49/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated49/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης (παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 49 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (Ο.Α.Ε.) Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-08-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 738/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 787/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-02-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2053/2014, ΑΠ 12/2008) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33-35/2002, ΑΠ 1169/2008).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.
Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση.
Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 676/2014, ΑΠ 1220/2012, ΑΠ 996/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν.1386/1983 «για τις προβληματικές επιχειρήσεις και τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων» και των άρθρων 44 παρ.1, 46 παρ.1 και παρ.5 και 46α παρ.2 εδ. β' του ν. 1892/1990 «για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη», που καταργήθηκαν με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), αλλά ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, προβλέπεται διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν σοβαρά, οικονομικά προβλήματα, όπως αυτά εξειδικεύονται στις εν λόγω διατάξεις.
Για τη θέση επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση πρέπει να εκδοθεί απόφαση του (πολιτικού) εφετείου της έδρας της, ύστερα από αίτηση μέρους των πιστωτών αυτής (ΑΠ 521/2015). Ειδικότερα, ο σκοπός που επιδιωκόταν με την υπαγωγή προβληματικής επιχείρησης στις ρυθμίσεις του ν. 1386/1983 ήταν, κυρίως, η εξυγίανσή της και η εξασφάλιση της βιωσιμότητάς της και, αν αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί, η εκκαθάριση της επιχείρησης και η από το προϊόν της εκκαθάρισης ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών με βάση τον πίνακα που συνέτασσε ο εκκαθαριστής.
Μεταξύ των μέτρων εξυγίανσης περιλαμβανόταν και η ανάληψη της διοίκησης της επιχείρησης από τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (εφεξής ΟΑΕ), το μέτρο δε αυτό προβλεπόταν στο άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου και ρυθμιζόταν στο άρθρο 8 του ίδιου νόμου, στο οποίο μεταξύ άλλων οριζόταν (παρ. 5) ότι, κατά τη διάρκεια της διοίκησης της επιχείρησης, ο ΟΑΕ καταρτίζει μελέτη βιωσιμότητάς της και διαπραγματεύεται με τους μετόχους και τους πιστωτές της επιχείρησης για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την επιβίωσή της (ΑΠ 1367/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990 "Συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης, περιλαμβανομένης σε μια από τις περιπτ. α, β, γ ή δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης, εφόσον:
α) οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και τον ισολογισμό της τελευταίας πριν από τη σχετική συμφωνία εταιρικής χρήσης, β) συναινούν γραπτά οι εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, γ) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης, με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 επ.
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης (παρ. 1).
Υφιστάμενες εγγυήσεις, υποθήκες, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση, διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την κατά την πρώτη παράγραφο συμφωνία, αν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πιστωτής δεν συμφώνησε διαφορετικά (παρ. 2)".
Από τις ανωτέρω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις προκύπτει ότι, εάν η (υπερχρεωμένη) επιχείρηση συμφωνήσει με πιστωτές της τον περιορισμό των χρεών της κατά τους όρους και υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, επικυρωθεί δε η σχετική συμφωνία από το αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), αφενός μεν η συμφωνία δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σ' αυτή και τους μη μετασχόντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφετέρου δε οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβήνονται οριστικώς και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών. Αναβίωση δε των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών δεν επέρχεται, παρά μόνον αν στη συμφωνία για τον περιορισμό τους έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση, η οποία στη συνέχεια πληρούται, ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση (ΑΠ 1848/2014, ΑΠ 1475/2013, ΑΠ 897/2008).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, και ενόψει του σκοπού στον οποίο αυτές αποβλέπουν, συνισταμένου στην εξυγίανση και στη διάσωση της επιχειρήσεως επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας και του κοινωνικού συνόλου, και των προαναφερόμενων συνεπειών της επικυρούμενης από το εφετείο σχετικής ενοχικής συμφωνίας, με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα όλοι οι πιστωτές, προκύπτει, επίσης, ότι κάθε άλλη συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων σε αυτή, μη περιεχόμενη στην ως άνω συλλογική συμφωνία, καταρτιζόμενη, όμως, και αυτή στο πλαίσιο της ανωτέρω ειδικής διαδικασίας εξυγίανσης, με την οποία επιδιώκεται, άμεσα ή έμμεσα, η άρση των συνεπειών της επιτευχθείσας συμφωνίας, προς όφελος πιστωτή που έλαβε μέρος σε αυτή, αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις, καθόσον επιδιώκει αποτέλεσμα, που αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό των εν λόγω διατάξεων, παρέχοντας μάλιστα ιδιαίτερη εύνοια, χωρίς εύλογη αιτία, υπέρ μεμονωμένου πιστωτή και φαλκιδεύοντας τα δικαιώματα των λοιπών.
Κατά συνέπεια, η συμφωνία αυτή είναι άκυρη ως αποσκοπούσα στην καταστρατήγηση του νόμου, ήτοι στην ουσιαστική ματαίωση, προς όφελος του συμβαλλόμενου πιστωτή, της απόσβεσης του πέραν του περιορισμού μέρους της απαίτησής του, την οποία, κατά τα ανωτέρω, οριστικώς και ex lege επιφέρει η συμφωνία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990.
Μόνη δε η άρνηση εκπλήρωσης από τον συμβληθέντα της αναληφθείσας, δυνάμει της άκυρης αυτής δικαιοπραξίας, υποχρέωσης δεν καθιστά τη συμπεριφορά του καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) ένδικη αγωγή της, ιστορούσε τα ακόλουθα:
Ότι με την υπ' αριθμ. 1708/1983 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 1386/1983 η οφειλέτιδά της επιχείρηση με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΟΛΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ", της οποίας τη διοίκηση ανέλαβε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ Α.Ε. (Ο.Α.Ε.)» (στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει το Ελληνικό Δημόσιο, εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο) που είχε συσταθεί με τον ίδιο νόμο, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την οικονομική εξυγίανση μεγάλων επιχειρήσεων που ήταν υπερχρεωμένες και ένεκα τούτου είχαν προβεί (ή κινδύνευαν να οδηγηθούν) σε παύση πληρωμών ή αναστολή ή διακοπή της λειτουργίας τους.
Ότι, μετά ταύτα, ο ΟΑΕΕ συνέταξε μελέτη βιωσιμότητας της παραπάνω επιχείρησης και με βάση αυτήν υπέβαλε προτάσεις και διαπραγματεύθηκε με τους πιστωτές της για την κατάρτιση συμφωνίας επιβίωσής της. Ότι με βάση τη συμφωνία που εν τέλει επετεύχθη την 10-11-1986, και εγκρίθηκε νομότυπα από την αρμόδια Αναπληρώτρια Υπουργό Ανάπτυξης, αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης αυτής κατά 12.279.300.000 δραχμές, με την κεφαλαιοποίηση οφειλών της συνολικού ποσού 10.674.930.000 δραχμών, εκ των οποίων 8.119.000.000 δραχμές αποτελούσαν το σύνολο των οφειλών της προς την ίδια (ενάγουσα), και την εισφορά νέων κεφαλαίων.
Ότι στην παραπάνω συμφωνία (που επετεύχθη με βάση το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 1386/1983) δεν συμπεριελήφθησαν απαιτήσεις της, ποσού 303.596.212 δραχμών, που προέρχονταν από δανειακές συμβάσεις και συμβάσεις πίστωσης που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της ιδίας και της ως άνω υπό εξυγίανση επιχείρησης στα τέλη κυρίως της δεκαετίας του 1970 και είχαν καταγγελθεί το έτος 1983, εμφανίζοντας, στους λογαριασμούς που γι' αυτές ετηρούντο, το παραπάνω ποσό ως συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο.
Ότι, τελικώς απέτυχε η προσπάθεια εξυγίανσης της εν λόγω επιχείρησης και γι' αυτό ο Ο.Α.Ε. Α.Ε. επεδίωξε, στο πλαίσιο αποκρατικοποίησής της, να συνάψει συμφωνία με τους πιστωτές της κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990, προκειμένου να ρυθμιστούν οι οφειλές της επιχείρησης αυτής, με διαγραφή μέρους αυτών (δηλαδή οι πιστωτές της εταιρείας να δεχτούν περιορισμό των απαιτήσεών τους), ώστε να καταστεί έτσι δυνατή η επιβίωσή της και να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του από ανέγγυα δάνεια που της χορήγησε καθόν χρόνο διοικούσε αυτήν.
Ότι επειδή για την επίτευξη της συμφωνίας αυτής και την επικύρωσή της από το αρμόδιο Εφετείο, ήταν επιβεβλημένη και η δική της σύμπραξη (δηλ. της ενάγουσας). αφού επρόκειτο περί πιστώτριας, που οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις της αντιπροσώπευαν το 80% του συνόλου αυτών, ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ο.Α.Ε.
Α.Ε., επεδίωξε διαπραγματεύσεις με το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, προκειμένου να καμφθούν οι αντιρρήσεις της, καθόσον δεν επιθυμούσε να υποστεί περαιτέρω ζημία από τη διαγραφή χρεών της, την οποία θα επέφερε η κατάρτιση της συμφωνίας κατά το ως άνω άρθρο, ιδιαίτερα ενόψει του ότι οι απαιτήσεις της ήταν πλήρως εξασφαλισμένες με εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτων της επιχείρησης αυτής.
Ότι τελικώς, κατόπιν επελθούσας μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας πείσθηκε να μετάσχει στη συμφωνία υπαγωγής της ως άνω υπερχρεωμένης επιχείρησης στις διατάξεις του άρθρου 44 του ως άνω νόμου, υπό τον όρο όμως ότι για το μέρος εκείνο της οφειλής της ποσού 103.600.000 δραχμών που θα διαγραφόταν στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας, ο Ο.Α.Ε.
Α.Ε. θα της εκχωρούσε ισόποσες απαιτήσεις του κατά της παραπάνω επιχείρησης ("ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ BIOMΗΧΑΝΙΑ ΠΟΛΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε."), ενώ, στη συνέχεια, ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος του Ο.Α.Ε. Α.Ε. απέστειλε σε αυτή την από 29-01-1992 επιστολή, με την οποία υποσχέθηκε την τήρηση της συμφωνίας αυτής, ήτοι την κάλυψη του ποσού των 103.600.000 δραχμών και δη με ετήσιο επιτόκιο 10%, εφόσον το Εφετείο Αθηνών επικύρωνε τη συμφωνία των πιστωτών υπαγωγής της ως άνω επιχείρησης στο άρθρο 44 του ως άνω νόμου.
Ότι παρότι εκπλήρωσε την υποχρέωση που ανέλαβε με την επικυρωθείσα από το Εφετείο από 28-01-1992 συμφωνία μεταξύ πιστωτών και της ως άνω επιχείρησης, που επαγόταν τη διαγραφή μέρους της οφειλής της ποσού 103.600.000 δραχμών, ο ΟΑΕ ΑΕ αρνήθηκε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, να της μεταβιβάσει ισόποσες της οφειλής του (βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας) απαιτήσεις του κατά της ως άνω επιχείρησης, καίτοι ο ίδιος εισέπραξε αυτές, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 670.530.000 δραχμών.
Ότι ομοίως και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που, βάσει του άρθρου 15 του 2741/1999, τυγχάνει ειδικός διάδοχος του ΟΑΕ, μετά την εκκαθάρισή του, αρνείται να καταβάλει την οφειλή του αυτή, παρότι ευθύνεται πλέον αυτό για τις υποχρεώσεις του και μέχρι του ύψους του προϊόντος της εκκαθάρισης που εισέπραξε ως μέτοχός του.
Ότι την απαίτησή της αυτή, όπως διαμορφώθηκε μετά την επαύξησή της με συμβατικούς τόκους, που για την περίοδο 1-1-1996 έως 7-6-2001 ανήλθαν (με βάση συμβατικό επιτόκιο 10%) στο ποσό των 165.527,97 ευρώ, ανήγγειλε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον υπό εκκαθάριση Ο.Α.Ε., ήτοι εντός της προθεσμίας που έθετε το άρθρο 13 παρ. 1 του N. 2741/1999 προς τούτο, που είχε ως αφετηρία την ημέρα δημοσίευσης της σχετικής πρόσκλησης της ειδικής εκκαθαρίστριας αυτού.
Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα ζήτησε, με την κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως ειδικός διάδοχος του Ο.Α.Ε. Α.Ε., να της καταβάλει το ποσό των 304.035,22 ευρώ (ήτοι 103.600.000 δραχμών), εντόκως, ήτοι από 01-01-1996 έως 07-06-2001 με επιτόκιο 10%, και από 08-06-2001, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας μέχρις εξοφλήσεως.
Επικουρικά δε, ζήτησε το ως άνω ποσό με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, αφού, όπως ισχυρίστηκε, η περιγραφόμενη ως άνω συμπεριφορά του εναγόμενου Οργανισμού, αντιβαίνει σε αυτές, και όλως επικουρικά, με βάση την διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, καθόσον ισχυρίστηκε ότι η επιστολή που απέστειλε προς αυτήν ο νόμιμος εκπρόσωπος του ΟΑΕ συνιστούσε την έγγραφη δήλωση βούλησής του για κατάρτιση σύμβασης αφηρημένης υπόσχεσης άλλως αναγνώρισης χρέους, την οποία η ίδια εμπράκτως αποδέχθηκε.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής, δεν είναι νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη σε αυτή ξεχωριστή συμφωνία, επί της οποίας επιχειρείται να θεμελιωθεί η αξίωση της αναιρεσείουσας, μεταξύ αφενός μεν του ΟΟΑΕ, ο οποίος, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1386/1983, "λειτουργεί για το κοινωνικό συμφέρον κάτω από την εποπτεία του Κράτους που ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας" με σκοπό τη συμβολή στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας" (άρθρ. 2), έχοντας ως εκ τούτου υποχρέωση να ενεργεί με βάση την αρχή της νομιμότητας, αφετέρου δε της αναιρεσείουσας, η οποία έλαβε μέρος στην επικυρωθείσα από το εφετείο συλλογική συμφωνία ως πιστώτρια της υπό εξυγίανση επιχείρησης, είναι άκυρη, αφού με αυτή επιδιώχθηκε, κατά καταστρατήγηση των παραπάνω διατάξεων, αποτέλεσμα αποδοκιμαζόμενο από αυτές και ειδικότερα η ουσιαστική ματαίωση, προς όφελος της αναιρεσείουσας μόνον, όχι όμως και των λοιπών δεσμευόμενων πιστωτών, της απόσβεσης του διαγραφέντος μέρους της απαίτησής της, ποσού 103.600.000 δραχμών, που οριστικώς και ex lege επέφερε η συμφωνία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεσμεύει και επιφέρει έννομες συνέπειες για όλους τους πιστωτές (συμβληθέντες και μη) και η οποία δεν θα μπορούσε να καταρτιστεί χωρίς τη δική της σύμπραξη.
Κατά συνέπεια, η άρνηση του ΟΑΕ ΑΕ και, ακολούθως, του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να εκπληρώσει την αναληφθείσα, δυνάμει της άκυρης αυτής συμφωνίας, υποχρέωση δεν καθιστά τη συμπεριφορά τους καταχρηστική και αδικοπρακτική κατά τα άρθρα 281, 288 και 914 ΑΚ.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, κατά τις ανωτέρω δύο βάσεις, με την εξής αιτιολογία:
«|Η επίμαχη συμφωνία [...] υπό τη μορφή της δημιουργίας ενοχής στο πλαίσιο της ελευθερίας των συναλλαγών κατ' άρθρα 361, 287, 288 ΑΚ (κύρια βάση της αγωγής) έστω και αν θεωρηθεί έγκυρη και ισχυρή κατά το χρόνο κατάρτισής της, με τη σύναψη τής από 28-01-1992 συμφωνίας ρύθμισης - διαγραφής του χρέους και την επικύρωσή της με την 6255/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθίσταται πλέον ανίσχυρη και δεν παράγει απολύτως κανένα έννομο αποτέλεσμα για τα συμβαλλόμενα μέρη.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός αν με τη συμφωνία αυτή βλάπτονται ή μη τα συμφέροντα των λοιπών πιστωτών που μετείχαν στη συμφωνία ρύθμισης-διαγραφής χρεών και συμφώνησαν στον περιορισμό των απαιτήσεών τους. Είναι δε ανίσχυρη η συμφωνία αυτή, διότι, [...] η συμφωνία για τη ρύθμιση - διαγραφή χρέους της οφειλέτιδος που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο:
α) δεσμεύει καθολικά όλους τους πιστωτές (προνομιούχους ή μη, συμβεβλημένους και μη) και άρα και την εκκαλούσα που συμβλήθηκε στη συμφωνία αυτή και δέχθηκε να περιορίσει τις απαιτήσεις της έναντι της οφειλέτιδος εταιρείας και ως προς το επίδικο ποσό των 103,6 εκατ. δρχ., και β) έχει ως περαιτέρω αποτέλεσμα την οριστική ex lege απόσβεση των αντίστοιχων απαιτήσεων των πιστωτών κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών [...].
Η παραδοχή του αντιθέτου, ότι παρά τη σύναψη της συμφωνίας ρύθμισης-διαγραφής του χρέους και την επικυρωτική από το Δικαστήριο απόφαση, η έγγραφη δέσμευση του Ο.Α.Ε. Α.Ε. έναντι της εκκαλούσας, συμβληθείσας πιστώτριας, παράγει έννομα αποτελέσματα θα οδηγούσε στο από νομικής άποψης παράδοξο η ιδιωτική βούληση των μερών να τροποποιεί τη βούληση του νομοθέτη ως προς τις συνέπειες που παράγει εν προκειμένω ο νόμος και συγκεκριμένα ότι από την επικύρωση της συμφωνίας για τη ρύθμιση - διαγραφή οφειλής αυτή (συμφωνία) καθίσταται καθολικά δεσμευτική για τους πιστωτές και ότι οι απαιτήσεις των τελευταίων αποσβήνονται οριστικά και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά, η επίμαχη απαίτηση έχει αποσβεστεί οριστικά και ex lege με τη δικαστική επικύρωση της συμφωνίας των πιστωτών για ρύθμιση - διαγραφή του χρέους της οφειλέτιδος εταιρείας και ως εκ τούτου δεν μπορεί έκτοτε να ισχύσει ως δεσμευτική μεταξύ των μερών (εκκαλούσας και ΟΑΕ ΑΕ) συμφωνία που να δημιουργεί ενοχή.
Η αγωγή κατά την πρώτη επικουρική βάση της, την οποία η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ, είναι μη νόμιμη, καθόσον τα περιστατικά που επικαλείται και συνάπτονται με την άρνηση του ΟΑΕ ΑΕ να εκπληρώσει καλόπιστα την παροχή, για την οποία δεσμεύτηκε συμβατικά, και η συμπεριφορά αυτού, με την οποία παραβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεν μπορούν από μόνα τους και χωρίς να συνδέονται άμεσα με προϋφισταμένη (έγκυρη) ενοχή είτε με αδικοπρακτική συμπεριφορά (εν προκειμένω του ΟΑΕ ΑΕ) να επιστηρίξουν αγώγιμη αξίωση|».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (με μερική αντικατάσταση των αιτιολογιών της) που είχε κρίνει ομοίως, σε ορθό διατακτικό κατέληξε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 361, 281 και 288 ΑΚ, σε συνδ. με το άρθρο 914 ΑΚ, τις οποίες, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, οι δύο πρώτοι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«|Με την υπ' αριθμ. 1708/26-10-1983 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΟΛΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε." υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 1386/1983, με το άρθρο 1 του οποίου συνεστήθη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ Α.Ε. (Ο.Α.Ε.
Α.Ε.), που χρηματοδοτούμενη κυρίως από κρατικά κεφάλαια, θα επεδίωκε την οικονομική εξυγίανση επιχειρήσεων, που ήταν υπερχρεωμένες, όπως η προαναφερθείσα, αναλαμβάνοντας τη διοίκησή τους. Με βάση δε μελέτη βιωσιμότητας που συνέταξε ο προαναφερθείς Οργανισμός (υπό τη νομική μορφή ανωνύμου εταιρείας), ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση της άνω εταιρείας, υπέβαλε σχετική πρόταση και διαπραγματεύθηκε κατ' άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1386/1983 με τους μετόχους της εταιρείας την κατάρτιση συμφωνίας επιβίωσής της.
Με βάση την πρόταση αυτή, την 10-11-1986 καταρτίστηκε μεταξύ αυτού, των πιστωτών και των μετόχων της ως άνω υπό εξυγίανση εταιρείας συμφωνία, που εγκρίθηκε, κατά το άρθρο 8 παρ.5 του ιδίου Νόμου από την αρμόδια αναπληρώτρια Υπουργό Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας με την υπ' αριθμ. 25/15-1-1987 απόφασή της (ΦΕΚ 29/Β/201-1987).
Με βάση τη συμφωνία αυτή αποφασίστηκε κατά το άρθρο 10 του άνω νόμου η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 12.279.300.000 δραχμών με την κεφαλαιοποίηση των οφειλών της συνολικού ποσού 10.674.930.000 δραχμών, εκ των οποίων δραχμές 8.119.000.000 αποτελούσαν κεφαλοποιούμενες οφειλές της εταιρείας προς την εκκαλούσα και με την εισφορά νέων χρημάτων.
Μετά την επιτευχθείσα κατά τα ανωτέρω συμφωνία, σχετικά με την επιβίωση της υπαχθείσης στις διατάξεις του Νόμου αυτού εταιρείας "Θεσσαλική Βιομηχανία Πολτού και Χάρτου Α.Ε.", εγκριθείσας από την ως άνω υπουργική απόφαση οι απαιτήσεις της εκκαλούσας που δεν συμπεριλήφθηκαν στην παραπάνω συμφωνία, ήταν κατά την 31/12/1991 303.596.212 δραχμές, προερχόμενες από τις παρακάτω αιτίες: [...] Ο Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ ΑΕ), επειδή απέτυχε η προσπάθεια εξυγιάνσεως της πιο πάνω επιχειρήσεως, στο πλαίσιο της αποκρατικοποίησης των επιχειρήσεων, των οποίων είχε αναλάβει τη διοίκηση και διαχείριση, επεδίωκε να συνάψει συμφωνία κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990, περί ρυθμίσεως διαγραφής των χρεών της επιχείρησης μεταξύ της οφειλέτιδος εταιρείας και των πιστωτών της, αφ' ενός μεν για την επιβίωση της εταιρείας, αφ' ετέρου δε για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, που προήλθαν από δάνεια, τα οποία χορήγησε ο Οργανισμός στην επιχείρηση κατά το στάδιο της διοικήσεώς της από αυτόν, τα οποία ήταν ανέγγυα.
Για την επίτευξη του σκοπού του Ο.Α.Ε. Α.Ε., δηλαδή για την κατάρτιση της ανωτέρω συμφωνίας και την επικύρωσή της από το αρμόδιο εφετείο, ήταν επιβεβλημένη η σύμπραξη της εκκαλούσας, που είχε ποσοστό 80% των (εμπραγμάτων) βαρών επί του ακινήτου της εταιρείας "Θεσσαλική Βιομηχανία Πολτού και Χάρτου". Χωρίς την συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας, η συμφωνία ρύθμισης - διαγραφής χρεών, δεν ήταν εφικτή, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 44 Ν. 1892/90, δηλαδή έλλειπε η προϋπόθεση συμμετοχής πιστωτού ή πιστωτών, που αντιπροσωπεύουν το 40% τουλάχιστον των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών.
Προκειμένου να επιτευχθεί η συμφωνία του άρθρου 44 του άνω Νόμου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ο.Α.Ε, Α.Ε.. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλός του, προσήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον νόμιμο εκπρόσωπο, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, με το σκοπό, η Εθνική Τράπεζα να στέρξει στην πραγματοποίηση της συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης "Θεσσαλικής Πολτού και Χάρτου ΑΕ" κατά το άρθρο 44 του ν. 1892/1992 με τη συμμετοχή της σε αυτή ως πιστωτή.
Μετά την κατάληξη των προφορικών συμφωνιών, ο υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας απέστειλε την από 5/12/1991 επιστολή προς τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ο.Α.Ε. Α.Ε., με αίτημα, να αποτυπώσει εγγράφως τα συμφωνηθέντα. Εν συνεχεία, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ο.Α.Ε. Α.Ε., ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση, με την από 29-01-1992 επιστολή του προς τον υποδιοικητή και εκπροσωπούντα την Εθνική Τράπεζα, να εκχωρήσει στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 103,6 εκατομμυρίων δραχμών, από το ποσό που θα εισέπραττε ο Ο.Α.Ε.
Α.Ε. από την "ΑΕ Θεσσαλική Βιομηχανία Χάρτου", της οποίας οι απαιτήσεις θα περιορίζονταν κατά το ανωτέρω ποσό λόγω της συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης. Το κείμενο της πιο πάνω επιστολής του Προέδρου του Ο.Α.Ε. Α.Ε. προς τον υποδιοικητή της εκκαλούσας έχει ως ακολούθως: "Στη συνέχεια των συνεννοήσεων μας, της από 5/12/1991 επιστολής σας και
μετά την υπογραφή σήμερα της συμφωνίας ρύθμισης - διαγραφής των χρεών της "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ Α.Ε.", σας δηλώνουμε ότι: Μετά την επικύρωση της συμφωνίας από το αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, και την υπογραφή σχετικής σύμβασης μεταξύ του Ο.Α.Ε. και της "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ Α.Ε." περί εξοφλήσεως της εκ δραχμών 753,6 εκατ. Απαίτησης του Οργανισμού σε δέκα ετήσιες ισόποσες δόσεις, με επιτόκιο 10%, καταβλητέων της πρώτης τον Νοέμβριο 1993 και της τελευταίας τον Νοέμβριο του 2002 και προκειμένου η Τράπεζά σας να εισπράξει το ποσόν των 103,6 εκατ.
σε δύο ετήσιες ισόποσες δόσεις, θα σας εκχωρήσουμε ανεκκλήτως μέρος των δύο πρώτων δόσεων, υπογράφοντες προς τούτο κάθε αναγκαίο έγγραφο. Το συνολικό ποσό που θα σας εκχωρηθεί θα καλύπτει την απαίτησή σας των 103,6 εκατ., εξοφλητέα τον Νοέμβριο 1993 και Νοέμβριο 1994, με ετήσιο επιτόκιο 10%. Δοθέντος ότι η πληρωμή των δόσεων προς τον Οργανισμό θα ασφαλίζεται με εμπράγματα βάρη που θα εγγραφούν στα πάγια της "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ Α.Ε.", κατ' ανάλογο τρόπο θα ασφαλίζεται και η πληρωμή του ποσού που θα σας εκχωρηθεί.".
Την ως άνω πρόταση του Ο.Α.Ε. απεδέχθη η Εθνική Τράπεζα δια του υποδιοικητού της και έτσι συμμετείχε ως πιστωτής στη συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης "Θεσσαλική Βιομηχανία Πολτού και Χάρτου" του αρθ. 44 του Ν, 1892/1990. Στη συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990 συνεβλήθησαν πιστωτές, εκπροσωπούντες πιστώματα άνω του 60% του συνόλου των χρεών της εταιρείας "Θεσσαλική Βιομηχανία Πολτού και Χάρτου Α.Ε.", όπως αυτά προκύπτουν από τα βιβλία της εταιρείας, μεταξύ των οποίων (πιστωμάτων) περιλαμβάνεται και το 80% των εμπραγμάτως ασφαλισμένων τοιούτων, ήτοι και οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις της εκκαλούσας.
Συγκεκριμένα, στην υπογραφείσα κατά τα ανωτέρω συμφωνία του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990, συνεβλήθησαν η ενδιαφερόμενη εταιρεία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΟΛΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε.", οι μέτοχοι αυτής Ο.Α.Ε. Α.Ε., Ε.Τ.Ε. και Ε.Τ.Β.Α. με συνολικό ποσοστό 99,96% (53,72%, 29,91% και 16,35%) και οι συμβαλλόμενοι πιστωτές της (Ο.Α.Ε. ΑΕ ποσοστό 62,2%, Ε.Τ.Ε. 10,8% και CASCADES 5,6%) με συνολικό ποσό απαιτήσεων 80,6%.
Οι ουσιαστικοί όροι της συμφωνίας αυτής είχαν ως ακολούθως: "α. Η Εθνική Τράπεζα σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της εμπραγμάτως ασφαλισμένης απαίτησής της των δρχ. 303,6 εκατ. να εισπράξει ποσοστό 66% ήτοι δρχ 200 εκατ. και να διαγράψει το υπόλοιπο δρχ. 103,6 εκατ. Το ποσό των 200 εκατ. θα καταβληθεί στην Ε.Τ.Ε. εντόκως με επιτόκιο 23,75% ετησίως από 1/1/92 μέχρι την ημέρα πληρωμής, η οποία θα γίνει εντός τριμήνου από την επικύρωση της παρούσης συμφωνίας από το Εφετείο Αθηνών.
Για την ευχερέστερη και άμεση είσπραξη του ποσού αυτού η "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΒΙΟΜΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΟΛΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ" εκχώρησε προς την Ε.Τ.Ε. μέρος της απαιτήσεώς της που έχει και διατηρεί κατά του οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων (Ο.Ε.Δ.Β.)..., ήτοι εκχωρεί απαίτηση 200 εκατ και από πώληση και παραγγέλει προς τον Ο.Ε.Δ.Β., όπως το ποσό αυτό των 200 εκατ.
μετά την εκκαθάριση και το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεών της και υπό τον όρο ότι η παρούσα συμφωνία θα επικυρωθεί από το Εφετείο Αθηνών να καταβάλει απευθείας στην Ε.Τ.Ε. Η συμφωνία περιορισμού των απαιτήσεων της Ε.Τ.Ε. τελεί υπό τους ακόλουθους όρους, προϋποθέσεις και αναβλητικές αιρέσεις: πωλήσεως της εταιρείας, εισπράξεως του τιμήματος των μετοχών και καταβολή στην Ε.Τ.Ε.
του ποσού που αναλογεί στις μετοχές της, εξοφλήσεως των απαιτήσεων τρίτων (πιστωτών, προμηθευτών κ.λπ.) κατά τη συμφωνία, εξοφλήσεως στην E.T.E. με την καταβολή του ποσού των 200 εκατ., έναντι συνολικής απαιτήσεώς της 303,6 εκατ. Μετά την ολοκλήρωση όλων των ανωτέρω και την πλήρωση των τεθεισών αναβλητικών αιρέσεων, η συμφωνία περιορισμού των χρεών θα είναι ισχυρή και η Ε.Τ.Ε.
θα συναινέσει στην εξάλειψη των εμπραγμάτων βαρών που έχουν εγγραφεί στα ακίνητα της εταιρείας. Η παρούσα συμφωνία ισχύει στο σύνολό της με όλους τους όρους και τις αιρέσεις που έχουν τεθεί και με την επικύρωσή της χωρίς αλλαγές από το Εφετείο. Σε περίπτωση που δεν επικυρωθεί ως έχει, η συμφωνία δεν έχει καμία ισχύ και επ' ουδενί αποτελεί εξώδικο συμβιβασμό περιορισμό των απαιτήσεων της E.T.E., το αντίθετο οι απαιτήσεις της Ε.Τ.Ε.
θα παραμείνουν ακέραιες και τα εγγεγραμμένα εμπράγματα βάρη ως έχουν, β. Ο ΟΑΕ έναντι συνολικής απαιτήσεώς του... θα εισπράξει ποσοστό 42% περίπου, ήτοι ποσό δρχ 753,6 εκατ. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί από την εταιρεία ως δεκαετές δάνειο ήτοι σε δέκα ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Ρητώς συμφωνείται ότι η επικύρωση της παρούσης συμφωνίας από το Εφετείο Αθηνών και η εκπλήρωση όλων των όρων της αποτελούν προϋπόθεση για την ισχύ της, σε περίπτωση δε είτε μη επικύρωσης από το Εφετείο, είτε μη εκπλήρωσης και ενός εκ των όρων, η παρούσα συμφωνία και οι επιβαλλόμενες ρυθμίσεις-διαγραφές θα ανατρέπονται στο σύνολό τους και θα αναβιώσουν εις βάρος της εταιρείας τα διαγραφόμενα χρέη.
Ακόμη οι συμβαλλόμενοι αποδέχονται όπως με κοινή αίτηση της ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΠΟΛΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε. και του Ο.Α.Ε. Α.Ε, η παρούσα συμφωνία υποβληθεί στο αρμόδιο για την επικύρωσή της Εφετείο Αθηνών, δοθέντος ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρ. 44 N. 1892/90, αφού συμβάλλονται πιστωτές με ύψος απαιτήσεων μεγαλύτερο του 80% και σ' αυτούς περιλαμβάνεται και η Ε.Τ.Ε.
με ύψος εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων σε ποσοστό 80% και τέλος συμβάλλονται και συναινούν εγγράφως μέτοχοι με ποσοστό μεγαλύτερο του 83%, οπότε και μετά την έκδοση επικυρωτικής απόφασης, οι όροι της παρούσης συμφωνίας θα δεσμεύουν απολύτως τόσο τους συμβεβλημένους όσο και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές της εταιρείας.
Στη συνέχεια, η ως άνω συμφωνία επεκυρώθη δια της υπ' αρ. 6255/1992 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και ο Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ Α.Ε.) επέτυχε έτσι τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι αφ' ενός της εξυγίανσης της επιχείρησης και αφ' ετέρου της εξόφλησης του 42% των δανείων που είχε χορηγήσει στην επιχείρηση κατά το διάστημα της διοικήσεως της εταιρείας και διαχειρίσεώς του.
Μετά την επικύρωση της συμφωνίας ρύθμισης-διαγραφής χρεών, ο ΟΑΕ κατήρτισε με το νόμιμο εκπρόσωπο της οφειλέτιδος εταιρείας το από 24-11-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε, οι οφειλόμενες υπό την εταιρεία στον Οργανισμό τοκοχρεωλυτικές δόσεις δρχ. 134.106.000 εκάστης, λήξης 30/11/93 και 30/11/94, να καταβληθούν προς αυτόν (ΟΑΕ Α.Ε.) σε 6 συνεχείς μηνιαίες δόσεις λήξεως της πρώτης την 30/12/94 και της τελευταίας την 30/5/95, ποσού κάθε μιας των 5 πρώτων 50 εκατομμυρίων και οποιουδήποτε υπολοίπου της τελευταίας.
Η οφειλέτιδα εταιρεία κατέβαλε στον ΟΑΕ ΑΕ δρχ. 8.000.000, στις 18/1/95 δρχ. 11.000.000, στις 20-01-1995 δρχ. 10.00.000, στις 02-03-1995 δρχ. 50.000.000, στις 01-06-1995 δρχ. 50.000.000, στις 03-07-1995 δρχ. 50.000.000, στις 20-07-1995 δρχ. 68.212.000 στις 01-02-1995 δρχ. στις 29-11-1996 δρχ. 134.106.000 και στις 01-12-1997 το ποσό των 134.106.000 δρχ. Στις 22-03-1994 η εκκαλούσα απέστειλε επιστολή στον Ο.Α.Ε.
Α.Ε. ζητώντας από αυτόν να της καταβληθεί κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα η πρώτη δόση από το ποσό των 103,6 εκατομμυρίων. Στις 3-1-1995 η εκκαλούσα απέστειλε συστημένη επιστολή στον Ο.Α.Ε. Α.Ε., με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί το ποσό των δρχ. 50.000.000 της πρώτης δόσης λήξεως 30-12-1994 και να της εκχωρηθεί το προϊόν (ποσό) των υπολοίπων νέων δόσεων μέχρι του ορίου που θα καλύπτει ολοσχερώς την απαίτησή της εκ δρχ. 103,6 εκατ.
πλέον των επ' αυτής από 01-01-1992 και μέχρι εξοφλήσεως αναλογούντων τόκων, υπολογιζόμενων με ετήσιο εκτοκισμό προς 10%. Ο Οργανισμός ουδέποτε απήντησε στις ως άνω επιστολές της εκκαλούσας και η τελευταία απέστειλε τις από 28-11-1995, 8-10-1996 συστημένες επιστολές, με τις οποίες του υπενθύμιζε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του, διαμαρτυρόμενη ότι ουδεμία απάντηση είχε λάβει επί των συνεχών προηγούμενων οχλήσεών της προς αυτόν.
Όμως παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εκκαλούσας ούτε ο ΟΑΕ Α.Ε., αλλά ούτε και το Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός διάδοχός του, δεν έχει καταβάλει στην εκκαλούσα ουδένα ποσό. Η άρνηση του Ο.Α.Ε. Α.Ε, στον οποίο η εκκαλούσα ανήγγειλε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά το στάδιο της εκκαθάρισής του την ένδικη απαίτησή της, ήτοι εντός της προθεσμίας που έθετε το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2741/1999 (ΦΕΚ Α 199/28.9.1999), και στη συνέχεια η άρνηση του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του άνω Νόμου μετά το πέρας της εκκαθάρισης του Ο.Α.Ε.
ΑΕ. συνεχίζει ως ειδικός διάδοχος τις εκκρεμείς δίκες με διάδικο αυτόν, να της καταβάλουν το ως άνω ποσό των 304.035,22 ευρώ (103,6 εκ. δραχμών), εντόκως έγκειται στη διαφωνία που έχει ανακύψει μεταξύ των διαδίκων μερών (εκκαλούσας και Ελληνικού Δημοσίου) σχετικά με τη δεσμευτικότητα των όσων είχαν συνομολογηθεί προφορικά και μεταγενέστερα με την από 29/1/1952 ως άνω επιστολή του διευθύνοντος συμβούλου του Ο.Α.Ε.
Α.Ε. που απέστειλε στον υποδιοικητή της εκκαλούσας, δηλώνοντας μονομερώς ότι ανελάμβανε έναντι αυτής τη δέσμευση να εκχωρήσει 103,6 εκ. δραχμών, που αφορούσαν στην οφειλή τής υπό εξυγίανση εταιρείας προς την εκκαλούσα. Όμως η επίμαχη συμφωνία υπό τη μορφή της έγγραφης κατά τα ανωτέρω αφηρημένης υπόσχεσης, άλλως αναγνώρισης χρέους (δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής), την κατάρτιση της οποίας όμως αμφισβητεί το εφεσίβλητο μεταξύ άλλου λόγω της μη τήρησης του προβλεπόμενου τύπου τουλάχιστον από την μεριά του Ο.Α.Ε.
Α.Ε. (λόγω έλλειψης σχετικής εξουσιοδότησης του προεδρεύοντος και διευθύνοντος συμβούλου του Ο.Α,Ε. Α. Ε.), έστω και αν θεωρηθεί έγκυρη και ισχυρή κατά το χρόνο κατάρτισής της, με τη σύναψη τής από 28-1-1992 συμφωνίας ρύθμισης - διαγραφής του χρέους και την επικύρωσή της με την 6255/1992 άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθίσταται πλέον ανίσχυρη και δεν παράγει απολύτως κανένα έννομο αποτέλεσμα για τα συμβαλλόμενα μέρη.
Ο αγωγικός ισχυρισμός της εκκαλούσας, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο Ο.Α.Ε. Α.Ε. είχε δεσμευτεί εγγράφως (με μονομερή δήλωση του νομίμου εκπροσώπου του, απευθυνθείσα προς το νόμιμο εκπρόσωπο της Ε.Τ.Ε.) να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 103,6 εκατ. δραχμών εξ ιδίων χρημάτων δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο.
Αντιθέτως από την ίδια την με ημερομηνία 29-01-1992 ως άνω επιστολή του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του Ο.Α.Ε. Α.Ε. προς το υποδιοκητή της εκκαλούσας, επί του περιεχομένου της οποίας η τελευταία στηρίζει την ένδικη αξίωση κατά τη νομική βάση της αφηρημένης υπόσχεσης, άλλως αναγνώρισης χρέους, αποδεικνύεται αναμφισβήτητα ότι ο συντάξας και υπογράφων αυτή (επιστολή) εξαρτά τη συμβατική δέσμευση του Ο.Α.Ε, Α.Ε.
να καταβάλει στην εκκαλούσα δραχμών στενά από το γεγονός της καταβολής του οφειλόμενου στον Οργανισμό από την υπό εξυγίανση εταιρεία ποσού 753,6 εκ. δραχμών. Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι μεταξύ των μερών έχει συναφθεί αφηρημένη υπόσχεση εκ μέρους του εκπροσώπου του Ο.Α.Ε. και συγκεκριμένα ότι είχε συναφθεί μία άλλη σύμβαση, ανεξάρτητη από την κυρία σύμβαση που έχει ως περιεχόμενο τις δανειακές συμβάσεις και πιστώσεις μεταξύ της οφειλέτιδος εταιρείας και της εκκαλούσας, ώστε να δημιουργούνται έτσι υποχρεώσεις εκ μέρους του Ο.Α.Ε.
Α.Ε. κατά τρόπο ανεξάρτητο από την αιτία γενέσεως της κύριας απαίτησης της εκκαλούσας έναντι της οφειλέτιδος εταιρείας|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο, όπως σαφώς προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε σύμβαση αφηρημένη υποσχέσεως χρέους, αλλά σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (κατ' άρθρο 361 ΑΚ), συνισταμένης, όμως, της αιτίας αυτής στην άκυρη προφορική συμφωνία μεταξύ ΟΑΕ ΑΕ και αναιρεσείουσας περί συμμετοχής μεν της τελευταίας ως πιστώτριας στη συλλογική συμφωνία εξυγίανσης της οφειλέτιδος εταιρείας και των πιστωτών αυτής αλλά υπό τον όρο της ανάληψης από τον ΟΑΕ ΑΕ της υποχρέωσης να της καταβάλει το ισόποσο του διαγραφέντος μέρους της απαιτήσεώς της, μετά την είσπραξη από την υπό εξυγίανση εταιρεία του ποσού των 753,6 εκ.
δραχμών, στο οποίο περιορίστηκε η κατ' αυτής απαίτησή του, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, όπως και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 873 και 361 ΑΚ καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δικαιολογούν, πράγματι, το υπαγωγικό συμπέρασμα ότι πρόκειται όχι για αφηρημένη αναγνώριση χρέους, με την έννοια της δημιουργίας νέας, αυτοτελούς, ενοχής ανεξάρτητης της αιτίας, αλλά επιτρεπτή κατ' άρθρο 361 ΑΚ κατάρτιση σύμβασης επιβεβαίωσης υφιστάμενης ενοχής με συνακόλουθο, από τη φύση της σύμβασης αυτής (σχετ.
ΑΠ 1438/2006, ΑΠ 523/2001), αποτέλεσμα τη μη καθίδρυση ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία της, αλλά, αντίθετα, την εξάρτηση της καταρτισθείσας αιτιώδους αναγνώρισης χρέους από την προαναφερόμενη αιτία, δηλαδή την ως άνω προφορική συμφωνία, η οποία, όμως, ήταν άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αναγόμενο προς τούτο επιτρεπτά στη βασική σχέση της αιτιώδους αυτής αναγνώρισης.
Επομένως, ο τρίτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-02-2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 787/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ