Legislator Case Law & Legislation
4/2007 AI generated

4/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 4/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 4 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
4/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 4 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
deduction for non-pecuniary loss disproportionate sanction insufficient constitutional plea uneconomical medical treatment insufficiency of economic reasons dismissal of damages action

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 4 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 4/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1)Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία πρώην "...... Ο.Ε.", η οποία μετονομάστηκε σε "...Φ... Ο.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο 2ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ....., 3) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανδρέου, 4) Χ και 5) Ψ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ζ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Πετρόχειλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 50/2001 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 25-7-2001 αναίρεση και εκδόθηκε η 279/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας στη συνέχεια εξέδωσε τις αποφάσεις 250/2002 μη οριστική και 17/2004 οριστική, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Απριλίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην των 4ου και 5ης αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 13.4.2004 αίτηση των πέντε αναιρεσειόντων ("...Φ... ΟΕ" κ.λ.π.) κατά του αναιρεσίβλητου Ζ, για αναίρεση των 17/2004 οριστικής και 250/2002 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, αυτή η αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί να εκδικαστεί στην αρχική δικάσιμο της 5.12.2005, όταν η υπόθεση, ερήμην των 4ου και 5ης εκ των αναιρεσειόντων [Χ και Ψ], αναβλήθηκε, με αίτημα του πληρεξούσιου δικηγόρου των υπολοίπων τριών αναιρεσειόντων Γεωργίου Ανδρέου, που τους εκπροσώπησε, για τη σημερινή δικάσιμο. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν οι προαναφερόμενοι 4ος και 5η αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, από τα πληρεξούσια που προσκομίζονται με επίκληση προκύπτει, ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δεν έχουν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον παραπάνω δικηγόρο, ο οποίος αναφέρει στις προτάσεις του ότι οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν χορήγησαν σ' αυτόν ή σε άλλον δικηγόρο πληρεξουσιότητα για να ασκήσει αναίρεση και να τους εκπροσωπήσει στη δίκη. Ενόψει τούτων, και δεδομένου ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες, όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ. 8462/29.12.2005 και 8463/29.12.2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς ..... κλητεύθηκαν νομίμως, με την επιμέλεια των υπολοίπων αναιρεσειόντων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδοθέντων σ' αυτούς νομοτύπως και εμπροθέσμως, αντιγράφου της εν λόγο αιτήσεως, μετά της παρά πόδας πράξεως περί ορισμού δικασίμου και κλήσεως για συζήτηση, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που φέρεται ως ασκηθείσα από τους άνω αναιρεσείοντες να απορριφθεί ως απαράδεκτη.-

Ι.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 553 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι οριστική είναι η απόφαση του Εφετείου ως προς τη διάταξη αυτής μετά την οποία, κατ' αποδοχή λόγου έφεσης, γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής ή ανταγωγής καθ' όλες ή μερικές από τις βάσεις του και απεκδύεται το δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής ή της ανταγωγής για τις αντίστοιχες βάσεις. Αντίθετα δεν είναι οριστική η απόφαση με την οποία απορρίπτεται ένσταση του εναγομένου ή αντεναγομένου ή αντένσταση και τάσσονται αποδείξεις για την αγωγή ή την ανταγωγή, γιατί με την απόφαση αυτή το δικαστήριο δεν απεκδύεται από την εξουσία του για την υπόθεση, και επομένως μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο, αφού από την κρίση του αυτή δεν κωλύεται η επανεξέταση, σε άλλη στάση της δίκης, των όσων έχουν κριθεί με την παρεμπίπτουσα απόφασή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 17/2004 απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος Ζ ότι το σκυρόδεμα που πουλήθηκε σ' αυτόν από την πρώτη εναγομένη είχε πραγματικά ελαττώματα ή ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων, που να προκύπτει από την 103/1999 οριστική απόφαση του ίδιου Εφετείου (με την οποία είχε απορρίψει κατ' ουσία την έφεση του τότε εναγομένου Ζ κατά της πρωτόδικης 86/102.132/1998 απόφασης, που είχε δεχθεί κατ' ουσία την από 15.9.1995 αγωγή - περί καταβολής χρέους - της τότε μόνης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 17/2004 οριστική απόφαση του "απέρριψε σιγή" την επαναφερθείσα νομίμως με τις προτάσεις τους ως άνω περί δεδικασμένου σχετική ένσταση των εναγομένων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται η από το αυτό άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με τη συμπροσβαλλόμενη 250/2002 προδικαστική απόφαση του (με την οποία αυτό, μετά την αναίρεση, για άλλο λόγο, της προηγούμενης 50/2001 οριστικής απόφασης του με τη 279/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου και την παραπομπή σ' αυτό της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση, διέταξε αποδείξεις) απέρριψε, "με ανάλογο" προς εκείνο της προηγούμενης 50/2001 απόφασης του "νομικό σκεπτικό", την επαναφερθείοα νομίμως με τις προτάσεις τους ανωτέρω περί δεδικασμένου ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε, καθόσον από την απορριπτική της εν λόγω ένστασης κρίση αυτή της 250/2002 μη οριστικής απόφασης δεν εμποδίζετο η επανεξέταση, σε επόμενη στάση της δίκης, της πιο πάνω ένστασης από το ίδιο Δικαστήριο, το οποίο δεν είχε απεκδυθεί από την εξουσία του για την υπόθεση και μπορούσε να ανακληθεί, κατά τούτο, η εν λόγω 250/2002 απόφασή του.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Τούτο δε, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μόνο, ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Η αοριστία δε του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, από τη διάταξη του αυτού άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται: Ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου "ως νόμω και ουσία βάσιμη με σκεπτικό και παραδοχές επιστηριζόμενες στην έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του Μπετόν που αγόρασε, δηλαδή σε παράβαση συμβατικής υποχρέωσης, τουτέστιν στις ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ περί πωλήσεως και αμφοτεροβαρών συμβάσεων εν γένει". Ότι εκτός από τις παραδοχές των απαιτήσεων που ερείδονται στις διατάξεις αυτές δέχθηκε επί λέξει και τα εξής: "......... Τέλος από την ελαττωματικότητα του σκυροδέματος και την αδικαιολόγητη συμπεριφορά των εναγομένων, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του ενάγοντος καθώς και την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του αποδεικνύεται ότι αυτός είχε υποστεί και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία ενόψει αυτών κρίνεται ότι πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 500.000 δρχ......". Ότι με την παραδοχή της αυτή η προσβαλλόμενη (οριστική) απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 932 και 914 του ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι προϋπόθεση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι η ύπαρξη αδικοπραξίας, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση "δεν διαλαμβάνονται παραδοχές επί της ουσίας και νομικό σκεπτικό αναγνώρισης συνδρομής αδικοπραξίας και κατά συνέπεια εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που έκανε δεκτά, στις άνω διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και πρέπει να αναιρεθεί για παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως γιατί σε σχέση με την παραδοχή της αυτή στερείται νομίμου βάσεως (559 παρ. 19 ΚΠολΔ) γιατί δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες που μπορούν να στηρίξουν την παραδοχή αυτή". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το τμήμα του με το οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον πλην της ως άνω κατά λέξη αποσπασματικής παραδοχής του Εφετείου δεν αναφέρονται όλες οι υπόλοιπες κρίσιμες παραδοχές αυτού με βάση τις οποίες το εν λόγω Δικαστήριο κατέληξε στην ανωτέρω κατά λέξη συμπερασματική παραδοχή του. Εξάλλου, κατά το τμήμα του με το οποίο αποδίδεται η από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 του αυτού Κώδικα πλημμέλεια (για έλλειψη αιτιολογίας) είναι αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω οριστική απόφαση προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογίες για τη στήριξη της ανωτέρω παραδοχής. Επομένως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη σωρευόμενη στο υπό κρίση από 13.4.2004 δικόγραφο και φερόμενη ως ασκηθείσα από τους 1) Χ και 2) Ψ αίτηση αναιρέσεως κατά των 17/2004 οριστικής και 250/2002 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Απορρίπτει την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναιρέσεως των 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...Φ... ΟΕ", 2) ..... και 3) ..... κατά των άνω αποφάσεων. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς ["...Φ... ΟΕ", ..... και .....] να πληρώσουν στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1170] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ