Legislator Case Law & Legislation
49/2022 AI generated

49/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 49/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

49/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 49 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 49/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Η., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Ε., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δώνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 73/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, και 136/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1184/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του ΑΚ που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συνολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί της υπαναχώρησης ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαιτίως στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει το έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.

Έτσι, ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει α) την κατάρτιση της σύμβασης έργου, β) ότι το έργο εκτελέσθηκε, γ) ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, που πρέπει να προσδιορίζονται, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις και δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η ενάσκηση της εκ του άρθρου 690 ΑΚ αξίωσης του εργολάβου, προϋποθέτει έργο που εκτελέσθηκε και παραδόθηκε έστω και ελαττωματικό. Η δε αποζημίωση περιλαμβάνει, κατ` αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς, επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία.

Την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημίωσης (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 345/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 20.6.2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία εξέθετε ότι τον Φεβρουάριο του 2013 ανέθεσε στον εναγόμενο με άτυπη σύμβαση έργου την κατασκευή ξύλινης πέργκολας-στεγάστρου, που θα τοποθετούνταν σε όλη την επιφάνεια της νότιας βεράντας της περιγραφόμενης διώροφης οικοδομής που είχε ανεγείρει το έτος 2009, αντί αμοιβής 2.850 ευρώ.

Ότι η κατασκευή της άνω πέργκολας ολοκληρώθηκε την 19-9-2013 και καταβλήθηκε η άνω εργολαβική αμοιβή στον εναγόμενο, πλην όμως την 7.1.2016, εξαιτίας όχι ιδιαίτερα ισχυρών ανέμων, το άνω ξύλινο στέγαστρο αποκολλήθηκε-ξηλώθηκε στα σημεία που η επιφάνεια του στεγάστρου συνδέεται με τους εξωτερικούς δοκούς, παρασύρθηκε εναέρια από τον άνεμο και κατέπεσε τελικά πάνω σε δύο οχήματα τρίτων που ήταν σταθμευμένα στην παρακείμενη κοινοτική οδό, με συνέπεια να υποστούν τις περιγραφόμενες ζημίες τις οποίες αποκατέστησε ο ίδιος αποζημιώνοντας τους ιδιοκτήτες τους, με τα ποσά των 8.700 ευρώ και 856,08 ευρώ αντίστοιχα.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος περαιτέρω ότι από υπαιτιότητα του εναγομένου το εκτελεσθέν έργο είχε ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα, εξαιτίας των οποίων επήλθε η αποκόλληση και πτώση του σκεπάστρου στα αυτοκίνητα τρίτων, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει: 1) το συνολικό ποσό των 13.061,58 ευρώ για αποζημίωσή του και δη α) το ποσό των 2.850 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από την καταστροφή του σκεπάστρου, β) το ποσό των 8.500 ευρώ που κατέβαλε στον Ε.

Α. για την ολοσχερή καταστροφή του υπ' αριθ. ... οχήματός του, γ) το ποσό των 200 ευρώ που κατέβαλε για την ενοικίαση οχήματος στον Ε. Α. για την εξυπηρέτησή του μέχρι την αγορά νέου οχήματος και δ) το ποσό των 856,08 ευρώ που κατέβαλε για την αγορά ανταλλακτικών και αντικατάσταση των κατεστραμμένων μερών του υπ' αριθ. ...

οχήματος ιδιοκτησίας της Μ. Σ.. 2) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, επικαλούμενος ότι πληρούνται εν προκειμένω και οι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 58/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 13.061,58 ευρώ για αποζημίωσή του και το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.061,58 ευρώ.

Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση ο εναγόμενος, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 136/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και αφού συζητήθηκε η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα: 1) το συνολικό ποσό των 13.061,58 ευρώ για αποζημίωσή του και δη α) το ποσό των 2.850 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από την καταστροφή του σκεπάστρου, β) το ποσό των 8.500 ευρώ που κατέβαλε στον Ε.

Α. για την ολοσχερή καταστροφή του υπ' αριθ. ... οχήματός του, γ) το ποσό των 200 ευρώ που κατέβαλε για την ενοικίαση οχήματος στον Ε. Α. για την εξυπηρέτησή του μέχρι την αγορά νέου οχήματος και δ) το ποσό των 856,08 ευρώ που κατέβαλε για την αγορά ανταλλακτικών και αντικατάσταση των κατεστραμμένων μερών του υπ' αριθ. ...

οχήματος ιδιοκτησίας της Μ. Σ., και 2) το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, δηλαδή συνολικά το ποσό των 14.061,58 ευρώ, αφού έγινε δεκτό ότι η αποκόλληση του στεγάστρου και οι εξ αυτού επελθούσες ζημίες οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου εργολάβου, που συνιστά και αδικοπρακτική συμπεριφορά του.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζει, το Εφετείο όχι ορθά, παρά το νόμο και με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεών του, κατέληξε σε εκ διαμέτρου αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που όφειλε να δεχθεί και έκρινε ότι φέρει την πλήρη υπαιτιότητα για την αποκόλληση του στεγάστρου.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του λόγω έλλειψης στατικής μελέτης για το στέγαστρο και οικοδομικής άδειας αυτού και συγκεκριμένα ότι ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε τα ελαττώματα όταν αυτά εκδηλώθηκαν και ότι η παραλαβή του έργου δεν σήμαινε και την έγκριση αυτού, ότι δεν εκτίμησε ορθά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 60 του Ν. 4067/2012 (νέος Οικοδομικός Κανονισμός), η συγκεκριμένη κατασκευή δεν εμπίπτει στις πέργκολες αλλά στα στέγαστρα και υπόκειται στις διατάξεις φορτίων και φορτίσεων που προβλέπει ο ισχύων Κανονισμός για τέτοιου είδους κατασκευές, για τις οποίες η νομοθεσία απαιτεί σύνταξη στατικής μελέτης και έκδοση οικοδομικής άδειας, ενέργειες στις οποίες δεν προέβη ο αναιρεσείων και η ευθύνη για την αστοχία βαρύνει αποκλειστικά αυτόν, ισχυρισμό στον οποίο δεν αναφέρεται καθόλου το Εφετείο, κάνοντας μάλιστα τελικά δεκτό ότι ο ίδιος γνώριζε τα πραγματικά ελαττώματα του στεγάστρου και δόλια απέκρυψε την ύπαρξή τους.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, πλην της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 60 του Ν.4067/2012 (και όχι του άρθρου 60), στην οποία όμως γίνεται ο ορισμός και μόνο της πέργκολας, όσο και τα αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα, πέραν δε αυτών, παρότι γίνεται επίκληση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και διότι, με τα όσα αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων. Περαιτέρω, και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του λόγω έλλειψης στατικής μελέτης για το στέγαστρο και οικοδομικής άδειας αυτού, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος περί ανυπαρξίας υπαιτιότητάς του ως προς τις ελλείψεις του έργου, όπως και τις λοιπές ενστάσεις του περί έγκρισης του έργου με την ανεπιφύλακτη παραλαβή του και περί υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου, διότι η κατασκευή του έργου έγινε με τις υποδείξεις, τις οδηγίες και την εποπτεία του τελευταίου, και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, όπως και τις λοιπές ενστάσεις του, δεχόμενο, αντιθέτως, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την αποξήλωση και πτώση του στεγάστρου είναι ο αναιρεσείων.

Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη και την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού του, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, λόγω έλλειψη αναφοράς, στο αναιρετήριο, των κρίσιμων παραδοχών του Εφετείου επί του άνω ζητήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες αυτό, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του, περί απορρίψεως κατ' ουσίαν της άνω ενστάσεως του αναιρεσείοντος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Επίσης, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).

Ακόμη, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (Α.Π. 1710/2012).

Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1693/2017).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές, κατ` επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν αυτές επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου.

Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της αιτίασης αυτής (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 1085/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 38/2020, ΑΠ158/2019, ΑΠ 662/2016).

Τέλος, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 23/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται: α) με τον δεύτερο λόγο, από τους αρ. 8 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του περί έλλειψης ουσιωδών ελαττωμάτων στο στέγαστρο, καθώς δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε αλλά αντίθετα δέχθηκε και αναφέρθηκε μόνο στα αποδεικτικά στοιχεία του αντιδίκου, απαξιώνοντας τα δικά του και κρίνοντας εν τέλει ότι υπήρχαν ουσιώδη ελαττώματα στο στέγαστρο λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς του, ενώ απέρριψε και την ένστασή του ότι οι δήθεν ελλείψεις του έργου οφείλονταν στις οδηγίες και τις υποδείξεις του αντιδίκου του, παραβιάζοντας εν τέλει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθώς δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε (ένορκες βεβαιώσεις, τεχνική έκθεση κλπ...).

β) με τον τρίτο λόγο, από τους αρ. 1, 8, 12, 13 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του για την πραγματική αιτία αποκόλλησης του στεγάστρου, που ήταν οι δυνατοί άνεμοι που έπνεαν στην περιοχή, την οποία πλήρως απέδειξε με τεχνική έκθεση από πολιτικό μηχανικό και με νόμιμα έγγραφα, έτσι δε παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν υπήγαγε τα πραγματικά γεγονότα στους αποδεδειγμένους ισχυρισμούς του, έλαβε υπόψη και δέχθηκε γεγονότα και έγγραφα που προτάθηκαν από αυτόν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όμως τα χρησιμοποίησε υπέρ του αντιδίκου και ενίσχυσε με αυτά τους ισχυρισμούς του εναντίον του, και, τέλος, περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθώς δέχεται ότι το στέγαστρο ήταν καταπονημένο και στη συνέχεια το χαρακτηρίζει καινούριο και σταθερό, γ) με τον τέταρτο λόγο, από τους αρ. 1, 8, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του περί απαραδέκτου του κονδυλίου του τιμήματος των στεγάστρων που ζητούσε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, καθόσον απαραδέκτως, καταχρηστικά και παράνομα ζήτησε ο αντίδικος το ποσό των 486,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τμήμα του σταγάστρου που δεν αποκολλήθηκε και παραμένει στη θέση του, όπως δεν αποκολλήθηκαν οι κάθετες κολώνες που ήταν βιδωμένες στο δάπεδο της βεράντας και το οριζόντιο δοκάρι που στήριζε τα κάθετα δοκάρια του στεγάστρου και άρα έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην κατασκευή και τοποθέτησή τους, ήτοι ποσό 363,50 ευρώ, πλην όμως εσφαλμένα το Εφετείο επιδίκασε ολόκληρο το αιτηθέν ποσό των 2.850 ευρώ, έτσι δε παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν υπήγαγε τα πραγματικά γεγονότα στους αποδεδειγμένους ισχυρισμούς του, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και παραμόρφωσε εντελώς το περιεχόμενο της από 19-2-2013 οικονομικής προσφοράς του, δεχόμενο περιστατικά διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο έγγραφο αυτό και δη ότι δεν γίνεται αναφορά για δεύτερο σκέπαστρο.

δ) με τον πέμπτο λόγο, από τους αρ. 1, 8, 10, 11, 12, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του περί απαραδέκτου του κονδυλίου της αποζημίωσης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ... οχήματος και του τιμήματος για την ενοικίαση άλλου οχήματος και εσφαλμένα δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, υποχρεώνοντας τον να καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του, έτσι δε παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε πράγματα και γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς καμία απόδειξη, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα έγγραφα και δη το με αριθ.

πρωτ. ... έγγραφο της περιφερειακής Ενότητας … στο οποίο αναφέρεται ότι το υπ' αριθ. ... ... όχημα μεταβιβάστηκε στον Ε. Α. στις 12.7.2010 και το από 16.1.2016 έγγραφο του ΑΤ … , σύμφωνα με το οποίο στο άνω όχημα προκλήθηκαν ζημίες σε ολόκληρο το οπίσθιο τμήμα και τις πόρτες, και εν τέλει παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άνω αποδεικτικών εγγράφων, δεχόμενο περιστατικά ως πραγματικά διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα έγγραφα αυτά, υποπίπτοντας μάλιστα σε αντιφάσεις.

ε) με τον έκτο λόγο, από τους αρ. 1, 8, 11, 12, 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του περί απαραδέκτου του κονδυλίου της αποζημίωσης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ... οχήματος και εσφαλμένα δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, υποχρεώνοντας τον να καταβάλει το αιτούμενο ποσό των 856,08 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη του τις προσκομισθείσες από αυτόν φωτογραφίες από τις οποίες φαίνεται να έχει υποστεί το άνω όχημα μικρές ζημίες και χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του, έτσι δε παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων, δεχόμενο περιστατικά ως πραγματικά διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα έγγραφα αυτά, υποπίπτοντας μάλιστα σε αντιφάσεις.

στ) με τον έβδομο και τελευταίο λόγο, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις δύο ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και παρά το νόμο και με εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων του έκανε δεκτή την αγωγή του αντιδίκου του σε όλα της τα αιτήματα, παρόλο που στις συγκεκριμένες ένορκες βεβαιώσεις οι μάρτυρές του κατέθεσαν ενόρκως ότι ουδέποτε αποκολλήθηκε πέργκολα ή στέγαστρο.

Όλοι αυτοί οι λόγοι, αποτελούντες κατά βάση πιστή αντιγραφή σχετικών λόγων της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που με αυτούς επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση μη λήψεως υπόψη των άνω ισχυρισμών του, τους οποίους αυτός χαρακτηρίζει ως ενστάσεις, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως διότι δεν πρόκειται για ενστάσεις αλλά για αρνητικούς της αγωγής και των κονδυλίων της ισχυρισμούς και ως εκ τούτου δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ.

Επίσης, καθόσον αφορά την αιτίαση περί παραβάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι απαράδεκτοι προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, όσο και τα αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα, πέραν δε αυτών, παρότι γίνεται επίκληση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο σποραδικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος γίνεται παραπομπή σε κάποιες επί μέρους παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Για τον ίδιο λόγο απορριπτέα είναι και η αιτίαση περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και διότι, με τα όσα αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων.

Περαιτέρω, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε (ένορκες βεβαιώσεις, τεχνική έκθεση κλπ...) και ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών αυτών μέσων, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο, ούτε σε ποια αποδεικτικά μέσα προσέδωσε το Εφετείο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχαν κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικά μέσα που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αμφότερους τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, τα οποία κατέστησαν κοινά μέσα απόδειξης, κατ` επιταγή του άρθρου 346 ΚΠολΔ, και με βάση τα οποία διατύπωσε την κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου για τις ελλείψεις του έργου, το οποίο πόρισμα είναι αντίθετο προς εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ενώ δεν προσδόθηκε ή παραλείφθηκε να προσδοθεί σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε από το νόμο, αντίθετα δε θεωρήθηκαν όλα ισοδύναμα και εκτιμήθηκαν ελευθέρως, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την έφεση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Επίσης, η εμπεριεχόμενη στον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθώς δέχεται ότι το στέγαστρο ήταν καταπονημένο και στη συνέχεια το χαρακτηρίζει καινούριο και σταθερό, απαραδέκτως προβάλλεται αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό ή στο με προσόντα διατακτικό αιτιολογικό.

Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο συγκεκριμένων αποδεικτικών εγγράφων, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε ως προς τα έγγραφα αυτά σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί το Εφετείο αφενός μεν δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, τα δε φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτά και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Συνακόλουθα, όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν όλων αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2020 αίτηση του Α. Μ. του Η. για αναίρεση της με αριθ. 136/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ