49/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated49/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 49 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζιώγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κορνηλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/6/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 51/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 61/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενο από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άνω άρθρου πρόκειται: α) για σύμβαση, επομένως η δήλωση βούλησης του οφειλέτη πρέπει να περιέλθει και να γίνει αποδεκτή από τον δανειστή, β) υποσχετική, με την έννοια ότι ο οφειλέτης αναλαμβάνει απλώς την υποχρέωση να καταβάλει το χρέος, γ) ετεροβαρής, εφόσον γεννιέται υποχρέωση παροχής μόνο σε βάρος του υποσχεθέντος, ακόμη κι' αν το χρέος που αναγνωρίζεται προέρχεται από αμφοτεροβαρή σύμβαση, δ) αφηρημένη υπό την έννοια του αναιτιώδους, ανεξάρτητα δηλαδή από την αιτία γέννησης του χρέους, αφού η ίδια αποτελεί αυτοτελή λόγο γένεσης της ενοχής και ε) βοηθητική αφού αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση της βασικής σχέσης και στη διευκόλυνση της θέσης του δανειστή αναφορικά με την επιδίωξη των δικαιωμάτων του.
Ο έγγραφος τύπος απαιτείται μόνο για τη δήλωση υπόσχεσης ή αναγνώρισης του οφειλέτη, όχι δε και για την αποδοχή της δήλωσης αυτής κατ' άρθρο 189 ΑΚ από τον δανειστή (ΑΠ 40/2006) που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, εκδηλούμενη με τη συμπεριφορά του λήπτη της δήλωσης, δηλαδή τις υλικές πράξεις αυτού που υποδηλώνουν τη βούλησή του να την αποδεχθεί, ενόψει των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης, της ακολουθούμενης από τα μέρη συναλλακτικής πρακτικής ή την επιχειρησιακή συνήθεια.
Έτσι, πράξη δηλωτική αποδοχής της αφηρημένης αναγνώρισης συνιστά η ανεπιφύλακτη παραλαβή από τον δανειστή του εγγράφου στο οποίο αυτή ενσωματώνεται, η περαιτέρω χρήση του στις συναλλαγές με τυχόν εκχώρηση της ενσωματωμένης στο έγγραφο απαίτησης του δανειστή κατά του υποσχεθέντος οφειλέτη του σε τρίτο, δανειστή του δανειστή του, υπό την προϋπόθεση βέβαια να προκύπτει από τη δήλωση η παροχή τόσο κατά ποιόν όσο και κατά ποσόν (ΑΠ 1455/2005), αλλά και η έγερση αγωγής για την επιδίκαση του ποσού του αναγνωριζόμενου χρέους.
Από τα παραπάνω επομένως συνάγεται ότι έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ.
β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ).
Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ.
ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται όπως προαναφέρθηκε έγγραφος τύπος (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 1259/ 2021, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 51/2020).
Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 847/2023, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 913/2020). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (αρθρ. 437 ΑΚ) (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 232/2024, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 629/2023, ΑΠ 1576/2022, ΑΠ 1125/2020, ΑΠ 678/2018).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 232/2024, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 1763/2011, ΑΠ 715/2010, AΠ 5/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι ερμηνεύοντας τη δήλωση βούλησης του αναιρεσείοντος, όπως αυτή είχε εκφραστεί στην απευθυνόμενη στον αναιρεσίβλητο από 6-5-2011 υπεύθυνη δήλωση, κατέληξε στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων απηύθυνε προς τον αναιρεσίβλητο πρόταση σύναψης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, η οποία πρόταση έγινε δεκτή ανεπιφύλακτα από τον τελευταίο και έτσι δημιουργήθηκε μεταξύ τους μια νέα ενοχική σχέση, που δημιουργεί νέα βάση αγωγής, ερμηνεία που δεν είναι σύμφωνη με την καλή πίστη, ούτε με τα συναλλακτικά ήθη.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τον Μάρτιο του έτους 2010, ο εναγόμενος, που διατηρεί, στα Γρεβενά, ατομική επιχείρηση μηχανουργείου-βιοτεχνίας γεωργικών ειδών ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και δραστηριοποιείται ως ελεύθερος επαγγελματίας, την εκπόνηση των απαιτούμενων, πλην των ηλεκτρομηχανολογικών, μελετών για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την κατασκευή μηχανουργείου-βιοτεχνίας γεωργικών μηχανημάτων στο χωριό Πόρος Γρεβενών, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του.
Ο ενάγων, σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 4/2011 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Γρεβενών αντί ελάχιστης νόμιμης αμοιβής μαζί με τις νόμιμες κρατήσεις υπέρ διαφόρων φορέων, υπολογιστέα με βάση τις ισχύουσες κατά το χρόνο εκείνο διατάξεις, συνολικού ποσού 53.417,06 ευρώ, το οποίο ήταν προκαταβλητέο με την υποβολή των μελετών στην αρμόδια πολεοδομική αρχή.
Έναντι του ποσού αυτού της αμοιβής ο εναγόμενος προκατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 15.000,00 ευρώ και στο πλαίσιο ρύθμισης ο ενάγων του παρέδωσε στις 16.05.2011 την ανωτέρω οικοδομική άδεια, περιορίζοντας ταυτόχρονα υπό την μορφή έκπτωσης το ύψος της ανωτέρω αμοιβής του στο ποσό των 40.000,00 ευρώ, ο δε εναγόμενος υπέγραψε την απευθυνόμενη στον ενάγοντα από 06.05.2011 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι αναγνώριζε την οφειλή του έναντι αυτού ύψους 25.000,00 ευρώ, ως υπόλοιπο της αμοιβής του από την προαναφερόμενη συγκεκριμένη αιτία, καθώς και ότι θα την εξοφλούσε μέχρι την 30.12.2011.
Ειδικότερα στην ως άνω δήλωση αναφέρονται τα εξής "παρέλαβα την οικοδομική άδεια στις 06.05.2011 με αρ. Άδειας 4/2011 και οφείλω υπόλοιπο αμοιβών 25.000,00 € στο πολιτικό μηχανικό Τ. Ι., το οποίο θα εξοφληθεί μέχρι 30/12/2011". Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω ποσό της αναγνωρισμένης οφειλής προκύπτει από την αφαίρεση εκ του ποσού των 40.000,00 ευρώ, στο οποίο περιόρισε την αμοιβή του ο ενάγων, του ήδη προκαταβληθέντος εκ μέρους του εναγομένου κατά τα ανωτέρω ποσού των 15.000,00 ευρώ.
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης, όπως αυτό ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ο εναγόμενος, απευθυνόμενος προς τον ενάγοντα, πρότεινε σ' αυτόν (άρθρο 185 ΑΚ) την κατάρτιση γνήσιας αναγνωριστικής σύμβασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία ο τελευταίος αποδέχθηκε σιωπηρά και δίχως αμφιβολία (άρθρα 189, 173 και 200 ΑΚ), με την ανεπιφύλακτη παραλαβή του εγγράφου και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Ειδικότερα, από το ανωτέρω περιεχόμενο της δήλωσης, σαφώς προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη δήλωση βούλησης του εναγομένου, αποδεχθείσα από τον ενάγοντα, που ερμηνεύεται όπως προαναφέρθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφορά τη σύναψη μεταξύ αυτών γνήσιας αναγνωριστικής σύμβασης, η οποία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη ιδρύει αφ' εαυτής ενοχική υποχρέωση και περιέχει τους όρους εναγώγιμης αξίωσης, επιπλέον δε περιέχει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, αυτοτελή βάση από σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, γεγονός το οποίο θέλησαν οι συμβληθέντες διάδικοι, οι οποίοι δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή απλού αποδεικτικού μέσου περί της ύπαρξης του χρέους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών-εναγόμενος, αλλά στη σύσταση νέας αυτοτελούς ενοχής, κατά τα συναγόμενα και σαφώς και ευθέως από το περιεχόμενό της, η διαμόρφωση του οποίου με το εκτιθέμενο ανωτέρω περιεχόμενο δεν θα ήταν απαραίτητο σε διαφορετική περίπτωση.
Ο εκκαλών-εναγόμενος κάνει συνοπτική μόνο αναφορά στην αιτία δημιουργίας της απαίτησης, απλά και μόνο για να προσδιορίσει την μεταξύ αυτού και του ενάγοντος-εφεσίβλητου σχέση και την πηγή της αξίωσης και ακολούθως, αναγνωρίζει ως οφειλόμενο εκ μέρους του ποσό, αυτό που προέκυψε μετά την πραγματοποιηθείσα από τον ενάγοντα έκπτωση επί του ποσού της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του, όπως προσδιορίστηκε από τον τελευταίο, και αποδεχόμενος αυτή αμοιβή χωρίς απαίτηση λεπτομερούς ανάλυσης αυτής για κάθε εργασία, ενώ συγχρόνως αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει το χρέος του χωρίς καμία επιφύλαξη επί της ελάχιστης αυτής οφειλόμενης αμοιβής στις 30.12.2011, παρόλο που ολόκληρο το ποσό αυτής (αμοιβής) ήταν υποχρεωτικά προκαταβλητέο κατά την ολοκλήρωση των μελετών και προ της υποβολής τους στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, υφιστάμενης κατά τον τρόπο αυτό μεταβολή του τύπου της εκπλήρωσης και δημιουργώντας νέα ενοχική σχέση, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία.
Η δε, αναφορά της αιτίας στη δήλωση του εναγομένου καθιστά βέβαιο ότι οι διάδικοι δεν απέβλεψαν στην ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 873-875 ΑΚ, αλλά αυτής της γνήσιας αναγνώρισης χρέους διεπόμενης από το άρθρο 361 ΑΚ, όπως ορθά έγινε δεκτό και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένων των αντιθέτως υποστηριζομένων από τον εκκαλούντα εναγόμενο με την έφεσή του ως αβάσιμων.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και μετά την απόρριψη όλων των ισχυρισμών του εναγόμενου-εκκαλούντα, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού μετά την διαπίστωση της ύπαρξης αμφιβολίας στη διατύπωση της δηλωθείσας από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα στην από 6-5-2011 υπεύθυνη δήλωση βούλησης, αναφορικά με το αν περιείχε πρόταση προς τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο για κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους για το ποσό των 25.000 ευρώ, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι' αυτών την αληθινή βούληση του τελευταίου και χρησιμοποιώντας ορθώς τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε ότι "ο εναγόμενος, απευθυνόμενος προς τον ενάγοντα, πρότεινε σ' αυτόν την κατάρτιση γνήσιας αναγνωριστικής σύμβασης, την οποία ο τελευταίος αποδέχθηκε σιωπηρά και δίχως αμφιβολία, με την ανεπιφύλακτη παραλαβή του εγγράφου και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Ειδικότερα, από το ανωτέρω περιεχόμενο της δήλωσης, σαφώς προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη δήλωση βούλησης του εναγομένου, αποδεχθείσα από τον ενάγοντα, που ερμηνεύεται όπως προαναφέρθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφορά τη σύναψη μεταξύ αυτών γνήσιας αναγνωριστικής σύμβασης, η οποία ιδρύει αφ' εαυτής ενοχική υποχρέωση και περιέχει τους όρους εναγώγιμης αξίωσης, επιπλέον δε περιέχει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, αυτοτελή βάση από σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, γεγονός το οποίο θέλησαν οι συμβληθέντες διάδικοι, οι οποίοι δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή απλού αποδεικτικού μέσου περί της ύπαρξης του χρέους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών-εναγόμενος, αλλά στη σύσταση νέας αυτοτελούς ενοχής, κατά τα συναγόμενα και σαφώς και ευθέως από το περιεχόμενό της, η διαμόρφωση του οποίου με το εκτιθέμενο ανωτέρω περιεχόμενο δεν θα ήταν απαραίτητο σε διαφορετική περίπτωση.
Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, δεν αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφού με την δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η, σύμφωνα με τα ως άνω κριτήρια, προστασία των συμφερόντων των διαδίκων μερών και ειδικότερα του μεν αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι αυτός αναγνώρισε ως οφειλόμενο εκ μέρους του ποσό, αυτό που προέκυψε μετά την πραγματοποιηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έκπτωση επί του ποσού της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του, όπως προσδιορίστηκε από τον τελευταίο, ήτοι αναγνώρισε ότι οφείλει για την αμοιβή του αναιρεσίβλητου ποσό μικρότερο από το αρχικά συμφωνηθέν, ενώ συγχρόνως ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το χρέος, επί της ελάχιστης αυτής οφειλόμενης αμοιβής στις 30-12-2011, παρόλο που ολόκληρο το ποσό αυτής ήταν υποχρεωτικά προκαταβλητέο κατά την ολοκλήρωση των μελετών και προ της υποβολής τους στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, ήτοι έπρεπε να έχει καταβληθεί σε προγενέστερο χρόνο, του δε αναιρεσίβλητου, ο οποίος αποδέχθηκε την άνω πρόταση, δεδομένου του ότι με την σύμβαση αυτή γεννήθηκε υποχρέωση παροχής σε βάρος μόνο του υποσχεθέντος οφειλέτη, ο οποίος αποδέχθηκε την αμοιβή αυτή ανεπιφύλακτα χωρίς να απαιτήσει λεπτομερή ανάλυση για κάθε επιμέρους εργασία και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το χρέος, έστω και σε μεταγενέστερο από τον αρχικά συμφωνηθέντα χρόνο και, ως εκ τούτου, ο αναιρεσίβλητος είχε τη δυνατότητα έγερσης αγωγής για την επιδίκαση του αναγνωρισθέντος χρέους, χωρίς ο οφειλέτης να μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία.
Έτσι, ενώ στην από 6-5-2011 υπεύθυνη δήλωση γίνεται αναφορά της αιτίας δημιουργίας της απαίτησης, η οποία συνίσταται στην αμοιβή του ενάγοντα-αναιρεσίβλητου πολιτικού μηχανικού για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την κατασκευή μηχανουργείου-βιοτεχνίας γεωργικών μηχανημάτων σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγόμενου-αναιρεσείοντα, στη συνέχεια ο εναγόμενος-αναιρεσείων αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την οφειλή του έναντι του ενάγοντα-αναιρεσίβλητου, ύψους 25.000 ευρώ, όπως αυτή προέκυψε μετά τον περιορισμό της αρχικής οφειλής των 53.417,06 ευρώ σε 40.000 ευρώ και την αφαίρεση του ποσού των 15.000 ευρώ, που προκαταβλήθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό την 30-12-2011, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο από τον αρχικά συμφωνηθέντα, με συνέπεια να έχει μεταβληθεί ο τύπος της εκπλήρωσης της σύμβασης έργου που αρχικά συνήψαν οι διάδικοι, τόσο ως προς το ύψος της οφειλής όσο ως προς τον χρόνο αποπληρωμής.
Δηλαδή, ο αναιρεσείων με την απευθυνόμενη προς τον αναιρεσίβλητο από 6-5-2011 υπεύθυνη δήλωση, αναγνώρισε την προϋπάρχουσα οφειλή, όπως αυτή περιορίστηκε, όμως συγχρόνως ανέλαβε και την υποχρέωση να την εξοφλήσει σε χρόνο διαφορετικό από τον αρχικά συμφωνηθέντα, ο δε αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα την πρόταση αυτή με την παραλαβή της δήλωσης, με αποτέλεσμα, κατά τη βούληση των συμβληθέντων μερών, να έχει δημιουργηθεί μια νέα ενοχική σχέση, που εξασφαλίζει τα συμφέροντα των τελευταίων, σύμφωνα με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η οποία αντικαθιστά την αρχική και περιέχει νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης