Legislator Case Law & Legislation
4/2009 AI generated

4/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 4/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4291/2001 μη οριστική και 831/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 772/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 8 Μαΐου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας , ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

4/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε με το άρθρο 78 § Ιζ' του Ν. 1996/1991 υπ' αριθμό 8072/123/20-1-1998 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία ισχύει και μετά το Ν. 3371/2005, ρυθμίζονται οι όροι συνεργασίας της Ανώνυμης Εταιρίας Επενδυτικής Διαμεσολάβησης, όπως μετονομάσθηκαν με το άρθρο 41 του Ν. 3371/2005 οι Ανώνυμες Εταιρίες Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΑΕΛΔΕ) που θεσπίσθηκαν με το άρθρο 30 του Ν. 2396/1996, με τα μέλη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 4 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 4/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Τομαρά.

Της αναιρεσιβλήτου: της τελούσης υπό εκκαθάριση Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΗΝΟΣ Ανώνυμος Εταιρία Λήψης και Διαβίβασης Εντολών", νομίμως εκπροσωπουμένης από τους εκκαθαριστές ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαδά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4291/2001 μη οριστική και 831/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 772/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 8 Μαΐου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας , ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27 § 2, 29 και 30 του Ν. 2.396/1996, 361, 703 § 1, 340, 345, 346 ΑΚ, προς αυτές των άρθρων 216, 111 § 2 και 118 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή για την καταβολή αμοιβής, η οποία ασκείται από Α.Ε.Λ.Δ.Ε. κατά Α.Χ.Ε., πρέπει να διαλαμβάνει ότι μεταξύ αυτής (ενάγουσας Α.Ε.Λ.Δ.Ε.) και της εναγομένης (Α.Χ.Ε.) καταρτίσθηκε σύμβαση, σύμφωνα με την οποία αυτή μεν (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να της διαβιβάζει εντολές πελατών της για κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών, εκείνη δε (εναγομένη) να εκτελεί αυτές και να της καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή για τις υπηρεσίες της αυτές, τις διαβιβασθείσες από αυτή προς την εναγομένη εντολές κατ' όνομα επενδυτή, χρόνο, είδος συναλλαγής, ποσό συναλλαγής και αμοιβής της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται με αυτή ότι στα πλαίσια του καταστατικού της σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτών προς εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, για την κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, αμέσως μετά τη σύστασή της, στις 18-3-1999, συμφώνησε με την εναγομένη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, αυτή μεν (ενάγουσα) να της διαβιβάζει εντολές πελατών της για την κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών, εκείνη δε (εναγομένη) να εκτελεί αυτές και να καταβάλλει σε αυτή, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της αυτές, το μισό της προμήθειας που δικαιούται εκείνη, για αόριστο χρόνο (αφού αυτός δεν αναφέρεται ως ορισμένος) και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 18-3-1999 μέχρι 1-12-1999 διαβίβασε στην εναγομένη τις αναφερόμενες λεπτομερώς κατ' όνομα επενδυτή, χρόνο, είδος συναλλαγής, ποσό συναλλαγής, ποσό προμήθειας, 1613 εντολές πελατών της και ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή της (ήμισυ της προμηθείας που δικαιούται εκείνη), ανερχομένη σε 21.723.009 δρχ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, αφού διαλαμβάνει τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για το σκοπό αυτό από τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ορισμένη την αγωγή και δεν την κήρυξε απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, αφού παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 158, 159, 195 ΑΚ, 90 ΕΝ, 713 επ.

ΑΚ και 31 Ν. 1806/1988, αλλά και σ' αυτή (πλημμέλεια) του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα μέρη.

Επειδή, με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε με το άρθρο 78 § Ιζ' του Ν. 1996/1991 υπ' αριθμό 8072/123/20-1-1998 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία ισχύει και μετά το Ν. 3371/2005, ρυθμίζονται οι όροι συνεργασίας της Ανώνυμης Εταιρίας Επενδυτικής Διαμεσολάβησης, όπως μετονομάσθηκαν με το άρθρο 41 του Ν. 3371/2005 οι Ανώνυμες Εταιρίες Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΑΕΛΔΕ) που θεσπίσθηκαν με το άρθρο 30 του Ν. 2396/1996, με τα μέλη.

Προϋπόθεση για τη συνεργασία μεταξύ μέλους και εταιρίας διαμεσολάβησης είναι η σύναψη σύμβασης συνεργασίας. Η σύμβαση αυτή συνεργασίας μεταξύ μέλους και Α.Ε.Ε.Δ. αποτελεί σύμβαση εμπορικής μεσιτείας. Η προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίζει στην παράγραφο Α ότι τα μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, μεταξύ των οποίων και οι Α.Χ.Ε., μπορεί να δέχονται εντολές για την κατάρτιση συναλλαγών μέσω των ΑΕΛΔΕ, οι οποίες μετονομάσθηκαν ήδη σε ΑΕΕΔ, και μέσω επιχειρήσεων που λειτουργούν ως αντιπρόσωποί τους, ενώ κατά την παράγραφο Β2 εδ.

α' αυτής, η κατάρτιση σύμβασης συνεργασίας μεταξύ μέλους και ΑΕΕΔ υπόκειται σε έγγραφο τύπο. Στη σύμβαση αυτή πρέπει να καθορίζεται η διάρκεια της σύμβασης, το ύψος και ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού της αμοιβής που παρέχεται από το μέλος και η διαδικασία διαβίβασης των εντολών. Αντίγραφο της σύμβασης αυτής, κατά το εδ.

β' της ιδίας παραγράφου, οφείλουν τα μέλη να αποστέλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εντός δέκα ημερών από τη σύναψή της. Παράβαση των διατάξεων της απόφασης αυτής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επισύρει, κατά την παράγραφο Δ αυτής, τις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 76 § 10 του Ν. 1969/1991, όπως ισχύει.

Ο έγγραφος τύπος της σύμβασης συνεργασίας μεταξύ μέλους και ΑΕΕΔ δεν είναι ούτε συστατικός αλλά ούτε και αποδεικτικός της σχετικής δικαιοπραξίας, αλλά αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ του μέλους και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και μόνο για τις σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η ίδια προϋπόθεση του εγγράφου τύπου της συμβάσεως που υποχρεούνται να τηρούν οι ΑΧΕ δεν αναφέρεται και στους όρους της παραγράφου ΒΙ της ως άνω αποφάσεως υπό τους οποίους οι ΕΛΔΕ επιτρέπεται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις ΑΧΕ, από το γεγονός ότι η παράβαση του σχετικού όρου από τις ΑΧΕ επισύρει μόνο διοικητικές κυρώσεις γι'αυτές, αλλά και περαιτέρω από το γεγονός ότι στις εκδοθείσες υπ' αριθμούς 5 και 6/15-6-1999 εγκυκλίους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επισημαίνεται ότι ο έγγραφος τύπος της παραπάνω σύμβασης τάσσεται μόνον για τις ΑΧΕ και όχι για τις ΑΕΕΔ.

Επομένως για την κατάρτιση σύμβασης συνεργασίας μεταξύ ΑΕΕΔ και ΑΧΕ, με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών, από την πρώτη προς τη δεύτερη, για αγοραπωλησίες μετοχών και μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για λογαριασμό επενδυτών, δεν θεσπίζεται ούτε συστατικός ούτε αποδεικτικός έγγραφος τύπος, η δε απόδειξη επιτρέπεται να γίνει με μάρτυρες, λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς (άρ. 394 § 1δ' του ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων και όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 11 ΚΠολΔικ, όπως εκτιμώνται, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, καθ' όλα τα μέρη τους, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 195, 371 - 373 του ΑΚ και έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες) που ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι αβάσιμοι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 566 § 1, 118 περ. 4 και 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, πλην άλλων: 1) το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και 2) εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 30-9-1999 FAX του .... προς την αναιρεσίβλητη, δεχθείσα πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔικ.

Όμως, στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος ως άνω εγγράφου, αλλά (εκτίθεται) μόνο εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο. Ετσι, δεν μπορεί, με βάση το αναιρετήριο, να συγκριθεί το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού με εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμό 772/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ