ότι οι προσκομισθείσες επιταγές ήσαν γνήσιες και έγκυρες και ότι δεν υπήρχε σε σχέση με αυτές οποιαδήποτε δήλωση κλοπής ή απώλειας. Από τη διαβεβαίωση αυτή των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης εδραιώθηκε η αντίληψη στην ενάγουσα ότι οι προαναφερόμενες τρεις επιταγές ήσαν γνήσιες και έγκυρες. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 26-9-2005 και 13-1-2006 επιστολές της εναγομένης ήδη από τις 27-5-2005 και ώρα 16.01 ο φερόμενος εκδότης των επιταγών (Β.) είχε δηλώσει προς την εναγομένη την κλοπή των ανωτέρω επιταγών και η τελευταία είχε μπλοκάρει άμεσα τους λογαριασμούς του. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι έλεγχος γνησιότητας δεν καθίσταται δυνατός να γίνει επί φωτοαντιγράφων επιταγών και ως εκ τούτου δεν δόθηκε σχετική πληροφόρηση ... ανατρέπεται από το προγενέστερο από 27-2-2006 απαντητικό έγγραφο του Διευθυντή του Υποκαταστήματος της εναγομένης Α. Α. προς τον Η. Μ., από το οποίο προκύπτει ότι ο πρώτος, αφού ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία και με το κατάστημα ... της εναγομένης Τράπεζας, δεν του δόθηκε πληροφόρηση, ούτε διαπίστωσε να έχει καταχωρηθεί δήλωση κλοπής ή απώλειας των ανωτέρω επιταγών. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι υπήρξε εσφαλμένη πληροφόρηση εκ μέρους των υπευθύνων της Τράπεζας σχετικά με τη γνησιότητα και εγκυρότητα των επιταγών αυτών. Εξάλλου, εάν πράγματι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας είχαν ενημερώσει την ενάγουσα ότι οι εν λόγω επιταγές δηλώθηκαν κλεμμένες από τον εκδότη, η ενάγουσα δεν θα προέβαινε στην έκδοση τιμολογίων, ούτε βέβαια θα παρέδιδε τα εμπορεύματά της (δημητριακά και ζωοτροφές) στον εμφανιζόμενο ως Π. Α. του Ν., δεδομένου ότι η συμφωνία τους προέβλεπε ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν μόνο κατόπιν του προηγούμενου ελέγχου της γνησιότητας και εγκυρότητας των επιταγών αυτών. Έτσι, με την πεποίθηση ότι επρόκειτο για γνήσιες και έγκυρες μεταχρονολογημένες επιταγές, η ενάγουσα παρέδωσε τα εμπορεύματα το Ιούλιο και αρχές Αυγούστου 2005. Στη συνέχεια, όταν οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή στις 22-8-2005 στο υποκατάστημα ... της ... BANK στην οποία είχαν κατατεθεί προς είσπραξη, σφραγίσθηκαν με την ένδειξη "η επιταγή είναι κλεμμένη". Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, καθόσον δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια κατά τη διακρίβωση της γνησιότητας των επιταγών και τον έλεγχο αυτών από τον κίνδυνο ενδεχόμενης απώλειας, πλαστογραφήσεως, ανακλήσεως τους κλπ. Τα ως άνω μέτρα επιμελείας όφειλε να λάβει η εναγομένη ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι επρόκειτο για επιταγές μεγάλου ποσού, η οποία έπρεπε να οργανώσει την επαγγελματική - τραπεζική της δραστηριότητα κατά τρόπο που να αποκλείει ή να μειώνει στο ελάχιστο τον κίνδυνο εξόφλησης κλεμμένων ή πλαστογραφημένων επιταγών. Από την αμελή αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγομένη υπαλλήλων η ενάγουσα ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια το ποσόν των (30.772 + 27.982,85 + 15.965,80) 74.720,65 ευρώ ...".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσό. Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 ν.δ. 1059/1971 και 2 ν.δ. 1325/1972, που καθιερώνουν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων, και άρα ουδεμία υποχρέωση είχε ο προστηθείς διευθυντής στο Υποκατάστημά της στη ... να παράσχει ενημέρωση για τη γνησιότητα των επιταγών, εφόσον τούτο απαγορεύεται, και περαιτέρω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ότι παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 729 και 914 ΑΚ, εφόσον η ευθύνη της για αποζημίωση λόγω εσφαλμένης πληροφόρησης θα μπορούσε να θεμελιωθεί μόνο αν ο εκπρόσωπός της είχε ενεργήσει δολίως, και το δικαστήριο αρκέσθηκε για την εφαρμογή τους σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού δέχθηκε ότι η εσφαλμένη ενημέρωση προκλήθηκε από αμέλεια των υπαλλήλων της. Επί των αιτιάσεων αυτών πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στο σχετικό πρώτο λόγο ουδόλως αναφέρονται τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων περί απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, τα οποία άλλωστε δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν την έννοια της μη προστασίας των τρίτων από αδικοπραξίες των πελατών της Τράπεζας, αλλά προδήλως τη μη δημοσιοποίηση στοιχείων καταθετών αυθαιρέτως, εφόσον η πληροφόρηση για την ιδιότητα των επιταγών ως προϊόντος κλοπής δεν είχε αναγκαίως την έννοια της άρσεως του απορρήτου του συγκεκριμένου λογαριασμού. Ούτε άλλωστε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, θεμελιώθηκε η ευθύνη της αναιρεσείουσας για αποζημίωση στην έλλειψη γνώσεως για τη γνησιότητα ή μη των επιταγών, αλλά στη διαβεβαίωση του διευθυντή του Υποκαταστήματός της ότι οι επιταγές αυτές ήσαν γνήσιες και έγκυρες και ότι δεν υπήρχε δήλωση κλοπής ή απώλειας. Περαιτέρω, αναφορικά με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προκύπτει από τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρεται σε συμβουλή ή σύσταση ή έστω σε απλή πληροφόρηση, αλλά σε διαβεβαίωση του διευθυντή του οικείου Υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας για τη γνησιότητα και εγκυρότητα των επίμαχων επιταγών, και κατά συνέπεια δεν ανακύπτει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 729 ΑΚ, ενώ επιπλέον προσδιορίζεται σαφώς συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εν λόγω προσώπου. Κατόπιν τούτων οι λόγοι αυτοί από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τυγχάνουν αβάσιμοι.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως και το συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 και 914 ΑΚ. Ειδικότερα επικαλείται ότι, ενώ το δικαστήριο έκρινε πως, αν η ενάγουσα είχε έγκυρη πληροφόρηση για την πλαστότητα των επιταγών, δεν θα προέβαινε στην έκδοση τιμολογίων, ούτε θα παρέδιδε τα εμπορεύματά της στον εμφανιζόμενο ως Π. Α., εσφαλμένα δεν υπολόγισε τη ζημία της στο κόστος αγοράς των εμπορευμάτων αυτών, στοιχείο για το οποίο άλλωστε δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε αιτιολογία, αλλά καθόρισε αυτήν ίση με το ποσόν των τριών επιταγών. Ωστόσο, από τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την αξιολόγηση του πρώτου λόγου της αιτήσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, εφόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη παρέδωσε τα εμπορεύματα στον αγοραστή και υπολόγισε τη ζημία της στο ποσόν των τριών μεταχρονολογημένων αλλά μη γνήσιων επιταγών που έλαβε αντί του τιμήματος πωλήσεως. Σε καμιά περίπτωση, επομένως, δεν συνδέθηκε η ζημία αυτή με το τίμημα αγοράς των πωληθέντων εμπορευμάτων και το ποσοστό κέρδους της αναιρεσίβλητης, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ή κατά πόσον η ζημία αυτή αντιπροσώπευε την αξία τούτων κατά το χρόνο παραδόσεως ή τον αναγραφόμενο ως χρόνο πληρωμής των επιταγών, και κατά συνέπεια εσφαλμένα η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει ότι έπρεπε ο υπολογισμός της ζημίας να γίνει κατά τον τρόπο αυτό, γιατί δεν πρόκειται για αξίωση κατά του αγοραστή από τη μη καταβολή του τιμήματος πωλήσεως, αλλά για αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία λόγω εσφαλμένης διαβεβαιώσεως των προστηθέντων της αναιρεσείουσας ότι οι επιταγές ήσαν γνήσιες και έγκυρες και ότι δεν υπήρχε σε σχέση με αυτές οποιαδήποτε δήλωση κλοπής ή απώλειας, ενώ αντιθέτως είχαν δηλωθεί αυτές προγενέστερα ως κλεμμένες. Κατόπιν τούτου αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενοι.
Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το οικείο μέρος του και υπό την επίκληση ελλιπών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των προστηθέντων της αναιρεσείουσας και της ζημίας που προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη, και ειδικότερα ότι δεν συνάγεται σαφώς από την απόφαση κατά πόσον, αν είχε αυτή έγκαιρα ενημερωθεί για την κλοπή των επιταγών, θα είχε προχωρήσει στην παράδοση των εμπορευμάτων, ούτε διευκρινίζεται αν αυτές εκλάπησαν από το στέλεχος και συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων ή όταν αυτές εκλάπησαν ήσαν ήδη συμπληρωμένες. Ωστόσο, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι επιταγές αυτές δηλώθηκαν κλεμμένες και ότι δεν μπορούσε να ελεγχθεί η γνησιότητά τους. Οι ως άνω αιτιάσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα συνιστούν διαφορετική προσέγγιση του αποδεικτικού υλικού, για την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογίες, εφόσον δεν αποτελούσε αντικείμενο της ουσιαστικής του έρευνας για την κατάφαση της ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση. Περαιτέρω, με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου και υπό την επίκληση επίσης ελλιπών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν διευκρινίζεται σ’ αυτήν, πότε ενημερώθηκε η αναιρεσίβλητη για το κύρος και τη γνησιότητα των επιταγών, με συνέπεια να καταλείπεται αμφιβολία αν τα εμπορεύματα παραδόθηκαν πριν τη σχετική ενημέρωση και συνεπώς με δικό της κίνδυνο και άρα η ζημία της δεν ήταν αποτέλεσμα της εσφαλμένης ενημέρωσης. Οι αιτιάσεις αυτές δεν είναι βάσιμες, εφόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι κατόπιν δηλώσεως του φερομένου εκδότη των επιταγών η κλοπή τούτων ήταν γνωστή στην αναιρεσείουσα ήδη από 27-5-2005, ενώ η επίσκεψη του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης στο Υποκατάστημα της πρώτης στη ... για τον έλεγχο γνησιότητας των εν λόγω αξιογράφων έλαβε χώρα πολύ αργότερα, και συγκεκριμένα στις 15-7-2005. Περαιτέρω, με το τέταρτο μέρος του ίδιου λόγου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ασάφεια ως προς το πρόσωπο του εκδότη των επίμαχων επιταγών, με τον ισχυρισμό ότι ενώ αρχικά μνημονεύονται δύο πρόσωπα ως εκδότες αυτών και συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού, στη συνέχεια αναφέρεται ότι φερόμενος εκδότης των επιταγών ήταν ο δεύτερος τούτων Κ. Β., με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια, στη φερεγγυότητα ποίου προσώπου στηρίχθηκε η αναιρεσίβλητη για τη γνησιότητα της υπογραφής του. Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη, δεδομένου ότι στην απόφαση γίνεται μεν λόγος για κοινό λογαριασμό δύο προσώπων, επί του οποίου σύρονταν οι τρεις επιταγές, πλην όμως στη συνέχεια ως φερόμενος εκδότης των επιταγών αυτών αναφέρεται μόνο ένας, ο Κ. Β.. Τούτο δεν συνιστά αντίφαση, δεδομένου ότι επί κοινού λογαριασμού δεν αποκλείεται η έκδοση επιταγών από έναν των συνδικαιούχων. Τέλος, με το πέμπτο μέρος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει εξήγηση, για ποιο λόγο οι επιταγές, που ήσαν μεταχρονολογημένες, εμφανίσθηκαν προς πληρωμή πριν την αναγραφόμενη σ’ αυτές ημερομηνία, ενώ περαιτέρω το δικαστήριο κατέληξε στη διάγνωση ευθύνης της για αποζημίωση, χωρίς προηγουμένως να διευκρινίσει, αν η αναιρεσίβλητη ζήτησε την πληρωμή των επιταγών από τους συνεκδότες τούτων, ούτε αν διαγνώσθηκε σε δίκη μεταξύ τους έλλειψη ευθύνης τους για αποζημίωσή της λόγω πλαστότητας των επιταγών, ούτε αν στράφηκε αυτή κατά του αντισυμβαλλομένου της, ζητώντας το τίμημα από τη σύμβαση πωλήσεως, αφού μόνο αν το αποτέλεσμα όλων αυτών των ενεργειών ήταν αρνητικό, θα είχε τη δυνατότητα να στραφεί εναντίον της. Όλες αυτές οι αιτιάσεις κείνται σαφώς πέραν του πεδίου έρευνας της ένδικης υποθέσεως, τα όρια της οποίας περιορίζονται από το περιεχόμενο της αγωγής, και το δικαστήριο της ουσίας προδήλως δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει και να αιτιολογήσει, αν και γιατί άσκησε ή δεν άσκησε η αναιρεσίβλητη αγωγή κατά των εκδοτών των εν λόγω επιταγών και την έρευνα στη δίκη εκείνη της πλαστότητας τούτων, ούτε γιατί δεν στράφηκε δικαστικώς κατά του αντισυμβαλλομένου της για να αξιώσει το τίμημα πωλήσεως, προτού ασκήσει την ένδικη αγωγή. Όλα αυτά δεν ήσαν πραγματικά περιστατικά με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που όφειλε να είχε ερευνήσει το δικαστήριο, ώστε να ανακύπτει θέμα ελλείψεως αιτιολογιών. Εξάλλου, ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται αυτός κατά τα άρθρ. 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 342/2005, 11/2007, 705/2007). Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Αυγούστου 2014 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Τράπεζα ... Ergasias A.E. και τους από 3 Σεπτεμβρίου 2014 πρόσθετους λόγους για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 2576/2013 και 2278/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ