Legislator Case Law & Legislation
4/2014 AI generated

4/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 4/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 4 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2013

Legislator headnote

AI generated

4/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 4 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2013

Keywords

AI generated
economic financial dependence bank account holders standing of debtor overpaid supplementary benefits undeclared bank accounts remuneration of bankruptcy trustee
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 4 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2863/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4923/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 31/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης, από 28/3/2013 αίτησης της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4923/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 10615Ζ/9-10-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης της Τράπεζας της Ελλάδος, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4923/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την από 21-5-2013 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, με την οποία ορίζεται δικάσιμος αυτής η 12-11-2013,καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Π. Φ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Προϋποτίθεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του ωφελουμένου και της μη πληρώσεως της αιρέσεως. Ειδικώς επί συμβάσεως εργασίας, στην οποία οι όροι εργασίας του μισθωτού ρυθμίζονται με κανονισμό, που έχει συμβατική ισχύ και αποτελεί μέρος της συμβάσεως εργασίας, η προβλεπόμενη από αυτόν προαγωγή του εργαζομένου, η κρίση περί της οποίας δεν είναι αυθαίρετη, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής και διαπιστώσεως των προϋποθέσεών της. Εφόσον δε ο εργοδότης ή το υπηρεσιακό συμβούλιο (ως εργοδοτικό όργανο) παρά την αντικειμενικώς υφισταμένη συνδρομή των απαιτουμένων όρων, δεν προβεί στην προαγωγή του μισθωτού, κατά κρίση καταφόρως άδικη, συντρέχει περίπτωση όπου ο εργοδότης εμπόδισε την πλήρωση της αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη, υπό την έννοια του άρθρου 207 ΑΚ, η δε αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε και το δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο μισθωτός, αποφαίνεται ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ (Ολ.ΑΠ 27/1995), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2- 1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, που είναι ο 3ος βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων αυτής της Τράπεζας, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και ε) να έχει επιδείξει κατά την άσκηση της όλης του υπηρεσίας ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή. Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, τροποποιήθηκε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 του οργανισμού και θεσπίστηκαν για τους κρινομένους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες Κεντρικής Τράπεζας όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνει σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και εξωτερικό. Εξ άλλου, μέχρι το έτος 1984 οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος γίνονταν βάσει αξιολογήσεως αυτών, στηριζομένης εκτός των λοιπών στοιχείων του άρθρου 12 του οργανισμού και στη βαθμολογία τους για τα ουσιαστικά τους προσόντα, η οποία καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα ποιότητας. Από το έτος 1985 μέχρι και το έτος 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν βάσει βαθμολογίας, που καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης, από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1. Στη συνέχεια με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της καταστάσεως των υπαλλήλων, που τροποποιήθηκε με τις 2/27-2-1987, 20/21-12-1990 και 15/29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου εγκρίθηκε η εφαρμογή νέων φύλλων επίδοσης και νέου ειδικού κανονισμού σύνταξής τους, ενώ από το μήνα Αύγουστο του έτους 1991 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τροποποίηση του οργανισμού η αξιολόγηση γίνεται από Γνωμοδοτικές Επιτροπές, που συστήνονται κατ' έτος με πράξη του Διοικητή. Οι επιτροπές αυτές με βάση τα στοιχεία που περιγράφονται στο έκτο κεφάλαιο του Ειδικού Κανονισμού σύνταξης φύλλων επίδοσης, κατατάσσουν όσους συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για προαγωγή στον επόμενο βαθμό. Οι πίνακες που συντάσσονται από τις γνωμοδοτικές επιτροπές περιέχουν τη σειρά αξιολογήσεως των προς προαγωγή υπαλλήλων με βάση αποδιδομένη (από την επιτροπή) συνολική και ανέλεγκτη βαθμολογία. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές αποτελούν αξιολόγηση καθ' υποκειμενική κρίση του εργοδοτικού αυτού οργάνου, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία της προαγωγής ως υπηρεσιακή εισήγηση για τους υποψηφίους προς προαγωγή και στοχεύουν στην προπαρασκευή και διευκόλυνση της κρίσης του Γενικού Συμβουλίου, σε κάθε δε περίπτωση δεν υποκαθιστούν ούτε δεσμεύουν την κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και δεν περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των κρινομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 4-6-1973 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο αυτής. Υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα και ακολουθώντας την προβλεπόμενη στον Οργανισμό αυτής υπηρεσιακή εξέλιξη, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-12-1992, δυνάμει της υπ' αρ. 7462/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 11 σεμινάρια, ενώ ήταν εισηγητής σε 2 σεμινάρια επιμόρφωσης του EOT και σε σεμινάρια υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας. Υπηρέτησε στη Διεύθυνση Εργασιών του Δημοσίου και ειδικότερα στο Τμήμα Εργασιών του Δημοσίου, στη Δ/νση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, τοποθετηθείς στο Τμήμα Ελέγχου Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων, στο Υποκατάστημα της εναγομένης στον Πειραιά, το 1980 στο Τμήμα Ελέγχου Τραπεζών και το 1986 τοποθετήθηκε Προϊστ/νος Υπηρεσίας Ελέγχου Τουριστικών Επιχειρήσεων. Από το 1978 και μέχρι τις επίδικες προαγωγές του ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα, ως εξής: Αναπληρωτής Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 1-9-1978, Προϊσ/νος Υπηρεσίας Ελέγχου Τουριστικών Επιχειρήσεων του Τμήματος Ελέγχου από 19-3-1986, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Ελέγχου Εφαρμογής Συναλλαγματικών Κανόνων στις Ναυτιλιακές Επιχειρήσεις από 26-5-1988, Αναπληρωτής Προϊστ/νου Τμήματος στο Τμήμα Παρακολούθησης και Μελέτης των Συναλλαγματικών κανόνων από 6-9-1991, Επιθεωρητής Α' Προϊστ/νος Κλιμακίων στη νέα Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος στο Τμήμα Συναλλαγματικών Ελέγχων από 19-12-1991, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τομέα Ειδικών Ελέγχων, της Δ/νσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος από 2-12-2003, Έχει αξιολογηθεί για το έτος 1999 με 13 "εξαίρετος", το 2000 με 13 "εξαίρετος", το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2003 με 17 "εξαίρετος". Περαιτέρω, η εναγομένη με την υπ' αρ. 13/15-12-2003 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου που κοινοποιήθηκε με την υπ' αρ. 18/16-12-2003 εγκύκλιο της Διοικήσεως, προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-12-2003, 15 Εντεταλμένους Τμηματάρχες Προϊσταμένους, προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, παραλείποντας να προαγάγει τον ενάγοντα. Μεταξύ των προαχθέντων ήταν και οι Α. Α., Χ. Π., Ε. Κ., Α. Μ., Γ. Κ., Α. Κ. και Π. Κ.. Ο πρώτος τούτων (Α. Α.) προσλήφθηκε την 17-8-1974 και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 14-2-1997, είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 9 σεμινάρια, ενώ έχει αξιολογηθεί για τα έτη 1999-2002 με 17 "εξαίρετος". Ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 17-4-1986, Προϊσταμένου Τμήματος από 1-6-1992 (πράξη Διοικητού 263/1992) και Προϊσταμένου Τμήματος από 6-8-1993. Συμμετείχε σε μεικτές διυπουργικές επιτροπές, εστάλη στην Αλβανία ως εκπρόσωπος της εναγομένης, έλαβε μέρος σε ημερίδες και υπήρξε εισηγητής στην Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων. Ο δεύτερος συγκρινόμενος (Χ. Π.) προσλήφθηκε την 7-8-1974 και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 27-5-2002. Είναι πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και απόφοιτος παιδαγωγικής ακαδημίας. Γνωρίζει αγγλικά και έχει παρακολουθήσει 5 σεμινάρια. Ασκούσε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστ/νου Υπηρεσίας από 23-8-1983, Προϊστ/νου Υπηρεσίας από 3-4-1986, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 20-2-1998, ενώ συμμετείχε σε ομάδα εργασίας της Επιτροπής Διαχείρισης Έργου Ανάπτυξης Νέου Λογιστικού Σχεδίου και διενήργησε τον έλεγχο του ισολογισμού και απολογισμού έτους 1999 του Ταμείου Αντασφάλειας της Τράπεζας Ελλάδος και Κτηματικής. Έχει αξιολογηθεί το 1999 με 16 "εξαίρετος" και 1 πολύ καλός" και τα έτη 2000, 2001 και 2002 με 17 "εξαίρετος". Η τρίτη συγκρινόμενη (Ε. Κ.) προσλήφθηκε την 11-10-1973 και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής (Ιστορικού Αρχαιολογικού Τμήματος και Αγγλικής Φιλολογίας), κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και γνωρίζει, πλέον των αγγλικών, γαλλικά και έχει παρακολουθήσει 8 σεμινάρια και έχει αξιολογηθεί για τα έτη 2000, 2001 και 2002 με 17 "εξαίρετη". Ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος από 9-9-1991 και Προϊστ/νου Τμήματος από 4-5-1993, ενώ διετέλεσε μέλος Επιτροπής Προγραμματισμού Ανθρωπίνου Δυναμικού, σε Επιτροπές Προμηθειών και στην καταγραφή του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής Καταστάσεως των Υπαλλήλων. Η τέταρτη συγκρινόμενη (Α. Μ.) προσλήφθηκε την 10-2-1972 και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 14-2-1997. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει αγγλικά, έχει παρακολουθήσει 5 σεμινάρια και έχει άριστες αξιολογήσεις. Ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από το 1983 και Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος από 4-9-1990 και Προϊστ/νης Τμήματος από 23-12-1993. Έχει αξιολογηθεί τα έτη 1999 - 2002 με 17 "εξαίρετη". Ο συγκρινόμενος Γ. Κ., προσλήφθηκε την 29-6-1974 και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 14-2-1997. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ (Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων), γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 7 σεμινάρια. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου' Υπηρεσίας από 1-10-1980, Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος από 27-3-1987 και Προϊστ/νου Τμήματος από 30-12-1994, ενώ από 17-2-1992 του ανατέθηκαν καθήκοντα Δ/ντή του Ταμείου Υγείας και αξιολογήθηκε κατά τα έτη 1999 - 2002 με 17 "εξαίρετος". Ο έκτος (Α. Κ.) προσλήφθηκε την 6-9-1972 και είχε ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1997, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (Οικονομικό Τμήμα) του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνωρίζει αγγλικά, ενώ έχει παρακολουθήσει 14 σεμινάρια. Απασχολήθηκε στα Υποκ/ματα Κομοτηνής και Σερρών, στον Τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων της Δ/νσης, όπου ήταν και Προϊστάμενος από το 1989, ενώ από 25-7-2001 ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα από 25-7-2001, Αναπληρωτή Προϊστ/νου Υπηρεσίας από 1-9-1978, Προϊστ/νου Υπηρεσίας από 19-3-1986, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 26-5-1988 και έχει αξιολογηθεί τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος" και τα έτη 2001 - 2002 με 17 "εξαίρετος". Τέλος, ο έβδομος (Π. Κ.) προσλήφθηκε την 24-8-1974 και είχε ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ (Πολιτ. Επιστ. Και Δημοσ. Διοίκησ.), γνωρίζει αγγλικά και έχει παρακολουθήσει 7 σεμινάρια. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 24-5-1989, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 30-10-1991 και Προϊστ/νου Τμήματος από 4-5-1993 συμμετείχε σε επιτροπές (Διαρκής Μεικτή Επιτροπή Υπουργείου Οικονομικών και Τράπεζας της Ελλάδος) και ομάδες εργασίας, ενώ υπηρέτησε στο Υποκ/μα Βόλου και στη Δ/νση Συναλλάγματος. Έχει αξιολογηθεί για τα έτη 1999 - 2002 με 17 "εξαίρετος". Από την αντιπαραβολή και σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και των παραπάνω συναδέλφων του προκύπτει ότι ο ενάγων: α) έναντι του πρώτου εξ αυτών, υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων, την ειδική αρχαιότητα και το χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊστ/νου Υπηρεσίας, ο συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς την αξιολόγησή του, το χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊστ/νου Τμήματος και είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και την άσκηση επιπλέον καθηκόντων, β) έναντι του δευτέρου εξ αυτών υπερέχει ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων το χρόνο άσκησης καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊστ/νου Υπηρεσίας, Προϊστ/νου Υπηρεσίας και Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος, ο συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς την κατοχή ενός επιπλέον πτυχίου και την αξιολόγησή του και είναι ισοδύναμοι ως προς την άσκηση επιπλέον καθηκόντων, γ) έναντι της τρίτης εξ αυτών, υπερέχει ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων, το χρόνο άσκησης καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος, η συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την άσκηση καθηκόντων Προϊστ/νου Τμήματος και είναι ισοδύναμοι ως προς τους τίτλους σπουδών τους, δ)έναντι της τέταρτης εξ αυτών υπερέχει ως προς την ειδική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών του, τον αριθμό σεμιναρίων, το χρόνο άσκησης καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος και Προϊσταμένου Υπηρεσίας, η συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς τη γενική αρχαιότητα, την άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου Τμήματος, την αξιολόγησή της και είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ε) έναντι του πέμπτου υπερέχει ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών του, τον αριθμό σεμιναρίων, ο συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς το χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊστ/νου Υπηρεσίας, Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος, Προϊστ/νου Τμήματος και ως προς την αξιολόγησή του, στ) έναντι του έκτου υπερέχει ως προς την ειδική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών του, ο συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς τη γενική αρχαιότητα, αριθμό σεμιναρίων και είναι ισοδύναμοι ως τη γνώση ξένης γλώσσας και το χρόνο άσκησης καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊστ/νου Υπηρεσίας, Προϊστ/νου Υπηρεσίας και Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος, ζ) έναντι του εβδόμου υπερέχει ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων και το χρόνο άσκησης καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊστ/νου Τμήματος και Προϊστ/νου Υπηρεσίας, ο συνάδελφος του δε υπερτερεί ως προς το χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου Τμήματος και ως προς την αξιολόγησή του. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων υπερέχει καταφανώς έναντι του 2ου, 3ης, 4ης και 7ου των ως άνω συναδέλφων του που προήχθησαν, ενώ δεν υπερέχει καταφανώς έναντι των λοιπών, καθώς η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων αποτελεί ουσιαστικό προσόν και στοιχείο υπεροχής του εκτελούντος αυτά κατά τη σύγκριση των προσόντων (ΑΠ 2/1998, ΑΠ 1579/2001, ΑΠ 839/2004) η αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό αποτελεί σημαντικό κριτήριο για την προτίμηση κατά τις προαγωγές, ενώ και η βαθμολογία αποτελεί επίσης ουσιαστικό προσόν και, συνεπώς η υπεροχή του ως προς τα προαναφερθέντα στοιχεία είναι καταφανής, η παράλειψη δε της προαγωγής του υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος κρίσεως και προαγωγής, υπό την έννοια της αξιοποίησης των ικανότερων υπαλλήλων προς το συμφέρον του εργοδότη. Έτσι η παράλειψη αυτή του ενάγοντος είναι παράνομη, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, και επομένως άκυρη, θεωρείται σαν να μην έγινε, κατ' άρθρα 174, 180 ΑΚ και παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του από 15-12-2003 που έπρεπε να είχε συντελεστεί. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι των 2ου, 3ης, 4ης και 7ου των συναδέλφων του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ. καθώς και αυτή του άρθρου 281 του ίδιου Κώδικα, αφού δέχθηκε ότι η υπεροχή του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσιβλήτου) έναντι των ως άνω προαχθέντων τεσσάρων συναδέλφων του, είναι προφανής, πράγμα το οποίο καθίσταται σαφές, υπό τις ως άνω παραδοχές, αφού, πέρα από την αρχαιότητα και τα λοιπά, τυπικά προσόντα, ως προς τα οποία δεν υστερεί ο ενάγων, έναντι των εν λόγω συναδέλφων του, αλλά, αντίθετα, ως προς την αρχαιότητα (γενική και ειδική) υπερέχει όλων (πλην της 4ης, η οποία, ως την γενική αρχαιότητα υπερτερεί, διορισθείσα το έτος 1972), υπερέχει καταφανώς ως προς το κρισιμότερο, εν προκειμένω, στοιχείο, ήτοι την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και αναλυτικές αιτιολογίες, με τις οποίες δικαιολογείται το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα , στο οποίο οδηγήθηκε το δικαστήριο της ουσίας και παρέχουν τη δυνατότητα του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι ως προς το εάν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ως άνω, ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις του Α.Κ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς δε 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε ότι "από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 2003 παρά την καταφανή υπεροχή του έναντι των ως άνω προαχθέντων, έθιξε, ως παράνομη πράξη, την προσωπικότητα του και προκάλεσε επαγγελματική μείωση αυτού. Για την αποκατάσταση δε της ηθικής βλάβης την οποία αυτός υπέστη, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης το ύψος της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, του πταίσματος των οργάνων της εναγομένης, της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 2.000 ευρώ, όπως αποφάνθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281 Α.Κ. ερμήνευσε και εφήρμοσε και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος (και τελευταίος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2013 αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4923/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Ιανουαρίου.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ