49/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated49/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω με αριθ. 265/2018 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμα το αγωγικά αιτήματα αποζημίωσης απόλυσης και επιδόματος κίνησης και ως προς τα λοιπά αιτήματα δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ (Δήμο Πατρέων) ως καθολικό διάδοχο του εναγόμενου ΟΤΑ (Δήμου Παραλίας) να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.036,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 49 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 49/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ι. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 265/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης με την από 15-6-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15 Ιουνίου 2020 και με αριθ. κατάθεσης 23/16.6.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης "ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ" κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 38/24.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 6.9.2018 με αριθ.
καταθ. 361/2018 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος αρχικά εναγομένου Ο.Τ.Α. "Δήμος Παραλίας", δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 περ.6 και 283 παρ.1 του Ν. 3852/2010 (Α 87), κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 265/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 30.9.2010 με αριθ. καταθ. 4248/4.10.2010 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου Ο.Τ.Α. "Δήμος Παραλίας". Με την ως άνω αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο Ο.Τ.Α. στις 19.12.2007 και ότι την απασχολούσε μέχρι τις 6.8.2010 με συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στην πραγματικότητα όμως απασχολήθηκε με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, καθότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Δήμου, παρέχοντας τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο Τμήμα…. .
Ότι ο εναγόμενος από … έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της, θεωρώντας ότι έχει λυθεί η μεταξύ τους σύμβασης εργασίας χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Ζητούσε δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει για διαφορές αποδοχών, για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010 και για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 14.199,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 11.388 ευρώ για έξοδα κίνησης των ετών 2008, 2009 και 2010 με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω με αριθ. 265/2018 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμα το αγωγικά αιτήματα αποζημίωσης απόλυσης και επιδόματος κίνησης και ως προς τα λοιπά αιτήματα δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ (Δήμο Πατρέων) ως καθολικό διάδοχο του εναγόμενου ΟΤΑ (Δήμου Παραλίας) να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.036,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Επί της από 6.9.2018 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 38/2020 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 16.6.2020 εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) από την επίδοση στις 27.2.2020 της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 38/24.1.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών στον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ, με την επιμέλεια της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης (βλ.
την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Δ. Α., επί του αντιγράφου της ως άνω απόφασης) δεδομένου ότι κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) το χρονικό διάστημα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας (από 13.3.2020 έως 31.5.2020) δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ).
Για το παραδεκτό δε της άσκησης της αναίρεσης και για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου του ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α. προσκομίζει, κατ' άρθρο 72 παρ.1 του Ν 3852/2010, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, α) την με αριθμ. 195/24.3.2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος (Δήμου Πατρέων) με την οποία ενέκρινε την άσκηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, και β) το με αριθμ.
… πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Κωνσταντίνου, με το οποίο ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος ΟΤΑ παρέχει, με την ως άνω ιδιότητά του, την πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο (με πάγια αντιμισθία) Γεώργιο Γεωργόπουλο για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και για την εκπροσώπηση του ως άνω αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση αυτής (Ολ ΑΠ 13/2018, ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 92/2020).
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (Α 147), που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 παρ.1 του Ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις" (Α 143) από 1.1.2015 (άρθρο 181), ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Αντιστοίχου περιεχομένου ρύθμιση περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του Ν. 4270/2014 με την οποία ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της" .
Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται, ειδικά, για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου η διετής παραγραφή με χρονικό σημείο έναρξης της συγκεκριμένης παραγραφής, τη γένεση της κάθε αντίστοιχης απαίτησης (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 1444/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 276 παρ.2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α` 114), ορίζεται ότι "για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α.
εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται". Εξάλλου, με την παρ.3 του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού ΝΠΔΔ" (Α` 204) ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών", με το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται ότι "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής" και με το άρθρο 56 παρ.1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 369/1976, ορίζεται ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα...".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι οι περί παραγραφής διατάξεις των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού των Ο.Τ.Α. ρυθμίζονται από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995 (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 313/2020, ΑΠ 515/2019), και από 1.1.2015 από τη διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του Ν. 4270/2014 (ΑΠ 575/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 596/2019).Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής : "… καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), του μη διαδίκου Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ως υπεύθυνου φορέα , καθώς και του αρχικά εναγομένου Ο.ΤΑ.
με την επωνυμία "Δήμος Παραλίας", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε ως διάδοχός του, ο εκκαλών Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Πατρέων" (ήδη αναιρεσείων), ως φορέα υλοποίησης , συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού, με το οποίο η ενάγουσα προσλήφθηκε , για χρονικό διάστημα 18 μηνών, ήτοι από την 19-12-2007 έως την 18-6-2009, στην θέση πρακτικής άσκησης ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, στον εναγόμενο Δήμο Παραλίας.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα απασχολήθηκε ως διοικητική υπάλληλος στον ανωτέρω Ο.Τ.Α., με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στον τομέα γραμματειακής υποστήριξης αιρετών σε θέματα αθλητισμού, παρέχοντας την εργασία της επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί επτά ώρες ημερησίως , δηλαδή από ώρα 7:30 έως την 14:30, υπό την εποπτεία, τις εντολές και τις οδηγίες των προϊσταμένων της , οι οποίοι καθόριζαν δεσμευτικά γι'αυτήν τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της, ελέγχοντας την επιμελή εκτέλεση της εργασίας στον εναγόμενο Δήμο , με αμοιβή 25 ευρώ μικτά ανά ημέρα εργασίας.
Η εν λόγω σύμβαση μαθητείας της ενάγουσας ορισμένου χρόνου παρατάθηκε μία φορά, με συνέπεια να απασχοληθεί η ενάγουσα στον εναγόμενο Δήμο για το χρονικό διάστημα από την 19-12- 2007 έως την 6-8-2010. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε εργασία ίδια με αυτήν που παρείχαν στον εναγόμενο εργοδότη τους, τόσο οι εντασσόμενοι στο τακτικό προσωπικό αυτού, δηλαδή οι μόνιμοι υπάλληλοι, όσο και οι μισθωτοί με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου που εργάζονταν στο ίδιο αντικείμενο με το ίδιο ωράριο.
Ο σκοπός των ανωτέρω συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν επομένως η εκπαίδευση και η εξοικείωση της ενάγουσας με το αντικείμενο του επαγγέλματος της γραμματέως, αλλά η παροχή εργασίας από την μαθητευόμενη ενάγουσα προς τον εναγόμενο Δήμο Παραλίας και ήδη Δήμο Πατρέων, ο οποίος ωφελείτο από αυτή, με αποτέλεσμα να υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου ορισμένου χρόνου, η οποία τυγχάνει άκυρη λόγω μη τήρησης των προβλεπομένων εκ του νόμου διατυπώσεων (άρθρα 3, 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004 και 180 ΑΚ) , πλην όμως λειτούργησε εν τοις πράγμασι ως απλή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου καθ'όλο το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2007- 2010.
Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα δικαιούται για την εργασία που παρείχε, να λαμβάνει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, από τον εναγόμενο εργοδότη της, τις αποδοχές που θα κατέβαλε εκείνος σε άλλον εργαζόμενο, απασχολούμενο απ'αυτόν με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες , αφού για το ποσό αυτό που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο καθίσταται άνευ νόμιμης αιτίας πλουσιότερος ο εναγόμενος , ο οποίος υποχρεούται ως εκ τούτου να αποδώσει στην ενάγουσα την ωφέλειά του.
Επίσης, δικαιούται επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2008, 2009 και 2010, καθώς και το επίδομα αδείας των ιδίων ως άνω ετών, τα οποία δεν ελάμβανε. Τα επιδόματα δε αυτά δικαιούται, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην μείζονα νομική σκέψη, ευθέως εκ του νόμου, παρότι εργάσθηκε στον εναγόμενο Δήμο με απλή σχέση εργασίας.
Αντιθέτως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο συνολικού ποσού 2.436,72 ευρώ για αποζημίωση αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο την άδεια, την οποία ο τελευταίος αρνήθηκε και την εξανάγκασε να εργασθεί κατά τις ημέρες που έπρεπε να τη λάβει, ούτως ώστε να δικαιούται η ενάγουσα να αξιώσει την πληρωμή αποζημίωσης αδείας.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών Δήμος ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις της ενάγουσας-εφεσίβλητης για διαφορά ημερομισθίου από την 1-1-2008 έως την 8-10-2008, για δώρο Πάσχα έτους 2008 που ήταν καταβλητέο μέχρι την 15-4-2008 και επίδομα αδείας έτους 2008, που ήταν καταβλητέο μέχρι την 1-7-2008 έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 48 παρ.3 του Ν.Δ/τος 496/1974 , δεδομένου ότι η αγωγή της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την 4-10-2010 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 8-10-2010 και επομένως δεν είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη των ανωτέρω απαιτήσεων της ενάγουσας .
Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 παρ.3 του Ν.Δ/τος 496/1974 διετής παραγραφή αρχίζει από τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, κατ'άρθρ. 49 του ιδίου Ν.Δ/τος , στην προκειμένη δε περίπτωση η αγωγή της ενάγουσας του κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την 4-10-2010 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 8-10-2010 (βλ.
την με αριθμό … έκθεση κατάθεσης επί της αγωγής και την επισημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Δ. Α. επί του αντιγράφου της αγωγής), ενώ οι επίδικες απαιτήσεις της ενάγουσας γεννήθηκαν εντός του έτους 2008. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τα ως άνω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα απασχόλησης της ενάγουσας, ο εναγόμενος Δήμος της κατέβαλε, ως ημερομίσθιο, το ποσό των είκοσι πέντε (25) ευρώ.
Ωστόσο όμως το κατώτατο ημερομίσθιο των εργαζομένων στη χώρα από την 1-1-2008 έως 31-8-2008 ήταν 30,40 ευρώ, από 1-9-2008 έως 30-4-2009 ήταν 31,32 ευρώ και 1-5-2009 και μετά ήταν 33,04 ευρώ (όπως προβλέπεται στην Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2008-2009, Π.Κ. ΥΠ. ΑΠ/ΣΗΣ & ΚΟΙΝ/ΚΗΣ ΠΡΟΣ/ΣΙΑΣ 13/18.4.2008). Σημειωτέον ότι καθ'όλη τη διάρκεια του έτους 2010 δεν μεταβλήθηκε το προαναφερόμενο ποσό κατώτατου νόμιμου ημερομισθίου.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση έλαβε ως βάση υπολογισμού των επιδικασθέντων κονδυλίων το κατώτατο ημερομίσθιο των 30,40 ευρώ με τις νόμιμες προσαυξήσεις του για τα επόμενα έτη, το οποίο όρισε η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2008-2009 για τους ημερομισθίους εργαζομένους, ενώ έπρεπε να δεχθεί ως βάση υπολογισμού τον κατώτατο μισθό των υπαλλήλων, αφού η ενάγουσα εργάσθηκε ως διοικητική υπάλληλος.
Ωστόσο , όμως ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος , καθόσον όπως προαναφέρθηκε η ενάγουσα προσλήφθηκε στον εναγόμενο Δήμο και παρείχε την εργασία της αμειβόμενη με ημερομίσθιο, 25 ευρώ μικτά καταβαλλόμενο ανά ημέρα. Επομένως, ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες τα ακόλουθα ποσά : 1) ως διαφορά μεταξύ του νόμιμου και του καταβαλλομένου μισθού για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως την 31-8-2008 , ποσό 1.080 ευρώ [8 μήνες X 25 ημερομίσθια X (30,40 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο - 25 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο= 5,40 ευρώ)], 2) ως διαφορά μεταξύ του νόμιμου και του καταβαλλομένου μισθού για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως την 30-4-2009 , ποσό 1.264 ευρώ [8 μήνες X 25 ημερομίσθια X (31,32 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο - 25 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο= 6,32 ευρώ)], 3) ως διαφορά μεταξύ του νόμιμου και του καταβαλλομένου μισθού για το χρονικό διάστημα από 1- 5-2009 έως την 6-8-2010 , ποσό 3.055,20 ευρώ [15 μήνες X 25 ημερομίσθια =375 ημερομίσθια + 5 ημερομίσθια του Αυγούστου 2010 X (33,04 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο - 25 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο= 8,04 ευρώ)], 4) ως δώρο Πάσχα έτους 2008, ποσό των 456 ευρώ (30,40 ευρώ Χ15 ημερομίσθια), 5)ως δώρο Χριστουγέννων έτους 2008, το ποσό των 783 ευρώ (31,32 ευρώ Χ25 ημερομίσθια), 6) ως επίδομα αδείας έτους 2008, το ποσό των 407,16 ευρώ (31,32 ευρώ X 13 ημερομίσθια), 7) ως δώρο Πάσχα έτους 2009, ποσό των 469,80 ευρώ (31,32 ευρώ Χ15 ημερομίσθια), 8)ως δώρο Χριστουγέννων έτους 2009, το ποσό των 826 ευρώ (33,04 ευρώ Χ25 ημερομίσθια), 9) ως επίδομα αδείας έτους 2009, το ποσό των 429,52 ευρώ (33,04 ευρώ X 13 ημερομίσθια), 10) ως δώρο Πάσχα έτους 2010, ποσό των 495,60 ευρώ (33,04 ευρώ Χ15 ημερομίσθια), 11) αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2010, το ποσό των 340,83 ευρώ (33,04 ευρώ Χ 2 Χ 98/19 ημέρες απασχόλησης) και 12) ως επίδομα αδείας έτους 2010, το ποσό των 429,52 ευρώ (33,04 ευρώ X 13 ημερομίσθια), ήτοι συνολικά το ποσό των 10.036,63 ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεχόμενο ότι η στηριζομένη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της ένδικης αγωγής είναι νόμιμη και στην συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα τα ανωτέρω ποσά, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατόπιν τούτων η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπολογίζοντας την έναρξη του χρόνου της παραγραφής των απαιτήσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού ΝΠΔΔ" οι οποίες δεν είναι εφαρμοστέες, και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και 276 παρ.2 εδ.α' του Ν 3463/2006, που ήταν εφαρμοστέες, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι η διετής παραγραφή των πάσης φύσεων αποδοχών των υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης αρχίζει από τη γέννησή τους.
Ειδικότερα και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ένδικη αγωγή της ενάγουσας επιδόθηκε στον εναγόμενο Ο.Τ.Α. στις 8.10.2010 και επομένως οι επιδικασθείσες σ'αυτή από το Δικαστήριο της ουσίας αγωγικές αξιώσεις που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 7.10.2008 και ειδικότερα οι επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών (ημερομίσθια) του ως άνω χρονικού διαστήματος, και τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτής Πάσχα του 2008 [που καταβάλλεται 10 ημέρες πριν από το Πάσχα σύμφωνα μεν την ισχύουσα κατά το επίδικο χρόνο διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3205/2003, οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.
οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόμου, και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης], και αδείας του έτους 2008 (που καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το επίδικο χρόνο διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 του Ν. 3205/2003) έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995, εσφαλμένα, δε, το Εφετείο, ως προς τις αξιώσεις αυτές, απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ, με τον οποίο προέβαλε ένσταση διετούς παραγραφής των ως άνω αγωγικών αξιώσεων και ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος που είχε επιδικάσει τις ως άνω αξιώσεις, ενώ όφειλε να κάνει δεκτό το λόγο αυτό.
Πρέπει να σημειωθεί ότι παραδεκτά προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η ένσταση της διετούς παραγραφής των ως άνω ένδικων αξιώσεων από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ, κατ'άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δεδομένου ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 94 του Ν. 2362/1995 (ΑΠ 650/2021, ΑΠ 1279/2014, ΑΠ 1366/2012).
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία οι δύο πρώτοι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του Ν.Δ/τος 496/1974, που δεν ήταν εφαρμοστέες και της εσφαλμένης μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και 276 παρ.2 εδ.α' του Ν 3463/2006 που ήταν εφαρμοστέες.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή των προαναφερομένων δύο πρώτων αναιρετικών λόγων ως βάσιμων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως μη παραγεγραμμένες τις επιδικασθείσες αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης του χρονικού διαστήματος από 1.1.2008 έως 7.10.2008 (διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτής Πάσχα και αδείας του έτους 2008) και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), μειωμένης, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 38/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ