Legislator Case Law & Legislation
4/2015 AI generated

4/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 4/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 4 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2015

Legislator headnote

AI generated

4/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 4 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 4 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "VIVARTIA ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ"), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαθιστάμενη λόγω απόσχισης και εισφοράς στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό στοιχείο 1 ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοσμίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3787/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3991/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/1/2012 αίτησή του και τους από 15/7/2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 13/2/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Χαμηλοθώρη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 30/1/2012 αίτηση αναίρεσης και οι από 15/7/2013 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569§2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τις αναιρεσίβλητες επιδοθέντες, από 15-7-13 προσθέτους λόγους (ΟλΑΠ 33/1996), ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 3991/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ'εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ'αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 1521/07, ΑΠ 731/05 ΑΠ 125/06). Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης (ΔΕΛΤΑ Α.Β.Ε.Ε. Τροφίμων), ως προς την οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη, 3991/2011, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, η από την αναιρεσείουσα ασκηθείσα από 30-8-2010 έφεση, καθόσον ουδεμία εκ των προβαλλομένων, με τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο δικόγραφο λόγους, αιτιάσεων αναφέρεται στην παραπάνω απορριπτική [ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη] κρίση της προσβαλλομένης απόφασης.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Στη σύμβαση αυτή, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ για τους εμπορικούς αντιπροσώπους π. δ/τος. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή (ΟλΑΠ 16/2013). Περαιτέρω, με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 5 του π.δ. 219/1991 ορίζεται ότι "1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. 2. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογοριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη"". Από τις διατάξεις αυτές αυτές, που, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας δικαιούται να εισπράξει από το αντισυμβαλλόμενο του παραγωγό ή χονδρέμπορο' τη συμφωνημένη αμοιβή και, αν δεν υπάρχει σχετικά ειδική συμφωνία ή η υπάρχουσα είναι άκυρη, έχει αξίωση για την είσπραξη εύλογης αμοιβής. Ως εύλογη νοείται κατά πρώτο λόγο η συνηθισμένη αμοιβή, που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των συμβάσεων του διανομέα με τους τρίτους πελάτες του, με βάση τις εμπορικές πρακτικές και συνήθειες που επικρατούν στο τόπο όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητά του ο διανομέας, δηλαδή η αμοιβή που συνήθως δίνεται στον τόπο αυτό στους διανομείς όμοιων ή παρεμφερών προϊόντων. Αν δεν υπάρχουν στο συγκεκριμένο τόπο τέτοιες εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, τότε η εύλογη αμοιβή προσδιορίζεται με βάση όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική του πράξη. Έτσι ο διανομέας από σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην περίπτωση που αξιώνει από τον αντισυμβαλλόμενο του την καταβολή της συνηθισμένης στον τόπο όπου δραστηριοποιείται αμοιβής, θα πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων, στην αγωγή του την έλλειψη ειδικής συμφωνίας, ως προς την αμοιβή του, ή την ακυρότητα αυτής και τις επικρατούσες σχετικώς στον τόπο της δράστηριότητάς του εμπορικές συνήθειες και πρακτικές και στην περίπτωση, που αξιώνει την καταβολή εύλογης αμοιβής με βάση τα σχετιζόμενα με την εμπορική πράξη στοιχεία, την έλλειψη ειδικής ως προς την αμοιβή του συμφωνίας ή την ακυρότητα αυτής, την έλλειψη σχετικώς εμπορικών συνηθειών στον τόπο της δραστηριότητάς του και όλα εκείνα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική πράξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος. Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1650/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 26.1.2009 επίμαχης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε σ'αυτή, ότι με άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής αόριστου χρόνου, που κατήρτισε το έτος 1987 με την ανώνυμη εταιρία "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, ανέλαβε την αποκλειστική διανομή όλων των προϊόντων εκείνης (γαλακτοκομικών και χυμών) στους νομούς Βοιωτίας και Φωκίδας και στο νότιο τμήμα του νομού Φθιώτιδας, έναντι αμοιβής, η οποία συνίστατο στο ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) αξίας των πωλήσεων και σε ορισμένες πρόσθετες παροχές (bonus), στην περίπτωση επίτευξης ποσοτικών στόχων, και συνολικά στο ποσοστό 9,87% κατά μέσο όρο, που παρέμεινε σταθερό σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής η ενάγουσα, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του έργου της διανομής και με την προοπτική συνέχισής του για πολλά έτη, προχώρησε σε επενδύσεις μεγάλου κόστους και διαμόρφωσε υποδομή για την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, με επιτυχή αποτελέσματα, αφού δημιούργησε μεγάλη πελατεία στις παραπάνω περιοχές και αύξησε προοδευτικά τον κύκλο (τζίρο) των πωλήσεων. Ότι η προαναφερόμενη σύμβαση περιείχε πολλούς καταχρηστικούς και περιοριστικούς του ανταγωνισμού όρους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν, α) ο καθορισμός εκ μέρους της εναγομένης της τιμής μεταπώλησης των προϊόντων της, β) η κατανομή των αγορών, αφού η ενάγουσα μπορούσε να μεταπωλεί τα προϊόντα μόνο στις παραχωρηθείσες περιοχές, ενώ της απαγορευόταν να πραγματοποιεί, ακόμη και παθητικές πωλήσεις, σε όμορες περιοχές, γ) η επιβολή από την εναγομένη μη εύλογων όρων συναλλαγών με καθορισμό της αμοιβής της ενάγουσας σε χαμηλά επίπεδα, με συνέπεια η τελευταία να αδυνατεί να καλύπτει το υψηλό κόστος διανομής των προϊόντων, το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό 11,46, και να αποκομίζει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος και δ) η επιβολή ρητρών μη ανταγωνισμού και αποκλειστικής προμήθειας. Ότι το Σεπτέμβριο 2008 η εναγομένη αιφνιδίως, χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία, προέβη στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, επικαλούμενη αναληθώς και καταχρηστικώς παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ότι επιπλέον η εν λόγω καταγγελία αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, γιατί έγινε με σκοπό να σφετεριστεί η εναγομένη την πελατεία της και να εκμεταλλευτεί τη φήμη, το μόχθο και τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε ως αποκλειστική διανομέας, για την καθιέρωση των προϊόντων εκείνης. Ότι ο όρος της σύμβασης, με τον οποίο προβλεπόταν, ως αμοιβή της, ποσοστό 9,87% στον πραγματοποιούμενο τζίρο από την πώληση των προϊόντων της εναγομένης, που αντιστοιχούσε στο 60% του τζίρου από τη συνολική δραστηριότητά της (ενάγουσας), ήταν άκυρος, διότι, όχι μόνο δεν της εξασφάλιζε ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, αλλά επιπλέον το ποσοστό αυτό υπολειπόταν κατά πολύ του κόστους διανομής των προϊόντων της εναγομένης (11,46%), ακόμη δε, διότι ο πιο πάνω όρος συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους της υπερέχουσας οικονομικά εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αυτής (ενάγουσας) από εκείνη. Ότι η εύλογη αμοιβή που έπρεπε να λαμβάνει για τις υπηρεσίες διανομής που παρείχε στην εναγομένη, ώστε να έχει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος της τάξεως του 6-7% , ενόψει του ετήσιου τζίρου (4.300.000 €) και των σημαντικών κερδών της εναγομένης, του μεγέθους της επένδυσης που πραγματοποίησε η ίδια (1.500.000 €) και του κόστους διανομής, ανέρχεται σε ποσοστό 18%, άλλως σε ποσοστό 15% επί του συνολικού τζίρου από τη μεταπώληση των προϊόντων εκείνης. Ότι η διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της πιο πάνω εύλογης αμοιβής της, για το χρονικό διάστημα από το 2001 έως και 30.9.2008, ανέρχεται, με βάση τον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής της σε ποσοστό 18%, στο ποσό των 2.530.403,79 €, άλλως, με βάση τον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής της σε ποσοστό 15%, στο ποσό των 1.596.758,26 €. Ότι, επικουρικά, υπέστη ζημία, η οποία συνιστάται στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αμοιβής και του κόστους διανομής, και ανέρχεται, για το χρονικό διάστημα των ετών 2003-2008, στο ποσό των 506.614,13 €. Ότι αν η εναγομένη δεν προέβαινε στην πιο πάνω άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία, η σύμβασή τους θα συνεχιζόταν, με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για πέντε ακόμη έτη και ειδικότερα από το 2008 έως τις 30.9.2013, διάστημα, κατά το οποίο θα κέρδιζε, με βάση το εύλογο περιθώριο κέρδους 18%, άλλως 15%, το συνολικό ποσό των 1.590.387,33 €, άλλως το ποσό των 928.6456. Ότι επιπλέον, μετά τη λήξη της επίμαχης σύμβασης με υπαιτιότητα της εναγομένης, δικαιούται να εισπράξει, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των 763.238,41 €, άλλως το ποσό των 636.032 €, με βάση τη μέση καταβλητέα εύλογη αμοιβή των τελευταίων πέντε ετών, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 18%, άλλως 15%, άλλως το ποσό των 403.080,27 €, με βάση τη μέση καταβληθείσα αμοιβή των ίδιων ετών, διότι εισέφερε στο δίκτυο της εναγομένης τους αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή πελάτες, τους οποίους διατήρησε η τελευταία. Ότι, τέλος, εξαιτίας της καταχρηστικής και περιοριστικής του ανταγωνισμού συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της προσβολής της φήμης, της αξιοπιστίας και της παρεμπόδισης της ανάπτυξής της, για την αποκατάσταση της οποίας έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 500.000 €. Στη συνέχεια ζήτησε η ενάγουσα, αφού περιόρισε το αίτημα της αγωγής της, τα εξής: Α). 1) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, μετά από δήλωση της ίδιας για συμψηφισμό της αξίωσής της με ανταπαίτηση της εναγομένης ποσού 335.338 €, το ποσό των 70.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο των 2.125.015,79 ευρώ, άλλως των 1.191.370,26 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 2.195.015,79, άλλως των 1.261.370,26 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της υπολογιζόμενης σε ποσοστό 18%, άλλως 15%, εύλογης αμοιβής, την οποία δικαιούται να εισπράξει, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 174, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, λόγω ακυρότητας της σχετικής με την αμοιβή της ρήτρας, ενόψει αντίθεσης αυτής στα χρηστά ήθη και στο νόμο, επικουρικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, επειδή δεν έγινε με δίκαιη κρίση ο μονομερής καθορισμός της αμοιβής της από την εναγομένη, επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 Α, λόγω αντίθεσης της ρήτρας καθορισμού της αμοιβής του στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθης ακυρότητας αυτής, ακόμη επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2α του ν.703/1977 και 174 ΑΚ, λόγω καθορισμού της αμοιβής της με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνακόλουθα ακυρότητας της ρήτρας αυτής, και τέλος, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, λόγω αντίθεσης προς τη διάταξη αυτή της πιο πάνω ρήτρας καθορισμού της αμοιβής της. 2) Επικουρικά, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 506.614,13 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της εισπραχθείσας αμοιβής της και του κόστους διανομής των προϊόντων, κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 Ακ και επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, το ποσό των 70.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο των 1.520.387,33 ευρώ, άλλως των 858.645 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 1.590.387,33, άλλως των 928.645 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τα διαφυγόντα κέρδη της των επόμενων πέντε ετών από την καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της ένδικης σύμβασης, τα οποία δικαιούται, α) λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 1 του ν. 146/1914, ενόψει άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης, που έγινε με το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας που η ίδια δημιούργησε και την εκτόπισή της από την αγορά, επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 281 και 288 ΑΚ, ενόψει του παράνομου και καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ενόψει της καταχρηστικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη καταγγελία και της διακοπής της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης της με την ίδια και β) λόγω της ενδοσυμβατικής ευθύνης της, ενόψει της αντίθεσης της καταγγελίας στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και της συνακόλουθης ακυρότητάς της και της περιέλευσης της εναγομένης σε υπερημερία (343 ΑΚ). Γ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των 70.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει για την ίδια αιτία το υπόλοιπο των 693.238,41 ευρώ (με βάση ποσοστό 18%), άλλως το ποσό των 566.032 ευρώ (15%), άλλως το ποσό 333.080,27 ευρώ (με βάση τις καταβληθείσες αμοιβές) από το συνολικό ποσό των 763.238,41, 636.032 και 403.080,41 ευρώ αντίστοιχα, με βάση τις διατάξεις 9 παρ.1 του π.δ. 219/1991 και 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007. Δ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 €, και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει για την ίδια αιτία, το ποσό των 450.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 2α του ν. 703/1977, 57, 59, 281, 914, 919 και 932 ΑΚ. Το Εφετείο έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την αγωγή αυτή, ως προς το κεφάλαιο με στοιχ. Α, που αναφέρεται στις αξιώσεις της ενάγουσας για επιδίκαση εύλογης αμοιβής, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της υπολογιζόμενης σε ποσοστό 18%, άλλως 15%, εύλογης προμήθειάς της, ως διανομέως, και επικουρικά για επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ της εισπραχθείσας αμοιβής της και του κόστους διανομής των προϊόντων, ως αποζημίωσης από το άρθρο 919 ΑΚ, άλλως ως αδικαιολόγητου πλουτισμού από παράνομη και ανήθικη αιτία, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεχόμενο τα εξής: " Από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, όπως καθίσταται σαφές, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις (με στοιχείο Α), ότι η ενάγουσα συναρτά την εύλογη αμοιβή της από το κόστος διανομής των προϊόντων της εναγομένης, σε σχέση με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, η προσδιορισθείσα από την εναγομένη αμοιβή στο ποσοστό του 9,87% επί του πραγματοποιουμένου τζίρου από τη μεταπώληση των προϊόντων της, όχι μόνο δεν της απέφερε το αναμενόμενο εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, αλλά αντίθετα της προκάλεσε ζημία ύψους 506.614,13 €. Εν τούτοις, αν και αναφέρει στην αγωγή της το συνολικό ανά μήνα και έτος, για το χρονικό διάστημα των ετών 2002-2008, κόστος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής της, που αντιστοιχεί στο τζίρο των προϊόντων της εναγομένης (60% ), δεν εξειδικεύει και δεν προσδιορίζει, α) ως προς τις αμοιβές και τα έξοδα προσωπικού, πόσους υπαλλήλους απασχολούσε για τη διακίνηση των προϊόντων της εναγομένης, την ειδικότητα και το μηνιαίο ή κατ' άλλη χρονική μονάδα μισθό καθενός, β) ως προς τις αμοιβές και τα έξοδα του ελεύθερου επαγγέλματος, το είδος των εν λόγω αμοιβών και εξόδων και το αναλογούν ποσό για κάθε αμοιβή και έξοδο, γ) ως προς τα ασφάλιστρα κτιρίων, μεταφορικών μέσων και προσωπικού, το είδος και το αναλογούν ανά μήνα ή άλλη χρονική μονάδα, ποσό των ασφαλίστρων για κάθε κτίριο, μεταφορικό μέσο και υπάλληλο, δ) ως προς την επισκευή και συντήρηση κτιρίων, μηχανημάτων, μεταφορικών μέσων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και ψυγείων, το μηνιαίο κόστος για κάθε επισκευή κάθε κτιρίου, μηχανήματος, μεταφορικού μέσου, ηλεκτρονικού υπολογιστή, και ψυγείου, καθώς και ποίων και πόσων, ε) ως προς τα τέλη - φόρους, το είδος κάθε τέλους και φόρου και το αναλογούν ποσό για κάθε τέλος και φόρο, στ) ως προς τους δημοτικούς φόρους και τέλη, το είδος κάθε τέλους και φόρου και το αναλογούν ποσό για κάθε τέλος και φόρο, ζ) ως προς τα έξοδα μεταφορών, το είδος και τη μηνιαία δαπάνη κάθε εξόδου, η) ως προς τα έξοδα προβολής και διαφήμισης, το είδος της διαφήμισης και τη μηνιαία γι' αυτή δαπάνη, θ) προς τις συνδρομές - εισφορές, το είδος και την αναλογούσα δαπάνη για κάθε συνδρομή και εισφορά, ι) ως προς τις δωρεές - επιχορηγήσεις, το είδος και την αναλογούσα δαπάνη για κάθε δωρεά - επιχορήγηση, ια) ως προς τα έντυπα, το είδος, την ποσότητα και την αναλογούσα δαπάνη για κάθε έντυπο, ιβ) ως προς χα έξοδα δημοσιεύσεων, το αντικείμενο και μέσο της δημοσίευσης, καθώς και την αναλογούσα δαπάνη για κάθε δημοσίευση, ιγ) ως προς τα διάφορα λοιπά έξοδα, το είδος και την αναλογούσα δαπάνη για κάθε έξοδο, ιδ) ως προς τους τόκους και λοιπά έξοδα, τι αφορούν οι τόκοι, το είδος των εξόδων και την αναλογούσα επί μέρους δαπάνη για τους τόκους και κάθε έξοδο, ιε) ως προς τις αποσβέσεις παγίων, το είδος των παγίων, το έτος και την αξία κτήσης καθενός, καθώς και το αναλογούν ποσό απόσβεσης καθενός. Η αναγραφή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών είναι απαραίτητη, ώστε να κριθεί αφενός μεν, εάν τα παραπάνω έξοδα ήσαν αναγκαία για τη διακίνηση των προϊόντων της εναγομένης και αφετέρου, εάν αντιστοιχούν στο 60% της εμπορικής δραστηριότητας της ενάγουσας, και νά ερευνηθεί στη συνέχεια εάν η ενάγουσα αποκόμισε κέρδος και αν αυτό ήταν εύλογο σε σχέση με την αμοιβή της, ή υπέστη ζημιά και πόση. Πλέον τούτων, η ενάγουσα αν και επικαλείται ως νομική βάση της αξίωσής της για εύλογη αμοιβή, τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, εν τούτοις, δεν αναφέρει στην αγωγή της, ποία ήταν η κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος της επίδικης σύμβασης συνηθισμένη αμοιβή που καταβαλλόταν στον τόπο που ασκούσε τη δραστηριότητά της (Βοιωτία, Φωκίδα και νότιο τμήμα Φθιώτιδας) ή σε όμορες περιοχές στον αποκλειστικό διανομέα όμοιων προϊόντων με αυτά της εναγομένης (γαλακτοκομικών και χυμών). Η έλλειψη αναγραφής στην αγωγή όλων των ανωτέρω περιστατικών στερεί τη δυνατότητα αφενός μεν από την εναγομένη να αμυνθεί αποτελεσματικά και αφετέρου από το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής, ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις της ενάγουσας, επάγεται δε, ως εκ τούτου την αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί από την εκτίμηση των αποδείξεων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά απέρριψε ως αόριστη την επίμαχη αγωγή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα εκτιθέμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή της κατά την έκταση αυτή. Ειδικότερα, αναφορικά με την ιστορούμενη βάση από το άρθρο 5 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 για τη θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για εύλογη αμοιβή της το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε στο σύνολο του υπόψη το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό και τον έκρινε επίσης απαράδεκτο, λόγω αοριστίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και με την εκδοχή που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι η σχετική αξίωσή της στηρίζεται στη διάταξη του τελευταίου εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του π.δ. 219/1991, σύμφωνα με την οποία, ελλείψει συνηθισμένης αμοιβής στον τόπο δραστηριότητας του διανομέα, ο τελευταίος δικαιούται αμοιβή, που καθορίζεται με βάση τα σχετιζόμενα με την εμπορική πράξη στοιχεία, η αοριστία της αγωγής εξακολουθεί να υφίσταται, αφού, όπως έχει προαναφερθεί, η στηριζόμενη στη διάταξη αυτή αξίωση του διανομέα, προϋποθέτει, εκτός των άλλων, την έλλειψη σχετικώς εμπορικών συνηθειών στον τόπο της δράστηριότητάς του, στοιχείο όμως για το οποίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στην αγωγή. Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με το να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή της κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα εκτιθέμενα σ' αυτήν στοιχεία, και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, διότι, κατά το αναιρετήριο, δεν έλαβε υπόψη το στηριζόμενο στο άρθρο 5 παρ.2 εδ. τελευταίο του π. δ. 219/1991 αγωγικό ισχυρισμό για τη θεμελίωση της πιο πάνω αξίωσής της. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 συνάγεται ότι από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ.α του τελευταίου άρθρου αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος . Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα. Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή^ τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 κα 4 του π.δ. 219/1991. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζητούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετική; ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης. Επομένως, δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα καθαρά κέρδη. Όμως, τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και η επίκληση των κονδυλίων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε την επίμαχη αγωγή, ως προς το κεφάλαιο με στοιχ. Β, που αναφέρεται στην αξίωση της ενάγουσας για επιδίκαση των διαφυγόντων κερδών της κατά την πενταετία από την καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της ένδικης σύμβασης, συνολικού ποσού 1.590.387,33, άλλως 928.645 ευρώ, λόγω αδικοπρακτικής και ενδοσυμβατικής ευθύνης της τελευταίας, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την αξίωση διαφυγόντων κερδών του πρώτου εξαμήνου, και μη νόμιμη, ως προς την αξίωση του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος, δεχόμενο τα εξής: "Η αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας, λόγω διαφυγόντων κερδών, της περιόδου από 1.10.2008 έως 30.9.2013, κατά το μέρος που αφορά το χρονικό διάστημα πέραν του εξαμήνου από την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, ήτοι από 1.4.2009 έως 30.9.2013, είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του πδ. 219/1991, γιατί, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας για τα διαφυγόντα κέρδη αξίωση του αποκλειστικού διανομέα, σε περίπτωση υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εντολέα- προμηθευτή, συνίσταται, επί συμβάσεως αόριστης διάρκειας, στα κέρδη που αυτός θα εισέπραττε, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, η οποία έπρεπε .να τηρηθεί, κατά τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, για την καταγγελία της και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, είναι εξάμηνη. Εξάλλου, κατά το μέρος που η αγωγή, ως προς το ίδιο ως άνω αίτημα, θεμελιώνεται στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας, επίσης, δεν είναι νόμιμη, διότι, ναι μεν ο διανομέας, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής από τον εντολέα, δικαιούται να ζητήσει και περαιτέρω αποζημίωση για την προκληθείσα θετική και αποθετική περιουσιακή ζημιά, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, πλην όμως, εφόσον κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση αυτή, ως αόριστης διάρκειας, λύεται ελευθέρως, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της εξάμηνης προθεσμίας, χωρίς η παράβαση της σχετικής διάταξης να συνιστά αδικοπραξία, η αποθετική ζημιά της ενάγουσας διανομέως δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτή θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας από την εξακολούθηση λειτουργίας της σύμβασης και πέραν του εξαμήνου, αφού η καταγγελία, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού, δεν είναι άκυρη. Ως εκ τούτου επιφέρει σε κάθε περίπτωση, τη λύση της σύμβασης, με αποτέλεσμα η ζητούμενη αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο του εξαμήνου, ήτοι μέχρι 30-9-2013, να εδράζεται πλέον επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συγκεκριμένα επί της επικαλούμενης από την ενάγουσα απλής προσδοκίας συνεχίσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως αποκλειστικής διανομής επί πέντε ακόμη έτη, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού, κατά τα εκτεθέντα, η εναγομένη δεν είχε ούτε νομική ούτε και συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της επί κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αυτή εδικαιούτο να καταγγείλει και συνακόλουθα να λύσει την ένδικη σύμβαση ελευθέρως και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη προθεσμία, πέραν της εξάμηνης. Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω αίτημα (κύριο και επικουρικό), κατά το μέρος που αφορά στο χρονικό διάστημα της εξάμηνης προθεσμίας από την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, ήτοι από 1-10-2008 έως 30.9.2009, είναι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, γιατί καθίσταται αδύνατος ο προσδιορισμός του ύψους των φερομένων ως διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας, που αντιστοιχούν στο διάστημα αυτό, το οποίο (ύψος) δεν μπορεί να εξευρεθεί με τη διαίρεση του συνολικά ζητούμενου ποσού με τον αριθμό των μηνών του όλου χρονικού διαστήματος (μέσος όρος), αφού είναι ενδεχόμενο στο χρονικό αυτό διάστημα (του εξαμήνου από την καταγγελία) να αντιστοιχούν διαφυγόντα κέρδη χαμηλότερα του αναλογούντος μέσου όρου. Επιπλέον δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε αναφέρονται ειδικές περιστάσεις που να καθιστούν πιθανό το φερόμενο ως απολεσθέν κέρδος, με βάση την αμοιβή του 18% άλλως του 15% , ότι δηλαδή κατά το εν λόγω εξάμηνο διάστημα με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αφενός μεν θα πραγματοποιούσε η ενάγουσα τον ίδιο τζίρο με αυτόν του τελευταίου προ της καταγγελίας έτους και αφετέρου θα είχε επιτύχει την αύξηση του ποσοστού της αμοιβής της από το 9,87% στο 18% άλλως στο 15%". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο των διαφυγόντων του πέραν του εξαμήνου χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της επίμαχης σύμβασης, ύστερα από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 361, 330, 914, 919 ΑΚ, 1 του ν. 146/1914, 2α του ν. 703/1977, 4 παρ. 2, 8 παρ. 4, 9 παρ.ΐγ του π.δ. 219/1991, στις οποίες, με βάση το ιστορικό της αγωγής, επιχειρείται η στήριξη της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, κατά διαδοχική σειρά, λόγω άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης, που έγινε με το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας που η ενάγουσα δημιούργησε και την εκτόπισή της από την αγορά, λόγω του παράνομου και καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, λόγω συνδρομής των όρων του άρθρου 919 ΑΚ και λόγω παραβίασης της διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ενόψει της καταχρηστικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη καταγγελία και τη διακοπή της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης της με την ίδια, αλλά και της ενδοσυμβατικής ευθύνης αυτής λόγω της αντίθεσης της καταγγελίας στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και της συνακόλουθης ακυρότητά της και της περιέλευσης της εναγομένης σε υπερημερία (343 ΑΚ). Η πιο πάνω αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη είτε από τη σύμβαση είτε από αδικοπραξία, που έχει ως αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο την καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης κατά τρόπο καταχρηστικό και εντελώς αδικαιολόγητο, περιορίζεται, όπως έχει προαναφερθεί, μόνο στο χρονικό διάστημα ενός εξαμήνου από την καταγγελία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ουσιώδεις για το ζήτημα αυτό αγωγικούς ισχυρισμούς. Εξάλλου, ορθά έκρινε το Εφετείο, απαράδεκτη για λόγους νομικής αοριστίας την αγωγή, ως προς την αξίωση της ενάγουσας για τα διαφυγόντα κέρδη, του εξάμηνου χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της σύμβασης, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είναι ικανά αυτά και μόνο να επισύρουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ Για να οδηγηθεί στην αμέσως παραπάνω κρίση του το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ουσιώδεις σχετικώς αγωγικούς ισχυρισμούς, δηλαδή και εκείνους που αναφέρονται στον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής της ενάγουσας σε ποσοστό 18% και επικουρικά σε 15% επί του συνολικού τζίρου. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ως προς το πιο πάνω υπό στοιχείο Β κεφάλαιο της αγωγής της για διαφυγόντα κέρδη, υπέπεσε στην πλημμέλεια α) του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και έκρινε μη νόμιμη την αξίωσή της διαφυγόντων κερδών του πέραν του εξαμήνου από την καταγγελία της επίμαχης σύμβασης χρονικού διαστήματος, β) στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προσδιοριστικό του πιο πάνω διαφυγόντος κέρδους της, με βάση το άρθρο 298 ΑΚ αγωγικό ισχυρισμό, γ) του αριθμού 1, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και απέρριψε ως αόριστη την εν λόγω αξίωση διαφυγόντων κερδών για το εξάμηνο χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από αυτά που οι εν λόγω διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ απαιτούν (η επιπρόσθετη επίκληση στην περίπτωση αυτή προβολής νομικής αοριστίας και του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 14 δεν προσιδιάζει στο επίμαχο ζήτημα) και δ) στην πλημμέλεια του αριθμού 8 , διότι δεν έλαβε υπόψη, ως προς την τελευταία αυτή αξίωση διαφυγόντων κερδών του εξαμήνου, τα εκτιθέμενα στην αγωγή της στοιχεία που δικαιολογούν την αύξηση του ποσοστού της αμοιβής από 9,87% σε 18%, άλλως σε 15%.

Από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του πιο πάνω π.δ. 219/1991 συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο ή διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 16/2013). Το ύψος της αποζημίωσης αυτής, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχ. β' της παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, να υπερβεί το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της σύμβασης ή αν αυτή διήρκεσε λιγότερο χρόνο το μέσο όρο του χρόνου αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α" και 3 του ίδιου π.δ., με τις οποίες ορίζεται ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4, στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων, ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες κλπ., ότι η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, συνάγεται ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πιότης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ. γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε, ως προς το κεφάλαιο Γ', που αναφέρεται στην αξίωση αποζημίωσης πελατείας, μη νόμιμη την αγωγή, σε σχέση με τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής με βάση ποσοστό εύλογης αμοιβής, κυρίως 18% και επικουρικά 15%, και νόμιμη την ίδια αξίωση, προσδιοριζόμενη επικουρικότερα, με βάση τις πράγματι καταβληθείσες στην ενάγουσα διανομέα αμοιβές, στο ποσό των 403.080,41 ευρώ, και ως προς το κεφάλαιο Δ', που αναφέρεται στην αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, νόμιμη καταρχήν την αγωγή, με την εξαίρεση της στήριξης της αξίωσης αυτής στις βάσεις των απορριφθέντων κεφαλαίων Α' και Β', καθώς και στη διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977, που καταργήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009. Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και τις εν λόγω κριθείσες νόμιμες αξιώσεις, ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα εξής: "Δυνάμει άτυπης σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε το έτος 1987 μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας, με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, η ενάγουσα ανέλαβε κατ' αποκλειστικότητα τη διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών της αντισυμβαλλομένης της στους νομούς Βοιωτίας, όπου είχε και την έδρα της (Λειβαδιά), Φωκίδας και στο νότιο τμήμα του νομού Φθιώτιδας. Ειδικότερα, η ενάγουσα, η οποία είχε την απαιτούμενη για τη διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών υποδομή, δηλαδή δικές της εγκαταστάσεις, ΙΧΦ αυτοκίνητα - ψυγεία, κεφάλαιο, υπαλληλικό και βοηθητικό προσωπικό μηχανογραφικά-ηλεκτρονικά μέσα και λογιστική υποστήριξη, ανέλαβε να διαθέτει και να διανέμει τα προϊόντα της εναγομένης, σε διάφορα σημεία λιανικής πώλησης (κυλικεία, φούρνους, ζαχαροπλαστεία, ψιλικατζίδικα, super markets, νοσοκομεία κλπ) που βρίσκονταν στην εδαφική περιφέρεια των προαναφερόμενων νομών. Η μεταξύ τους συνεργασία εξελισσόταν ως εξής: Η ενάγουσα παραλάμβανε κάθε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (με την εξαίρεση των Κυριακών και επίσημων αργιών) από την εναγομένη, στις εγκαταστάσεις της στη Λειβαδιά, το είδος και τις ποσότητες των προϊόντων που της είχε παραγγείλει βάσει σχετικών δελτίων από την προηγούμενη ημέρα, τα οποία στη συνέχεια αποθήκευε προσωρινά σε μεγάλο ψυκτικό θάλαμο, κυριότητας της εναγομένης, που της είχε χρησιδανείσει. Η ποσότητα και το είδος των προϊόντων προσδιορίζονταν από την ενάγουσα βάσει των διαπιστούμενων από την ίδια αναγκών και σημείων πώλησης που εξυπηρετούσε. Η ενάγουσα αγόραζε από την εναγομένη τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τους χυμούς, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε στο όνομα και για λογαριασμό της (ενάγουσας) στα σημεία πώλησης των παραχωρηθεισών περιοχών, τα οποία εξεύρισκε η ίδια. Η συμφωνημένη αμοιβή που ελάμβανε για τη δραστηριότητά της αυτή και η οποία διατηρήθηκε αμετάβλητη καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, συνίστατο σε ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) αξίας των προϊόντων, προς τούτο δε εκδίδονταν από την εναγομένη σχετικά τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής στο όνομα της ενάγουσας, από τα οποία αφαιρείτο η παραπάνω βασική της προμήθεια. Δηλαδή η ενάγουσα με την αγορά των προϊόντων έπαιρνε την ανωτέρω βασική της προμήθεια. Τα τιμολόγια αυτά ήταν πληρωτέα με πίστωση 15 ημερών, προς τούτο δε η ενάγουσα εξέδιδε και παρέδιδε στην εναγομένη, χάριν καταβολής, αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές. Η ενάγουσα δεσμευόταν από την εναγομένη, ως προς την ανώτατη καθορισθείσα από την ίδια τιμή μεταπώλησης των προϊόντων της, είχε, όμως, το δικαίωμα να δίνει, πέραν των οριζομένων από εναγομένη, περαιτέρω ή πρόσθετη πίστωση ή έκπτωση στους πελάτες της περιοχής της, επιβαρύνοντας αποκλειστικά και μόνο την ίδια. Σε περίπτωση που η ενάγουσα επιτύγχανε τους τριμηνιαίους στόχους πωλήσεων, που προβλέπονταν στις σχετικές εγκυκλίους που της απέστελλε η εναγομένη κάθε έτος, ελάμβανε επιπλέον αμοιβή ποσοστού 3% επί του καθαρού τζίρου επί των πωλήσεων, που της αποδίδονταν στο τέλος του τριμήνου. Σημειωτέον ότι όσον αφορά τις υπεραγορές (super markets, αλυσίδες καταστημάτων) η εναγομένη κατήρτιζε απευθείας κεντρικές συμφωνίες μαζί τους (ως προς τις εκπτώσεις, το χρόνο πληρωμής κλπ), για τις συναλλαγές που γίνονταν μέσω της ενάγουσας, η οποία, στις περιπτώσεις αυτές, ελάμβανε ως αμοιβή το ανωτέρω ποσοστό του 8% ,χωρίς όμως να δικαιούται πρόσθετη αμοιβή (πριμ). Στις υπεραγορές αυτές η εναγομένη παρείχε εκπτώσεις, ανάλογα με τον ετήσιο τζίρο των προϊόντων της, οι οποίες (εκπτώσεις) τους αποδίδονταν με πιστωτικό σημείωμα στο τέλος του έτους. Στις περιπτώσεις των υπεραγορών η ενάγουσα λειτουργούσε, ως απλή διακινήτρια των προϊόντων της εναγομένης, χωρίς να δεσμεύει δικά της κεφάλαια. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, παρέδιδε άμεσα στην τελευταία τα σχετικά παραστατικά στοιχεία και όλες τις αντίστοιχες εισπράξεις (σε μετρητά ή σε αξιόγραφα που εκδίδονταν σε διαταγή της εναγομένης) από την πώληση των προϊόντων της. Για τη διανομή των προϊόντων της εναγομένης, η ενάγουσα εκτελούσε, μέσω του απασχολουμένου προσωπικού της καθημερινά δρομολόγια με τα οχήματα που διέθετε, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε αυτά στην πραγματική τους αξία, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια -δελτία αποστολής προς τους πελάτες, είτε επί πιστώσει, είτε τοις μετρητοίς, με εξαίρεση τις υπεραγορές, όπου εξέδιδε πάντα επί πιστώσει τιμολόγια πώλησης για λογαριασμό της εναγομένης. Ειδικότερα, η ενάγουσα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που τη συνέδεε με την εναγομένη, ήταν υποχρεωμένη να φέρει στα φορτηγά της τα χρώματα και σήματα της τελευταίας, να διακινεί τα εμπορεύματα αυτής αποκλειστικά και μόνο εντός των εδαφικών περιοχών της, να τηρεί καθήκον εχεμύθειας και να μη συνεργάζεται με ανταγωνιστές της εναγομένης ή να διακινεί δικά τους εμπορεύματα, να διαθέτει τις οριζόμενες δυνάμει σχετικών εγκυκλίων της εναγομένης ποσότητες εμπορευμάτων, στόχος, που αν επιτυγχανόταν αμοιβόταν με πρόσθετη αμοιβή, να έχει τοποθετημένο στα φορτηγά της φορητό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο της, στο οποίο είχε άμεση πρόσβαση η εναγομένη, να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, επιθεωρώντας τα σημεία πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνισή τους και εν γένει να προωθεί τα συμφέροντα της εναγομένης. Επίσης, σε περίπτωση λήξης της ημερομηνίας ανάλωσης των προϊόντων της εναγομένης ή μη διάθεσής τους από την ενάγουσα, αυτά επιστρέφονταν στην εναγομένη, εκτός εάν από υπαιτιότητα της πρώτης είχαν καταστραφεί, φθαρεί ή δεν είχαν συντηρηθεί σωστά, ή ήταν ακατάλληλα προς χρήση. Για την εξυπηρέτηση της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, η εναγομένη τηρούσε αλληλόχρεο λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνταν οι χρεώσεις και πιστώσεις των συμβαλλομένων. Στο λογαριασμό αυτό καταχωρούνταν όλες οι δοσοληψίες των διαδίκων και ειδικότερα χρεωνόταν το τίμημα των προϊόντων που αγόραζε η ενάγουσα, πιστώνονταν οι επιστροφές των προϊόντων, τα ποσά της συμφωνημένης προμήθειας, τα ποσά της επίτευξης των τεθέντων στόχων (bonus) και των διαφόρων πρόσθετων παροχών που κατέβαλλε η εναγομένη, με απλή αναφορά στα αντίστοιχα παραστατικά στοιχεία και στην αξία τους. Στην περίπτωση των υπεραγορών η εκκαθάριση γινόταν με την καταχώρηση (πίστωση) της αξίας των πωλήσεων και της αναλογούσας αμοιβής της ενάγουσας. Η τελευταία είχε το δικαίωμα να παρακολουθεί και να ελέγχει τον ανωτέρω λογαριασμό, σε τακτά χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας μάλιστα και αντίγραφο του. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από τον τρόπο που λειτούργησε στην πράξη η επίδικη εμπορική συνεργασία των διαδίκων, πληρούν τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, με την έννοια που προεκτέθηκε, με εξαίρεση, όπως προαναφέρθηκε, την περίπτωση των υπεραγορών, όπου η ενάγουσα λειτούργησε ως απλή διακινήτρια των προϊόντων της εναγομένης αφού αυτή (ενάγουσα), α) δεν διακινούσε απλώς και εναπέθετε τα εμπορεύματα στα σημεία λιανικής πώλησης, ως μεταφορέας, αλλά ήταν ανεξάρτητη επαγγελματίας με δικά της κεφάλαια και ήδη διαμορφωμένη υποδομή, ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, β) συντηρούσε με δικές της δαπάνες τον εξοπλισμό, τα φορτηγά-ψυγεία κυριότητάς της και την υπαλληλική, γραμματειακή και εν γένει υποστήριξη της επιχείρησής της, γ) προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγομένη τα διακινούμενα προϊόντα, αγοράζοντας αυτά σε μειωμένη τιμή, ίση με την ποσοστιαία αμοιβή της (8% επί της καθαρής αξίας τους), και τα μεταπωλούσε στους λιανοπωλητές, που εξεύρισκε η ίδια, εκδίδοντας τιμολόγια πώλησης στο δικό της όνομα, αποκομίζοντας ως κέρδος την ως άνω διαφορά τιμής στην μεταπώληση, ενώ ο επιχειρηματικός κίνδυνος ήταν δικός της, δεδομένου ότι πίστωνε και η ίδια περαιτέρω την αξία των πωλούμενων προϊόντων στους αγοραστές τους, δ) είχε ποσοτικούς στόχους πωλήσεων, που ορίζονταν από την εναγομένη, ε) είχε υποχρέωση μη ανταγωνισμού και εχεμύθειας, στ) είχε υποχρέωση χρήσης των χρωμάτων και σημάτων της εναγομένης, ζ) είχε υποχρέωση να μεταπωλεί τα προϊόντα της εναγομένης σε γεωγραφικά οριοθετούμενες περιοχές, ενώ της απαγορευόταν να διενεργεί παθητικές πωλήσεις και η) είχε υποχρέωση να ανακοινώνει στην εναγομένη τυχόν νέα σημεία λιανικής πώλησης, να γνωστοποιεί σ' αυτήν τους πελάτες της, να επισκέπτεται και να επιθεωρεί τα σημεία πώλησης και να προασπίζει και προωθεί εν γένει τα συμφέροντά της. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, η οποία διήρκεσε μέχρι 3Θ.9.2Θ08, η ενάγουσα επιτύγχανε, κατά κανόνα, τους ποσοτικούς στόχους πωλήσεων, με αποτέλεσμα η αμοιβή της να ανέλθει συνολικά (βασική προμήθεια 8% συν bonus), κατά μέσο όρο, κατά μεν τους ισχυρισμούς της ίδιας σε ποσοστό 9,87% επί του τζίρου (προ ΦΠΑ) των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, κατά δε τους ισχυρισμούς της εναγομένης σε 10,56% κατά τα τελευταία πέντε έτη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την από 18-9-2008 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στην ενάγουσα την 26-9-2008, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, χωρίς να τηρήσει καμμία προθεσμία, και ανέθεσε από 1-10-1998 σε άλλο αποκλειστικό συνεργάτη τη διανομή των προϊόντων της στις προαναφερόμενες περιοχές. Στην ανωτέρω καταγγελία η εναγομένη επικαλείτο υπαίτια εκ μέρους της ενάγουσας παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων απέναντι της και συγκεκριμένα μη τακτικό εφοδιασμό των καταστημάτων πελατών της με αποτέλεσμα να παρατηρούνται σ' αυτά ελλείψεις των προϊόντων της, άρνηση αυτών να παραλάβουν τα προϊόντα της ένεκα αλλοίωσής των, οφειλόμενης στην κακή ψύξη των ψυγείων-φορτηγών της, άρνηση εκτέλεσης παραγγελιών και μη έγκαιρη περισυλλογή των κενών καλαθιών από τους αποθηκευτικούς και όχι μόνο χώρους των καταστημάτων πελατών. Πράγματι, όπως προκύπτει από σωρεία εγγράφων, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία μέχρι και το 2006 εμφανίζονταν μεμονωμένα και σπανίως και σε βαθμό που μπορούσαν να δικαιολογηθούν, ως δυνάμενα ενίοτε να συμβούν στον τομέα διακίνησης των ευπαθών προϊόντων της εναγομένης, από το 2007 και εντεύθεν, άρχισαν να συμβαίνουν ολοένα και συχνότερα, με αποτέλεσμα η εναγομένη να δέχεται πληθώρα αναφορών και παραπόνων, τόσο από τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας, όσο και από καταναλωτές αυτών. Ειδικότερα, η εναγομένη κατά τις παρακάτω ημερομηνίες δέχτηκε τις ακόλουθες διαμαρτυρίες:... Την 20 και 21-5-2008 ο τοπικός επιθεωρητής της εναγομένης Ε. Σ., μετά από διήμερη επιθεώρηση που πραγματοποίησε στα καταστήματα της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας (Βοιωτίας και Φωκίδας), διαπίστωσε μεγάλες ελλείψεις σε όλα τα προϊόντα της σε μεγάλες αλυσίδας super-market, τις οποίες και κατέγραψε, κατόπιν δε τούτου απέστειλε σχετική επιστολή στην ενάγουσα. Κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-2ΘΘ8 έως 20-5-2008 ο ιδιοκτήτης του καταστήματος My Market στο Σχηματάρι αρνήθηκε να παραλάβει τα προϊόντα της εναγομένης λόγω μη σωστής ψύξης τους, κατόπιν δε τούτου η εναγομένη απηύθυνε στην ενάγουσα την από 20-5-2008 σύσταση. Την 3-12-2007, όταν η υπεύθυνη του καταστήματος super market DIA της Άμφισσας μετέβη σ' αυτό στις 08:10 βρήκε τα προϊόντα της εναγομένης αφημένα έξω από την πόρτα και το δελτίο αποστολής να γράφει ώρα τιμολόγησης 05:10. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση των προϊόντων και την απόφαση της υπεύθυνης να μην τα παραλάβει. Την 26 και 27-6-2008, σε επίσκεψη του τοπικού επιθεωρητή της εναγομένης Ε. Σ. στα καταστήματα της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας, διεπίστωσε μεγάλο αριθμό κενών κιβωτίων- καλαθιών (περίπου 1100) στους αποθηκευτικούς χώρους αυτών καθώς και έξω από αυτούς. Σημειωτέον ότι η αξία των παραπάνω κιβωτίων, στα οποία συσκευάζονταν τα γάλατα, χρεώνονταν στην ενάγουσα κατά την αγορά των προϊόντων, με την επιστροφή τους όμως πιστώνονταν στο λογαριασμό της, και ήταν συμβατική της υποχρέωση η επιστροφή τους στην εναγομένη προκειμένου να συνεχιστεί χωρίς καθυστερήσεις η παραγωγή του γάλακτος. Τα προαναφερόμενα περιστατικά, τα οποία δεν αρνείται η ενάγουσα, συνιστούν αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει απέναντι στην εναγομένη, συνιστάμενες, μεταξύ των άλλων, και στον έγκαιρο και τακτικό εφοδιασμό των καταστημάτων λιανικής πώλησης με τις ποσότητες των προϊόντων που της είχαν παραγγείλει, έτσι ώστε να μην υφίστανται σ' αυτά ελλείψεις και να μπορούν να εξυπηρετούνται οι καταναλωτές, καθώς και στην παράδοση αυτών (ιδίως του φρέσκου γάλακτος) αρκετές ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία ανάλωσής των και στη σωστή θερμοκρασία ψύξης, έτσι ώστε να μην υφίσταται άμεσος κίνδυνος αλλοίωσής των. Η εναγομένη είχε απευθύνει στην ενάγουσα, τόσο εγγράφως, όσο και προφορικώς, επανειλημμένες προς τούτο συστάσεις και προτροπές, υποδεικνύοντάς της μάλιστα και την αντικατάσταση κάποιων παλαιών φορτηγών της, που δεν διέθεταν ψύξη εν κινήσει, αλλά και τον προγραμματισμό των δρομολογίων. Εξάλλου η ανωτέρω αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, συνιστά και σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, αφού είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των πωλήσεων των προϊόντων της και ως εκ τούτου των εσόδων της και τη δυσφήμησή της στους οικείους συναλλακτικούς κύκλους, επιπλέον δε κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της προς το την ενάγουσα, έτσι ώστε να μην μπορεί να αξιωθεί απ'αυτήν η συνέχιση της επίδικης σύμβασης, αλλά αντίθετα η εξακολούθηση της λειτουργίας της ως άνω ενοχικής σχέσης κατέστη ασύμφορη και δυσβάσταχτη για την καταγγέλουσα εναγομένη. Εφόσον, επομένως η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας, συνισταμένης στην παράλειψη^ εκτέλεσης των ανωτέρω συμβατικών υποχρεώσεών της, που θα δικαιολογούσε την καταγγελία της κατά πάντα χρόνο, αυτή δεν δικαιούται κατά νόμο τη ζητούμενη αποζημίωση πελατείας, αξίωση, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη στην πιο πάνω καταγγελία με σκοπό ανταγωνισμού της ενάγουσας, την υφαρπαγή της πελατείας της και την εκτόπισή της από την αγορά, ώστε να εκμεταλλευθεί, αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, τους κόπους και τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την καθιέρωση των προϊόντων της στις παραχωρηθείσες συμβατικά περιοχές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αντίθετα, αποδείχτηκε, ενόψει του ότι, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και αποτελούσε ως εκ τούτου μία αντικειμενικά προβλέψιμη εκ μέρους της ενάγουσας συναλλακτική δυνατότητα της εναγομένης, ότι αυτή (καταγγελία) έγινε με αποκλειστικό σκοπό και στόχο τη διαφύλαξη των καλώς εννοουμένων συμφερόντων της επιχείρησής της και την προστασία της φήμης και υπόληψής της στην αγορά και όχι με σκοπό την εκτόπιση της ενάγουσας από αυτήν (αγορά) και την οικονομική καταστροφή της, και ως εκ τούτου δεν υπερβαίνει ούτε τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της, έτσι ώστε να μην είναι ούτε καταχρηστική, όπως αντίθετα ισχυρίζεται, επικουρικά, η ενάγουσα. Εξάλλου, για την καταγγελία της σύμβασης των διαδίκων η εναγομένη δεν μεταχειρίστηκε δόλιες ενέργειες ή ανήθικες μεθοδεύσεις, προγενέστερες της καταγγελίας, με σκοπό την απόσπαση- της άνω πελατείας, στην δημιουργία της οποίας είχε συμβάλλει και η ενάγουσα, ώστε η συμπεριφορά της να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε υποκινήθηκε από ταπεινά ελατήρια ή συναισθήματα έχθρας ή μίσους ή εκδίκησης προς την ενάγουσα. Το γεγονός ότι η εναγομένη επεδίωξε, μετά τη λύση της συνεργασίας τους, και ενόψει του ότι από το κλείσιμο του τηρηθέντος μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού προέκυψε κατάλοιπο σε βάρος της ενάγουσας, ύψους 154.137,96 € (το οποίο η τελευταία δεν αρνείται ότι οφείλεται σ'αυτή μέχρι και σήμερα), ποσό για το οποίο η τελευταία εξέδωσε σε διαταγή της τραπεζική επιταγή, την έκδοση σε βάρος της, βάσει αυτής (επιταγής) της με αρ. 193/2009 διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύει, ούτε και υποδηλώνει βούλησή της να εκδικηθεί την ενάγουσα, αλλά μόνο πρόθεση και σκοπό να διεκδικήσει, με τη νόμιμη οδό, την ικανοποίηση της ως άνω αξίωσής της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όλοι οι όροι που ρύθμιζαν την ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ήτοι ο καθορισμός της ανώτατης τιμής μεταπώλησης από την εναγομένη, η απαγόρευση των παθητικών πωλήσεων σε άλλες περιοχές από αυτές στις οποίες δραστηριοποιείτο η ενάγουσα, η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας των γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών από την εναγομένη και η απαγόρευση διακίνησης ανταγωνιστικών προϊόντων, δεν επιβλήθηκαν μονομερώς από την εναγομένη, ούτε αποτέλεσαν προϊόν καταχρηστικής άσκησης κάποιου δικαιώματος της, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων. Η ενάγουσα δε, καθόλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας της με την εναγομένη, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία σχετικά με τους όρους αυτούς, ούτε ζήτησε την τροποποίηση ή την κατάργησή τους, αλλά ούτε και υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, συνδεόμενη αιτιωδώς με τους όρους αυτούς, πράγμα, εξάλλου, που δεν επικαλείται ούτε η ίδια. Αντίθετα ήταν προστατευμένη όσον αφορά τις ενεργητικές πωλήσεις στην περιοχή της, υπό την έννοια ότι είχε την αποκλειστικότητα αυτών και ως εκ τούτου δεν αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της απόσπασης πελατείας της από διανομέα άλλης περιοχής, όπως επίσης ήταν προστατευμένη και έναντι του κινδύνου "διαρροής" πελατών της από την απαγόρευση των παθητικών πωλήσεων. Σε κάθε περίπτωση, οι όροι αυτοί εντάσσονταν στο πλαίσιο της διαμόρφωσης και οργάνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης ως προμηθεύτριας εταιρείας και στόχευαν στην επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής και στη θεμιτή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της. Εξάλλου, ο καθορισμός από αυτήν ανώτατης τιμής μεταπώλησης των προϊόντων της δεν αποτελεί αυτός καθεαυτός περιορισμό του ανταγωνισμού, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο καθορισμός αυτός υποκρύπτει εναρμονισμένη αντιανταγωνιστική πρακτική, ούτε και η ενάγουσα επικαλείται τέτοια συγκεκριμένα στοιχεία. Αντίθετα με τον ανώτατο αυτό καθορισμό της τιμής μεταπώλησης των προϊόντων της εναγομένης, αποκομίζει όφελος ο τελικός καταναλωτής, αφού αυτός έτσι προστατεύεται από τον κίνδυνο της διαμόρφωσης του διπλού περιθωρίου κέρδους. Επομένως, οι ανωτέρω συμβατικοί όροι, αφενός μεν, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, δεν είναι παράνομοι, και αφετέρου, ουδεμία από την εφαρμογή τους υλική ζημιά προκλήθηκε στην ενάγουσα, αλλά ούτε και ούτε οποιαδήποτε ηθική βλάβη στην προσωπικότητά της, ώστε να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί, ως προς όλες τις επικαλούμενες συρρέουσες νομικές βάσεις ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, ενόψει και της προπαρατεθείσας νομικής σκέψης, ορθά απέρριψε ως μη νόμιμη την επίμαχη αξίωση αποζημίωσης πελατείας, σε σχέση με τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής με βάση ποσοστό εύλογης αμοιβής (κυρίως 18% και επικουρικά 15%), ύστερα από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991. Ακόμη σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3α του εν λόγω π.δ. και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπολογιζόμενη επικουρικά, με βάση την πράγματι καταβληθείσα στην ενάγουσα αμοιβή, αξίωση αποζημίωσης πελατείας, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης για καταγγελία της επίμαχης σύμβασης, λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας, η οποία δικαιολογούσε καταγγελία κατά πάντα χρόνο, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, τόσο ως προς τη φύση και το χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, όσο και ως προς την υπαίτια συμπεριφορά της ενάγουσας, που δικαιολογούσε κατά πάντα χρόνο καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης. Περαιτέρω, ως προς την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 57, 59, 281, 914, 919 και 932 ΑΚ και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την εν λόγω αξίωση, με επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες. Για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο, τόσο ως προς την αξίωση αποζημίωσης πελατείας, όσο και ως προς αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τις ένορκες βεβαιώσεις 26 και 27/2009 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λιβαδειάς (ρητώς μνημονεύονται) και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (δεν συνάγεται καμιά δικαστική ομολογία από προτάσεις της εναγομένης αναφορικά με το αντικείμενο της ένδικης υπόθεσης). Συνακόλουθα είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αναφορικά με το κεφάλαιο Γ' για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 3α του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, και αναφορικά με το κεφάλαιο Δ' για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 57, 59, 281, 914, 919 και 932 ΑΚ και διότι διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε. Περαιτέρω η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την ενάγουσα ισχυρισμό, τον οποίο η ίδια χαρακτηρίζει, ως αντένσταση, για έκπτωση της εναγομένης από το δικαίωμα καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, λόγω μη άσκησής του, σύμφωνα με τις επιταγές των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, μέσα σε εύλογο χρόνο από τη γνώση του σπουδαίου λόγου, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, ο ισχυρισμός αυτός έχει αξιολογηθεί, είναι απαράδεκτη, διότι τα σχετικώς εκτιθέμενα περιστατικά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της προαναφερόμενης από το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991 ένστασης της εναγομένης και όχι αντένσταση. Ακόμη, η προβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, σε σχέση με το κεφάλαιο για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2α του ν.703/1977, αναφορικά με την απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, την οποία αρνήθηκε να εφαρμόσει, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητάς της, είναι αλυσιτελής, ενόψει του ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχεται επάλληλα αιτιολογία για έλλειψη τέτοιας εκμετάλλευσης της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης, που στηρίζει αυτοτελώς το σχετικό απορριπτικό διατακτικό. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε σιωπηρά ότι δεν παράγεται δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση από την τελεσίδικη απόφαση 559/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη πανελληνίως απαγόρευε τις, παθητικές πωλήσεις και καθόριζε περιοριστικές του ανταγωνισμού τιμές μεταπώλησης. Η αναιρετική αυτή αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από. την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με τέτοιο δεδικασμένο. Η προβαλλόμενη στη συνέχεια επικουρικά αιτίαση άπό το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό περί δεδικασμένου είναι απαράδεκτος, διότι το εν λόγω επικαλούμενο δεδικασμένο δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της ένδικης υπόθεσης και συνακόλουθα δεν καλύπτονται οι διαγραφόμενες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέσεις.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-1-12 και με αριθμ. καταθ. 92/12 αίτηση και τους από 15-7-13 προσθέτους λόγους αναίρεσης της 3991/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ