49/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 49 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2016
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 49 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Σ. του Θ., 2) Χ. χας Κ. Γ., το γένος Θ. Σ., 3) Δ. Γ. του Κ. και 4) Σ. Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Κουμίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-10-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κτιριακές Υποδομές ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία (ΟΣΚ ΑΕ)", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Μαρία Ντότσικα και Βασιλική Παπαβαΐτση.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Θ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 3) Α. χας Α. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ως προς τον 1ο ανακαλεί την από 14-10-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κτιριακές Υποδομές ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία (… ΑΕ)", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Μαρία Ντότσικα και Βασιλική Παπαβαΐτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2011 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …" και της εταιρίας "... Ανώνυμη Εταιρία (…ΑΕ)", στη θέση της οποίας ήδη έχει υπεισέλθει η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κτιριακές Υποδομές ΑΕ", που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2011 αίτηση των ήδη υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με την ανταίτηση των καθ’ ων η αίτηση, καθώς και την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου παρέμβαση της υπό στοιχ. Β 3ης των αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκε η 224/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 27-1-2015 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 27-1-2015 αίτησή τους και τους από 30-9-2015 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε τις από 22-10-2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την αναίρεση της 224/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... ως προς τη διάταξη αυτής την καθορίζουσα οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα οικοπεδικά τμήματα ως και το αρρήκτως μετ’ αυτής συνδεόμενο κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, λόγω του ενιαίου προσδιορισμού αυτών, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου των 16/27-1-2015 και 18/28-1-2015 αιτήσεων αναίρεσης, κατά την πρώτη αιτίαση αυτών, και του έκτου πρόσθετου λόγου, και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιες της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι με αριθμούς 16/27-1-2015 και 18/28-1-2015 αιτήσεις, καθώς και το με αριθμό 106/1-10-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων της πρώτης, για αναίρεση της αυτής, 224/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν (Κ.Πολ.Δ. 573 παρ. 2, 246) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι’ αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί κατάληξη της κατωτέρω αναφερομένης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Για τη θεμελίωση, εξάλλου, λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 1652/2009). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1153/2010). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας (Ολ.ΑΠ 2/2015). Εξ άλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003 ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου". Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι’ αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη ιδίως, κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε τις με αριθμούς 1557/ 2011 και 1559/2011 αντίθετες αιτήσεις, την πρώτη του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της …Α.Ε., της οποίας διάδοχος είναι η δεύτερη αναιρεσίβλητη "Κτιριακές Υποδομές Α.Ε." (και στις δύο αιτήσεις αναίρεσης), και την δεύτερη όλων των αναιρεσειόντων (και στις δύο αιτήσεις αναίρεσης), αντίστοιχα, καθώς και τις ασκηθείσες παραδεκτώς α) κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας Α. Σ. και β) ανταίτηση των Δήμου ... και … Α.Ε., με τις οποίες ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για εδαφικές εκτάσεις 695,33 και 165,80 τ.μ., και των επ’ αυτών επικειμένων, που ανήκαν κατά κυριότητα στους αναιρεσείοντες και απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, η πρώτη με την 14421/1-4-2009 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, την οποία οφείλει να αποζημιώσει η 2η αναιρεσίβλητη, και η δεύτερη με την .../10-2-1992 πράξη τακτοποίησης οικοπέδων του Τμήματος Απαλλοτριώσεων της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ οικ. .../24-5-1994 απόφαση του Νομάρχη ..., την οποία οφείλει να αποζημιώσει ο 1ος αναιρεσίβλητος. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, σχετικά με τον καθορισμό αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων, κατά
την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθ. .../16-7-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου…, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο από 22.7.2009 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "..." και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο ... και αριθμό ... (βλ. την .../23.11.2010 βεβαίωση του Διευθυντή του Υποθηκοφυλακείου …), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή δημόσιου σχολείου για τη στέγαση των ... Νηπιαγωγείων ... υπέρ του Δήμου ... με δαπάνη της ανώνυμης εταιρίας "… Α.Ε.", μιας έκτασης συνολικού εμβαδού 695,33 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. μεταξύ των οδών ... και εικονίζεται στο με κλίμακα 1:500 τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης κατασκευών αρχιτεκτονικών έργων του Δήμου ... αποτυπώνεται δε στον από 10.11.2010 κτηματολογικό πίνακα και πίνακα επικειμένων, που συνοδεύουν την παραπάνω απαλλοτριωτική απόφαση. Σύμφωνα με την απόφαση, η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δήμου ... με δαπάνη της …Α.Ε. Στην έκταση αυτή υπάρχουν τα ακόλουθα επικείμενα που καταγράφονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα: α) οπτοπλινθόκτιστο λαμαρινοσκεπές κατασκεύασμα 49,30 κ.μ., β) υπόστεγο οπτοπλινθόκτιστο από λαμαρίνα 234 τ.μ., γ) σιδηρά πόρτα 11,50 τ.μ., δ) δάπεδο από γκρο μπετόν 447 τ.μ., ε) οπτοπλινθόκτιστη τοιχοποιία 22 τ.μ. και στ) περίφραξη οπτοπλινθόκτιστη 126,44 τ.μ. Περαιτέρω, με την .../10.2.1992 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδου του Τμήματος Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Νομαρχίας ... που βρίσκεται στις οδούς ... του Δήμου ... που εγκρίθηκε με την ΔΠ/ΤΑ οικ. .../25.5.1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο ... και αριθμό ..., κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση οικοπεδικών τμημάτων της με αριθμό … ιδιοκτησίας, όπως αυτά αποτυπώνονται στον από 9.1.2010 κτηματολογικό πίνακα και στο από 8.2.1994 τοπογραφικό διάγραμμα με τον επ’ αυτού πίνακα φαινομένων ιδιοκτητών, που συνέταξε η Εργοδηγός Κ. Χ. - Ν. και θεώρησε την 11.2.1994 η Προϊσταμένη Τ.Τ.Α. - Τοπογράφος Μηχανικός Μ. Π., τα οποία (πίνακας και διάγραμμα) συνοδεύουν την ως άνω απαλλοτριωτική πράξη, με υπόχρεο προς αποζημίωση για τη με αριθμό … ιδιοκτησία, με φαινόμενο ιδιοκτήτη τον Ε. Σ., επί της οποίας προβάλλουν δικαίωμα συγκυριότητας οι αιτούντες της δεύτερης αίτησης, το Δήμο ... προσωρινά και μέχρι κήρυξης της απαλλοτρίωσης από τον αρμόδιο φορέα "χώρος Δημοτικού Σχολείου" και ειδικότερα: α) για το τμήμα με στοιχεία 5-6-7-8-5 εμβαδού 74 τ.μ., β) για το 1/2 του τμήματος με στοιχεία 8-9-10-8 εμβαδού 16,30 τ.μ., δηλ. για 8,15 τ.μ., γ) για το 1/2 του τμήματος με στοιχεία 4-10-11-4 εμβαδού 6,50 τ.μ., δηλ. για 3,25 τ.μ., δ) για το τμήμα με στοιχεία 1-2-3-4-5-6-1 εμβαδού 69 τ.μ., ε) για το 1/2 του τμήματος με στοιχεία 4-10-11-4 εμβαδού 6,50 τ.μ., δηλ. για 3,25 τ.μ., στ) για το 1/2 του τμήματος με στοιχεία 8-9-10-8 εμβαδού 16,30 τ.μ., δηλ. για 8,15 τ.μ., δηλαδή συνολικά για έκταση εμβαδού 165,80 τ.μ. (74 + 8,15 + 3,25 + 69 + 3,25 + 8,15). Σύμφωνα με την παραπάνω απαλλοτριωτική πράξη, υπόχρεος προς αποζημίωση είναι ο Δήμος Θεσσαλονίκης. Η ως άνω έκταση που απαλλοτριώνεται για οικοπεδικά τμήματα, διαφορετικά στις δύο απαλλοτριωτικές πράξεις, βρίσκεται στο Δήμο ... στο Ο.Τ. ..., μεταξύ των οδών ..., με πρόσωπο επί της οδού ... στα όρια της πυρίκαυστης ζώνης της πόλης της Θεσσαλονίκης. Ο συντελεστής δόμησης στην περιοχή είναι 3,6 και το ποσοστό κάλυψης 70%. Η περιοχή εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και από γραμμές αστικών συγκοινωνιών. Αυτή παρουσιάζει εμπορική κίνηση συνοικιακού χαρακτήρα, με πολλά κλειστά καταστήματα και χρησιμοποιείται για κατοικίες ατόμων χαμηλού εισοδήματος. Βρίσκεται αρκετά κοντά στις κεντρικές εμπορικές οδούς ... οι δε οικοδομές στην περιοχή είναι οι περισσότερες παλαιές. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 1403,10 ευρώ ανά τ.μ. (βλ. το θεωρημένο την 18.11. 2010 από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης της κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ι. Θ. φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου), ενώ με την 1387/2009 απόφαση του δικαστηρίου αυτού ορίστηκε σε 1500 ευρώ ανά τ.μ. η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητο που βρίσκεται επί της οδού ... και περικλείεται από τις οδούς ... ..., καθώς και από τα δυτικά τείχη. Όμως, η αξία των οικοπέδων της περιοχής αυτής έχει υποστεί περαιτέρω μείωση και υπολείπεται ακόμη και της προαναφερθείσας αντικειμενικής αξίας, λόγω της πληθώρας των προς πώληση ακινήτων με ταυτόχρονη πτώση της αγοράς, κρίσιμος δε χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής αξίας του απαλλοτριουμένου είναι ο χρόνος συζήτησης των αιτήσεων (23.9.2013) εφόσον από τη συζήτηση των αιτήσεων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως την 7.12.2010 παρήλθε έτος. Περαιτέρω, τόσο η 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης όσο και το .../22.11.2005 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Κετικίδου, που οι αιτούντες της δεύτερης αίτησης προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία, αφορούν σε ακίνητα σε άλλη περιοχή της πόλης που εκτείνεται παράλληλα προς τη νέα παραλία της ... απέχουν πολλά χιλιόμετρα από τα απαλλοτριούμενα και, για το λόγο αυτό, δεν συνεκτιμώνται για τη διαμόρφωση της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του ως άνω οικοπεδικού τμήματος, ενόψει της θέσης της έκτασης, του είδους της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητάς του, σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και χωρίς να υπολογιστεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της ρυμοτομίας ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε, υπολογιζόμενης όμως της διαφοράς στην τιμή που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση μέχρι το χρόνο της παρούσας συζήτησης, για όσους λόγους αναφέρθηκαν και είναι άσχετοι προς την απαλλοτρίωση ή την εξαγγελία της ή την κατασκευή του έργου για το οποίο κηρύχθηκε ή τις ενέργειες του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου και, συνεπώς, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα οικοπεδικά τμήματα με άλλα ισάξια, ανέρχεται κατά τον αμέσως προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο σε 1.200 ευρώ ανά τ.μ..". Και υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτές την με αριθμό 1557/2011 αίτηση και την ανταίτηση, δέχθηκε εν μέρει την με αριθμό 1559/2011 αίτηση και την κύρια παρέμβαση και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης της επίδικης έκτασης στο ποσό των 1.200 ευρώ ανά τ.μ., ενώ καθόρισε και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα επικείμενα στα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της ποσά.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο (από τον αρ. 1) και πρώτο και τέταρτο, κατά τις 3η και 4η (υπό την εσφαλμένη επίκληση και της πλημμελείας του αρ. 17 και του αρ. 19) αιτιάσεις, κοινούς λόγους αναίρεσης των δύο αναιρετηρίων και με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο (από τον αρ. 1) και δεύτερο, τρίτο, τέταρτο (από τον αρ. 19, υπό την εσφαλμένη επίκληση και της πλημμελείας από τον αρ. 10) πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Ειδικώς ως προς την προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο των δύο αναιρετηρίων αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι παραβιάσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη η διάταξη του άρθρου 1 του ΠρΠρΠρ της ΕΣΔΑ και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι δεν επιδίκασε πρόσθετη αποζημίωση για τη μακροχρόνια δέσμευση της περιουσίας των αναιρεσειόντων, αιτίαση η οποία αφορά μόνο τα οικοπεδικά τμήματα συνολικού εμβαδού 165,80 τ.μ., που απαλλοτριώθηκαν με την .../1992 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στο δικόγραφο της αίτησης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου δεν υπήρχε τέτοιο αίτημα, αλλά ζητήθηκε ο καθορισμός ενιαίας αποζημίωσης όλων των οικοπεδικών τμημάτων, με βάση την πραγματική αξία τους κατά το χρόνο της συζήτησης. Επίσης, αβάσιμη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, η προβαλλόμενη με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αιτίαση, ότι, ως κρίσιμος χρόνος, για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, έπρεπε να θεωρηθεί ο χρόνος συζήτησης της αίτησης καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης (7-12-2010) και όχι εκείνος της συζήτησης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης (23-9-2013), αν και παρήλθε μεταξύ αυτών χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, διότι η υπέρβαση της ενιαύσιας προθεσμίας οφείλεται, αφενός στον ορισμό μακράς δικασίμου από τον Πρόεδρο του Εφετείου Θεσσαλονίκης (28-5-2012) και αφετέρου στην αναβολή της υπόθεσης από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για εκείνη της 23-9-2013. Εξάλλου, η αντικειμενική αξία δεν είναι αποκλειστικό κριτήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αλλά λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται και συνεπώς είναι αβάσιμη, η σχετική αιτίαση που περιέχεται στον τρίτο πρόσθετο λόγο. Περαιτέρω, καθ’ όσο μέρος με τον πρώτο (κοινό) λόγο των δύο αιτήσεων και τις αντίστοιχες αιτιάσεις των τρίτου και τέταρτου πρόσθετων λόγων, υπό το πρόσχημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλειας, πλήττεται η αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος. Τέλος, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, ως προς την αιτίαση αυτού περί συνδρομής περίπτωσης παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η οποία αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σε κανόνα δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, επίσης προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Η προβαλλόμενη με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αιτίαση, με την οποία προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα, ως αόριστη, διότι δεν καθορίζεται ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη ή τι επιδικάσθηκε χωρίς αίτηση ή πλέον του αιτηθέντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α’ 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξης αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημίωσης, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000, ΑΠ 413/2012), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, αντένστασης ή παρέμβασης. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ’ του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ’ απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ. Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 588/2014). Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη καταδίκασε τους ήδη αναιρεσιβλήτους, που συνιστούν φορείς υπαγόμενους στην Γενική Κυβέρνηση, στα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, για τη σύνταξη της αίτησής τους και τη σύνταξη των προτάσεών τους σε ποσοστό 1,5% επί της καθοριζομένης αποζημίωσης, δηλαδή στο ήμισυ της αμοιβής του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης. Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πέμπτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ., ως αντισυνταγματική, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο των δύο αναιρέσεων, κατά το πρώτο μέρος αυτού, καθώς και τον έκτο πρόσθετο λόγο και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει να δεχθεί, ότι η αξία των οικοπεδικών τμημάτων κατά τον κρίσιμο χρόνο ανέρχεται σε 1.200 ευρώ κατά τ.μ., δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν μετ’ επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου μεταξύ άλλων αποδεικτικό έγγραφο, ήτοι αντίγραφο της με αριθμό 37.348/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας ακινήτου που απαλλοτριώθηκε για δημόσιο σχολείο επίσης, και το οποίο βρίσκεται στην ίδια περιοχή με το επίδικο, με την οποία η αποζημίωση αυτού ορίστηκε στο ποσό των 5.000 ευρώ ανά τ.μ. Από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία γίνεται αξιολόγηση των συγκριτικών στοιχείων σε πρόσφορα και μη, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο. Το γεγονός δε, ότι εξαίρονται ορισμένα συγκριτικά στοιχεία δε σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη και το ως άνω συγκριτικό στοιχείο. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, κατά την προσάπτουσα την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, δεδομένου ότι αφορά σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, που δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και δεν μπορούν να στηρίξουν την εν λόγω πλημμέλεια, ενώ κατά την αποδίδουσα την πλημμέλεια από τον αρ. 9 του ως άνω άρθρου είναι παντελώς αόριστοι, αφού δεν γίνεται στις αιτήσεις οποιαδήποτε μνεία αίτησης που έμεινε αδίκαστη είτε επιδίκασης πλειόνων των αιτηθέντων.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) για κάθε αναιρεσίβλητο, και να διαταχθεί η εισαγωγή των καταβληθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις με αριθμούς 16/27-1-2015 και 18/28-1-2015 αιτήσεις, καθώς και το με αριθμό 106/1-10-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων της πρώτης, για αναίρεση της αυτής, υπ’ αρ. 224/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την με αριθμό 16/27-1-2015 αίτηση και το με αριθμό 106/1-10-2015 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την με αριθμό 18/28-1-2015 αίτηση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο. Και Διατάσει την εισαγωγή των καταβληθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ