Legislator Case Law & Legislation
49/2020 AI generated

49/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 49/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 49 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

49/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 49 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 49 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 49/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Α. Περιστεράκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ζαμπέτα Στράτα, Ουρανία Παπαδάκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Ι. Η. Λ., κατοίκου ...), β) Α. χας Κ. Μ., το γένος Α. Β., κατοίκου ...), γ) Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., δ) Β. συζ. Γ. Γ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ...) και ε) Δ. Κ. Μ., κατοίκου ...), από τους οποίους η 2η δεν παραστάθηκε και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ηλιόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Γ. Σ. Ε., κατοίκου ...), β) Ι. Χ. Κ. - Π., κατοίκου ...), γ) Σ. Β. Μ., κατοίκου ...), δ) Ε. Κ. Μ., κατοίκου ...), ε) Ι. συζ. Θ. Θ., το γένος Λ. Κ., κατοίκου ...), στ) Κ. συζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ...), ζ) Α. Α. Μ., κατοίκου ...) και η) Κ. Ν. Τ., κατοίκου ...), από τους οποίους οι τρεις τελευταίοι δεν παραστάθηκαν και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ευστάθιο Ευσταθίου ο πρώτος, Δημήτριο Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η δεύτερη, Πολυξένη Γιώτσα οι τρίτος και τέταρτη και Πέτρο Χορταρέα η πέμπτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2002 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος και του θανόντος στο μεταξύ δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσειόντων Κ. Μ. στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 4649/2003 μη οριστική και 4536/2006 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 736/2008 μη οριστική και 3926/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2016 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 3-4-2019 και, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων ζήτησαν των αναιρεσειόντων την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 118 αριθ. 5 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπεί διάδικο κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρείται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Αν, συνεπώς, κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο, δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα διαδίκου προς το δικηγόρο που τον εκπροσωπεί, η οποία να παρασχέθηκε με τον παραπάνω τύπο, ο διάδικος αυτός λογίζεται ότι δεν παρίσταται και θεωρείται δικονομικά απών (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 753/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, που, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, η συζήτηση ματαιώνεται, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, όπως όταν, ενώ εκπροσωπούνται από δικηγόρους, δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητά τους προς τους δικηγόρους αυτούς. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 3 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εφόσον ορισμένοι από τους αναιρεσείοντες και αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίζονται κατά τη συζήτηση ή οι δικηγόροι που τους εκπροσωπούν δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη πληρεξουσιότητάς τους, αν πρόκειται για απλή ομοδικία, όπως στην αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης (ΟλΑΠ 902/1982, ΑΠ 547/2017, ΑΠ 505/2011) και την αδικοπραξία (ΑΠ 1287/2009, ΑΠ 1352/2008), ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους απολειπομένους διαδίκους (ΑΠ 1486/2017, ΑΠ 239/2017).

Εν προκειμένω, από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσείουσα Α. χα Κ. Μ., το γένος Α. Β. και οι τρεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι Κ. σύζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Σ., Α. Α. Μ. και Κ. Ν. Τ., ενώ θεωρείται δικονομικά απών και ο πρώτος αναιρεσείων Ι. Η. Λ., διότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητά του προς το δικηγόρο Χρήστο Ηλιόπουλο που τον εκπροσώπησε, για να τον εκπροσωπήσει.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να ματαιωθεί η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους ανωτέρω απολειπομένους διαδίκους μόνο, επειδή υφίσταται εν προκειμένω απλή ομοδικία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται κατωτέρω ως προς το αντικείμενο της δίκης.

2. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ομόδικος του απολειπομένου ή ο αντίδικος αυτού, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδάφ. β' του πρώτου παραπάνω άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι που συνδέονται με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 689/2016). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, οι οποίες, κατά το άρθρ. 575 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου για εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε, σε κάθε περίπτωση, είχε νόμιμα παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 65/2013, ΑΠ 649/2011).

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αλλά και όσα εκτέθηκαν και στην πρώτη παραπάνω σκέψη, η εγγραφή της υπόθεσης που αναβλήθηκε στο πινάκιο της μετ' αναβολής δικασίμου δεν ισχύει ως κλήτευση του διαδίκου εκείνου, ο οποίος στην αρχική δικάσιμο είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητάς του προς το δικηγόρο αυτό για να τον εκπροσωπήσει και, επομένως, αφού δεν είχε επισπεύσει αυτός τη συζήτηση στην αρχική δικάσιμο, ούτε είχε κλητευθεί νόμιμα σε αυτή, απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει, ότι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 3-4-2019, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επέσπευσε η τέταρτη αναιρεσείουσα Β. σύζ. Γ. Γ., το γένος Κ. Μ. (σχτ. το .../4-9-2018 ειδικό πληρεξούσιο αυτής προς το δικηγόρο Χρήστο Ηλιόπουλο). Κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, οι δυο πρώτοι αναιρεσείοντες Ι. Λ. και Α. χα Κ. Μ. εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Χρήστο Ηλιόπουλο, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητάς τους προς τον εν λόγω δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει. Επίσης, δεν αποδεικνύεται, ότι οι ανωτέρω δυο πρώτοι αναιρεσείοντες είχαν κλητευθεί να παραστούν στην αρχική δικάσιμο. Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτει, ότι η ανωτέρω επισπεύδουσα τη συζήτηση τέταρτη αναιρεσείουσα ή κάποιος άλλος από τους παρισταμένους διαδίκους έχουν κλητεύσει τους απολειπομένους και κατά τη συζήτηση αυτή, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, δυο πρώτους αναιρεσείοντες, να παραστούν στην προκείμενη συζήτηση της υπόθεσης.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και της, κατά τα ανωτέρω, απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους απολειπομένους δυο πρώτους αναιρεσείοντες και τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους.

3. Εξάλλου, από τις ...'/6-8-2019, ...5-8-2019 και ...7-8-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και της 108/11-7-2019 βεβαίωσης της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναβλήθηκε από την αρχική δικάσιμο της 3-4-2019 για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους έκτη, έβδομο και όγδοο αναιρεσιβλήτους Κ. σύζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Σ., Α. Α. Μ. και Κ. Ν. Τ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, από τους οποίους η τέταρτη επισπεύδει, κατά τα ανωτέρω, τη συζήτηση της αίτησης. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη, σκέψη, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

4. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 553 παρ.1β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Απαιτείται, δηλαδή, η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ) κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 18/2001). Η ύπαρξη, όμως, ερήμην απόφασης, απόφασης, δηλαδή, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του ή το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν, παρόλα αυτά, ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, ως προς την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1β περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι, κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με τη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατά της απόφασης αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, ανάλογα, έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006, ΑΠ 65/2006). Ήτοι, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Εξάλλου, είναι δυνατόν να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις, όμως, αυτές και, γενικότερα, οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνο από το αρμόδιο για την εκδίκασή της δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο, ούτε από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψής τους, να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην οριστικής απόφασης, που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/2001).

Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή, αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα, αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση. Έτσι, όμως, η μη επίδοση της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής και αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτονόητη προϋπόθεση της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 1611/2011). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 658/2012).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, ερήμην των δεύτερης, πέμπτης, εβδόμου και ογδόου των αναιρεσιβλήτων Ι. Χ. Κ. - Π., Ι. Θ. Θ., Α. Α. Μ. και Κ. Ν. Τ., αντίστοιχα, αφενός μεν έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος και του θανόντος στο μεταξύ δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσειόντων Κ. Μ. κατά της 4536/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απερρίφθη ως αόριστη και μη νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα κεφάλαιά της, αγωγή των ανωτέρω εκκαλούντων κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία αγωγή, ως προς τα κεφάλαιά της αυτά, είχε απορριφθεί ως αβάσιμη με την πρωτοβάθμια απόφαση, αφετέρου δε απερρίφθη κατά τα λοιπά η παραπάνω έφεση.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εκδόθηκε ερήμην των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από αυτούς. Από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εν λόγω απόφασης από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, ούτε παραίτησή τους από το σχετικό δικαίωμά τους, αλλά ούτε και επίδοση σε αυτούς της εν λόγω απόφασης.

Συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, δεν έχει αρχίσει η δεκαπενθήμερη προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους. Ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο, με περαιτέρω συνέπεια, αφού υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, να μην έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους και, συνεπώς, να μην υπόκειται σε αναίρεση ως προς αυτούς (άρθρα 309 παρ. 1, 321, 495 παρ. 1, 503 παρ. 1, 551, 553 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η παραπάνω εναντίον της απόφασης αυτής αναίρεση καθ' ο μέρος ασκείται από τους λοιπούς, πλην των δυο πρώτων, αναιρεσειόντων και στρέφεται κατά των παραπάνω δεύτερης, πέμπτης, εβδόμου και ογδόου αναιρεσιβλήτων.

5. Όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 3926/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, ερήμην των δευτέρας, πέμπτης, εβδόμου και ογδόου αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος και του Κ. Μ., στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει, λόγω θανάτου του, οι λοιποί αναιρεσείοντες, κατά της 4536/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως, εν μέρει, αβάσιμη, κατά των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική ακυρότητας διαθηκών κλπ αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος και του ανωτέρω Κ. Μ. και στη συνέχεια απερρίφθη η αγωγή αυτή, κατά το παραπάνω μέρος της, ως αόριστη και μη νόμιμη, ενώ, κατά τα λοιπά, απερρίφθη η παραπάνω έφεση. Η αίτηση, ως προς τους λοιπούς, πλην των δυο πρώτων, αναιρεσείοντες και τους λοιπούς, πλην των δεύτερης, πέμπτης, εβδόμου και ογδόου, αναιρεσιβλήτους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, ως προς τους παραπάνω διαδίκους, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

6. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 3926/2013 απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι ανήκει στη θανούσα Γ. (Ι.) Μ. η υπογραφή που έφερε η ...24-2-2000 δημόσια διαθήκη, που συντάχτηκε γι' αυτή από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - συμβολαιογράφο Αθηνών Ι. Χ. Κ. - Π., καθώς επίσης και ότι το κείμενο της διαθήκης αυτής "αποτελεί τη δήλωση βούλησης της ανωτέρω" Γ. (Ι.) Μ.. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης από το Εφετείο ως αόριστης της βάσης της αγωγής για ακύρωση της παραπάνω διαθήκης, που συνίσταται η βάση αυτή στο ότι, αν η υπογραφή της εν λόγω διαθήκης ήταν γνήσια υπογραφή της Γ. (Ι.) Μ., τότε την υφάρπαξαν από αυτή, καθόσον την έθεσε, μετά από εξαπάτησής της, σε λευκό φύλλο χαρτιού, επειδή τη διαβεβαίωσαν, ότι το χαρτί αυτό θα συμπληρωθεί για σκοπό διάφορο του ανωτέρω, για τον οποίο τελικά συμπληρώθηκε. Εκτός του ότι ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός καθιστά άκυρη και όχι ακυρώσιμη, λόγω απάτης, τη διαθήκη, αφού προϊόν της απάτης δεν είναι η βούληση της διαθέτιδος (άρθρα 147, 1782 παρ. 2 ΑΚ), αλλά η υφαρπαγή της υπογραφής της (ΑΠ 1452/2011), ώστε η διαθήκη να είναι πλαστή, αφού η βούληση που περιέχει, δεν ανήκει στο πρόσωπο, την υπογραφή του οποίου φέρει (άρθρο 216 παρ. 1α ΠΚ, ΑΠ 1346/1992, 355/1982 ποιν.), ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του πραγματικού γεγονότος, ότι η δήλωση βουλήσεως που περιέχεται στην παραπάνω διαθήκη, ανήκει στη Γ. (Ι.) Μ..

7. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν ζητείται η καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού ή η απόδοση κάποιου αντικειμένου, να προσδιορίζεται το ποσό αυτό και να καθορίζεται το αντικείμενο. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτελέσεως, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 384/2013). Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν ασκείται αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι αυτός που έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπίστωσης απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των συνεπειών που προβλέπονται από το δίκαιο γι' αυτά, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στην οποία υπάγονται τα εν λόγω περιστατικά. Επομένως, η αγωγή, με αίτημα να αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε, μετά τα γεγονότα αυτά, την ιδιότητα του οφειλέτη, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον δεν καθορίζεται η οφειλή του εναγομένου, που είναι το αντικείμενο της διαφοράς (ΑΠ 662/2002). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποιοτική δε αοριστία της αγωγής, η επίκληση, δηλαδή, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία της, ήτοι η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται σε αυτή ή, αντίθετα, την έκρινε αόριστη, μη λαμβάνοντας υπόψη του τέτοια γεγονότα (ΑΠ 45/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 18-4-2002 αγωγής προκύπτει, ότι οι ενάγοντες (πρώτος αναιρεσείων και Κ. Μ., στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει, λόγω θανάτου του, οι λοιποί αναιρεσείοντες) ζήτησαν με την αγωγή τους αυτή και για τους λόγους που αναφέρουν στο δικόγραφό της, πλην άλλων, "να υποχρεωθεί η 5η εναγομένη (Ι. Θ.), ως ψευδοπληρεξούσια με βάση το πλαστό υπ' αριθ. ...24.2.2000, ως άνω, ειδικό πληρεξούσιο, να μας αποδώσει ισομερώς, παν ποσό που εισέπραξε με τη χρήση του πλαστού αυτού πληρεξουσίου, από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εκ του υπ' αριθ. ... λογαριασμού. Να υποχρεωθούν οι 5η εναγομένη (Ι. Θ.) και 6η εναγομένη (Κ. Χ.), ως ψευδοπληρεξούσιες, να μας αποδώσουν ισομερώς, παν ποσό που εισέπραξαν με τη χρήση του άκυρου υπ' αριθ. .../24.2.2000, ως άνω, πληρεξουσίου από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος από τους λογαριασμούς συναλλάγματος με αριθμούς: 1) ..., από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και κάθε περιεχόμενο (όπως αξιόγραφα, τιμαλφή κλπ), από την υπ' αριθ. … Θυρίδα Θησαυροφυλακείου του Υποκαταστήματος Πατησίων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος". Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η αγωγή αυτή, ως προς τα παραπάνω αιτήματά της, είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται τα ποσά και δεν καθορίζονται τα αντικείμενα, που ζητούνται από τις ανωτέρω εναγόμενες.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη για τον παραπάνω λόγο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, μέρος του, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

8. Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι αρχές, δηλαδή, για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2005), μπορούν, να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/1988). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 1532/2013).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε, ότι η υπογραφή που φέρει, ως υπογραφή της Γ. (Ι.) Μ., το ...24.2.2000 πληρεξούσιο, είναι γνήσια υπογραφή της ανωτέρω. Συνήγαγε δε την κρίση του αυτή από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, ενώ δεν έκρινε πειστικά τα αντίθετα πορίσματα των εκθέσεων του πραγματογνώμονα Γ. Π. και του γραφολόγου Γ. Χ., διότι, όπως αναφέρει στην απόφασή του, "ανατρέπονται από τα λοιπά στοιχεία και τα συμπεράσματα των άλλων πραγματογνωμόνων που προεκτέθηκαν. Στηρίζονται δε (οι εκθέσεις Π. και Χ.) σε μεμονωμένη αξιολόγηση, αποδίδοντας υπερβολική σημασία σε μικρές αποκλίσεις γραμμάτων μεταξύ των υπογραφών της εντολέως, οι οποίες αναμφισβήτητα εντάσσονται στη φυσιολογική ποικιλομορφία που διακρίνει τις γνήσιες υπογραφές αυτής που χρησιμοποιήθηκαν ως δείγματα. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται, τουλάχιστον την ίδια ημέρα, να τίθενται "γνήσιες" υπογραφές της διαθέτιδος και εντολέως στην παραπάνω διαθήκη και στα λοιπά πληρεξούσια, που οι παραπάνω γραφολόγοι γνωμοδοτούν για τη "γνησιότητα" των υπογραφών σε αυτά, με τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν, και να πλαστογραφείται η υπογραφή της εντολέως στο πληρεξούσιο αυτό". Όμοια έκρινε το Εφετείο και ως προς τη μη πειστικότητα της έκθεσης της πραγματογνώμονος Χ. Τ.. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, μέρος του, πλήττεται η παραπάνω κρίση του Εφετείου, ότι δεν είναι πλαστή η υπογραφή της Γ. (Ι.) Μ. στο ...24.2.2000 πληρεξούσιο, καθόσον το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "δικαιολογείται να πλαστογραφείται η υπογραφή της εντολέως σε ένα πληρεξούσιο την ίδια μέρα που συντάσσονται και άλλα γνήσια έγραφα από κάποιον που προσδοκά παράνομο όφελος από αυτό, ειδικά όταν γνωρίζει ότι ο δήθεν εντολέας είναι ετοιμοθάνατος και σε προκωματώδη κατάσταση, μη έχουσα συνείδηση των πραττομένων, όπως ήταν εν προκειμένω η Ι. Μ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας με την παραπάνω έννοια, αλλά και διότι με τον ερευνώμενο λόγο τα παραπάνω που φέρονται ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν προτείνονται για την ερμηνεία κάποιου κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, ούτε για την υπαγωγή σε τέτοιον κανόνα των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο, ότι αποδείχτηκαν, αλλά για την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι, στην πραγματικότητα, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του ανωτέρω γεγονότος από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι η παραδοχή του για τη γνησιότητα της υπογραφής της Γ. (Ι.) Μ. στο παραπάνω πληρεξούσιο.

9. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1710 ΑΚ, κατά το θάνατο του προσώπου, η περιουσία του, ως σύνολο (κληρονομία), περιέρχεται, από το νόμο ή από διαθήκη, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται, όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή όταν η διαδοχή από τη διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1713 ΑΚ, ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη, χωρίς να εγκαταστήσει με αυτή κληρονόμο, να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ορισμένο συγγενή ή το σύζυγό του, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη νόμιμη μοίρα. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον αποκλεισμό του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, που επιφέρει έκπτωση από την επαγωγή ή το κληρονομικό δικαίωμα, δηλαδή απώλεια του δικαιώματος που παρέχει η επαγωγή ή η οριστική κτήση της κληρονομίας μετά την αποδοχή. Πρόκειται για την αποκλήρωση με ευρεία έννοια, σε αντίθεση με την αποκλήρωση με στενή έννοια, που είναι η στέρηση του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 1839 επ. ΑΚ. Επίσης, κατά το άρθρο 1825 ΑΚ, δικαίωμα νόμιμης μοίρας αναγνωρίζεται μόνο στους κατιόντες, στους γονείς και τον επιζώντα σύζυγο του κληρονομουμένου και εφόσον αυτοί θα καλούνταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Η αποκλήρωση με την ευρεία έννοια γίνεται είτε σιωπηρά, με την εγκατάσταση άλλου ή άλλων κληρονόμων, είτε ρητά, με τη διάταξη με την οποία, χωρίς να εγκαταστήσει ο διαθέτης άλλον κληρονόμο, αποκλείει ορισμένο συγγενή ή το σύζυγό του είτε από ολόκληρη είτε από μέρος της εξ αδιαθέτου μερίδας. Ρητή είναι η αποκλήρωση με ευρεία έννοια, όταν δηλώνεται απερίφραστα μέσα στη διαθήκη και σιωπηρή, όταν προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις της διαθήκης. Ο αποκλεισμός από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή κληρονόμου, που δεν είναι συγχρόνως και νόμιμος μεριδούχος, δεν απαιτεί αιτιολογία, αφού, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να είναι και σιωπηρός. Αλλά και όταν είναι ρητός, η αναφορά οποιουδήποτε λόγου αποκλεισμού δεν είναι αναγκαία. Η έγκυρη αποκλήρωση με ευρεία έννοια έχει ως συνέπεια ότι ο αποκληρούμενος θεωρείται ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη και, συνεπώς, αποκλείεται η επαγωγή της κληρονομίας σε αυτόν. Σε περίπτωση που ματαιωθεί η διαδοχή από διαθήκη, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή (ΑΠ 1501/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Επίσης, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).

Συνεπώς, ο όρος "ζητήματα", ως προς τα οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς απόδειξη, ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, ότι η θανούσα Γ. (Ι.) Μ., με την ...24-2-2000 δημόσια διαθήκη της, που συντάχτηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - συμβολαιογράφο Αθηνών και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 2532/19-5-2000 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας διαθήκης το κείμενο παραθέτει στην απόφασή του, κατέλειπε την κληρονομία της στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού αποκλήρωσε με την εν λόγω διαθήκη της και για τους λόγους που αναφέρει σε αυτή, το σύζυγό της - πρώτο αναιρεσείοντα, χωρίς να αναφερθεί με τη διαθήκη της αυτή στον πρώτο εξάδελφό της - αρχικά δεύτερο ενάγοντα, στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι λοιποί αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της διαθήκης, η διαθέτης Γ. (Ι.) Μ., καταλείποντας με τη διαθήκη της αυτή την κληρονομία της στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αποκλήρωσε εν ευρεία εννοία σιωπηρά τον ανωτέρω πρώτο εξάδελφό της, χωρίς, για το κύρος της αποκλήρωσης αυτής, αφού ο ανωτέρω δεν είχε δικαίωμα νόμιμης μοίρας, να απαιτούταν οποιαδήποτε αιτιολογία. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας του Εφετείου, στην οποία στηρίζει την παραδοχή του για αποκλήρωση του ανωτέρω, δεν απαιτείται παράθεση του λόγου της αποκλήρωσης αυτής, ούτε αναφορά των μέσων απόδειξης του λόγου αυτού, αφού, ως μη αναγκαίος και αδιάφορος για το κύρος της αποκλήρωσης, δεν ασκεί κάποια επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, οι σχετικές παραλείψεις του δικαστηρίου της ουσίας δεν στοιχειοθετούν τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 και 19 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι έκρινε δικαιολογημένη τη μη εγκατάσταση του ανωτέρω πρώτου εξαδέλφου της Γ. (Ι.) Μ. ως κληρονόμου της με την παραπάνω διαθήκη της, επειδή δέχτηκε, ότι οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές, ενώ τούτο ούτε προέκυψε, αλλά ούτε και αναφέρει κάποιο αποδεικτικό μέσο από το οποίο προέκυψε και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογιών ως προς το ζήτημα των μη καλών σχέσεων της διαθέτιδος και του ανωτέρω εξαδέλφου της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, αφού η μνεία των μη καλών σχέσεων μεταξύ της διαθέτιδος και του εξαδέλφου της, ως λόγου αποκλήρωσης του τελευταίου, δεν ήταν αναγκαία για την εγκυρότητα της αποκλήρωσής του και, εν πάση περιπτώσει, είναι νομικά αδιάφορη, δεν απαιτείται αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε την κρίση του για τις παραπάνω σχέσεις, ούτε παράθεση οποιασδήποτε αιτιολογίας γι' αυτές.

10. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, είναι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και καθ' ο μέρος αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η, κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της για εγκατάσταση με την παραπάνω διαθήκη του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως κληρονόμου της Γ. (Ι.) Μ., καθόσον, αφού για το κύρος της εγκατάστασης αυτής, δεν απαιτείται η ύπαρξη ή η μνεία στη διαθήκη κάποιου λόγου, ο λόγος αυτός δεν ασκεί οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της σχετικής δίκης και, συνεπώς, δεν απαιτείται αιτιολόγηση του οικείου, ήτοι ως προς την εγκατάσταση του ανωτέρω, πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας.

11. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί η ύπαρξη και αμφιβολιών μόνο για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των βάσιμων αμφιβολιών, για το αν το Εφετείο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις ενώπιόν του προτάσεις τους, ήτοι: α) οκτώ (8) φωτογραφίες με τις παραστάσεις που αναφέρουν και β) τρεις (3) ευχετήριες κάρτες των Ε. και Γ. (Ι.) Μ. προς τον ανωτέρω δεύτερο ενάγοντα, από τα οποία έγγραφα, κατά τον ερευνώμενο λόγο, αποδεικνύονται οι καλές σχέσεις της Γ. (Ι.) Μ. με το δεύτερο ενάγοντα και, συνεπώς, η πλαστότητα του περιεχομένου της ανωτέρω διαθήκης της Γ. (Ι.) Μ., αφού, εξαιτίας των καλών αυτών σχέσεων των ανωτέρω, δεν δικαιολογούταν η αποκλήρωση με την παραπάνω διαθήκη του δεύτερου ενάγοντα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "και από όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ότι το περιεχόμενο της παραπάνω διαθήκης της Γ. (Ι.) Μ. αποτελεί τη δήλωση βουλήσεως αυτής, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.

12. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Ήτοι, ως έγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν, συνεπώς, έγγραφα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 5/2011, ΑΠ 505/2007). Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της από 10-12-2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της Χ. Τ., που διατάχθηκε από το Δικαστήριο αυτό με την 736/2008 απόφασή του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

13. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 216 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι η πληρεξουσιότητα, η μονομερής, δηλαδή, απευθυντέα δήλωση βουλήσεως, με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης, αποτελεί ιδιαίτερη, αυτοτελή και αφηρημένη δικαιοπραξία, ακόμα και όταν έχει το λόγο της σε άλλη δικαιοπραξία μεταξύ του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου. Συνέπεια του αφηρημένου αυτού χαρακτήρα της πληρεξουσιότητας, είναι και ότι αυτή υφίσταται ανεξάρτητα από την υποκειμένη (εσωτερική) σχέση, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία έχει τεθεί ως αίρεση αυτής. Και είναι αλήθεια ότι η πληρεξουσιότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά παρέχεται για την επίτευξη ενός περαιτέρω σκοπού, με την πράξη, την οποία έχει την εξουσία να επιχειρήσει ο πληρεξούσιος. Ο δεσμός, όμως, αυτός μεταξύ πληρεξουσιότητας και υποκειμένης σχέσης, δεν καταργεί τον αυτοτελή και αφηρημένο χαρακτήρα της πληρεξουσιότητας (ΑΠ 593/1992). Συνέπεια τούτου είναι ότι, για το κύρος της πληρεξουσιότητας, δεν απαιτείται η ύπαρξη ή η αναφορά αιτίας στο έγγραφο, με το οποίο αυτή παρέχεται, ούτε η μνεία τέτοιας αιτίας, για την πληρότητα της αιτιολογίας του δικαστηρίου της ουσίας, που αποφαίνεται για το κύρος της πληρεξουσιότητας ή της δικαιοπραξίας, που επιχειρήθηκε βάσει αυτής, αφού η εν λόγω αιτία, ως μη αναγκαία και νομικά αδιάφορη για το κύρος της πληρεξουσιότητας και της, βάσει αυτής, δικαιοπραξίας, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της σχετικής δίκης. Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών, αναφορικά με την αιτία, για την οποία η ανωτέρω Γ. (Ι.) Μ. παρείχε με τα προσβληθέντα ως πλαστά παραπάνω πληρεξούσια την εξουσία εκποίησης των περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία αυτά αφορούν, καθόσον, για τους λόγους που προεξετέθησαν, η αιτία αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

14. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για τη γνησιότητα των υπογραφών της Γ. (Ι.) Μ. στη δημόσια διαθήκη της και στα πληρεξούσια που προαναφέρθηκαν, από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρει στην απόφασή του αυτή, ενίσχυσε δε, περαιτέρω, την εν λόγω κρίση του και από τη συμπεριφορά του συζύγου της διαθέτιδος - πρώτου αναιρεσείοντος έναντι αυτής, όπως η εν λόγω συμπεριφορά αναφέρεται στην παραπάνω διαθήκη, το κείμενο της οποίας παραθέτει στην απόφασή του, σημειώνοντας σχετικά, ότι "η κρίση του Δικαστηρίου για τη γνησιότητα των υπογραφών της Γ. (Ι.) Μ. στην επίμαχη διαθήκη και τα πληρεξούσια, ενισχύεται, εκτός των όσων προεκτέθηκαν και από το κείμενο της δημόσιας διαθήκης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, που αποτελεί τη δήλωση βούλησης της διαθέτιδας και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κατά το μεγαλύτερο μέρος του". Ήτοι, το Εφετείο ενίσχυσε την κρίση του για τη γνησιότητα των παραπάνω υπογραφών της Γ. (Ι.) Μ. και από τη συμπεριφορά απέναντι σε αυτή του συζύγου της, την οποία παραθέτει στην απόφασή του και την οποία, επειδή προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, θεωρεί, ως προς το παρατιθέμενο, ενισχυτικό της κρίσης του, μέρος της, ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας του ως προς τη γνησιότητα των παραπάνω υπογραφών, δεν απαιτούταν να αναφέρει το Εφετείο στην απόφασή του το μέρος της συμπεριφοράς του συζύγου της ανωτέρω, που, ενόψει της παραπάνω διατύπωσης της απόφασής του, συμπερασματικά συνάγουν οι αναιρεσείοντες, ότι έκρινε, ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφενός μεν διότι την ανωτέρω κρίση του επαρκώς σχημάτισε το Εφετείο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και, συνεπώς, αυτή δεν θα ήταν διαφορετική χωρίς το παρατιθέμενο μέρος της συμπεριφοράς του ανωτέρω, αφετέρου δε διότι το υπόλοιπο μη παρατιθέμενο μέρος της συμπεριφοράς αυτού, που συνάγουν οι αναιρεσείοντες, ότι έκρινε το Εφετείο, ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και για τον πρόσθετο λόγο, ότι η μνημονευόμενη συμπεριφορά του ανωτέρω αρκούσε για την ενίσχυση της παραπάνω, ως προς τη γνησιότητα των υπογραφών, κρίσης του Εφετείου.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, μέρος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη γνησιότητα των παραπάνω υπογραφών, λόγω μη παράθεσης "του μη ανταποκρινομένου στην πραγματικότητα μέρους του κειμένου της δημόσιας διαθήκης" της ανωτέρω Γ. (Ι.) Μ..

15. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης, δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 1241/2008, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 519/2008).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι οι ανωτέρω ενάγοντες ζήτησαν με την από 18-4-2002 αγωγή τους, πλην άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας, άλλως την ακύρωση της .../14-7-1999 δημόσιας διαθήκης της Ε. Μ., μητέρας της ανωτέρω Γ. (Ι.) Μ., που προαπεβίωσε της τελευταίας, όπως και των ...24-2-2000, .../24-2-2000, .../24-2-2000 και .../1-3-2000 πληρεξουσίων της Γ. (Ι.) Μ., με τα οποία αυτή έδωσε εντολή για την εκποίηση περιουσιακών της στοιχείων. Θεμελίωσαν δε το έννομο συμφέρον τους για την υποβολή των αιτημάτων τους αυτών, στην ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, μοναδικής κληρονόμου της Ε. Μ., ανωτέρω Γ. (Ι.) Μ., η οποία, όμως (κλήση τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων), τελούσε υπό την αίρεση αναγνώρισης της ακυρότητας ή την ακύρωση της ...24-2-2000 δημόσιας διαθήκης της Γ. (Ι.) Μ., που, επίσης, είχαν ζητήσει με την παραπάνω αγωγή τους, καθόσον είχαν αποκληρωθεί από την Γ. (Ι.) Μ. με την ανωτέρω διαθήκη της.

Συνεπώς, αφού, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης και την επικύρωση της απόφασης του Εφετείου που απέρριψε τα παραπάνω αιτήματα των εναγόντων, δεν χωρεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή της Γ. (Ι.) Μ., λόγω εγκυρότητας της διαθήκης της τελευταίας, με την οποία τους είχε αποκληρώσει, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής τόσο ως προς τη διαθήκη της Ε. Μ., όσο και ως προς τα ανωτέρω πληρεξούσια της Γ. (Ι.) Μ., αφού και αν ακόμη γίνει δεκτός ο λόγος τους αυτός, ουδεμία βελτίωση της θέσης τους θα επέλθει, αφού, ενόψει του ότι, λόγω εγκυρότητας της διαθήκης της, δεν χωρεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή της Γ. (Ι.) Μ., δεν θα κληθούν οι ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής και, επομένως, δεν πληρούται η αναγκαία αυτή προϋπόθεση, από την οποία εξάρτησαν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της αγωγής τους ως προς τα παραπάνω αιτήματά τους.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παραπάνω διαδίκους, ως προς τους οποίους κρίθηκε παραδεκτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι παραπάνω αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων που παρίστανται, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 15-6-2016 αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που ασκείται από τους δυο πρώτους αναιρεσείοντες Ι. Η. Λ. και Α. χα Κ. Μ. κατά των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων Κ. συζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Σ., Α. Α. Μ. και Κ. Ν. Τ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της παραπάνω αίτησης αναίρεσης ως προς τους δυο πρώτους αναιρεσείοντες Ι. Η. Λ. και Α. χα Κ. Μ. και τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την παραπάνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, πλην των δυο πρώτων, αναιρεσείοντες και τους δεύτερη, πέμπτη, έβδομο και όγδοο αναιρεσιβλήτους.

Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση για αναίρεση της 3926/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος ασκείται από τους Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Κ. Μ., Β. συζ. Γ. Γ., το γένος Κ. Μ. και Δ. Κ. Μ. κατά των Γ. Σ. Ε., Σ. Β. Μ., Ε. Κ. Μ. και Κ. συζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Σ..

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Κ. Μ., Β. συζ. Γ. Γ., το γένος Κ. Μ. και Δ. Κ. Μ. στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. Ε., Σ. Β. Μ. και Ε. Κ. Μ., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον πρώτο και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους δεύτερο και τρίτη από κοινού.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ