49/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated49/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 49 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μεσογειακή Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ" που εδρεύει στη ... ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτουριστική Γρηγοριάδη ΑΕ" και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φουρφουλάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 629/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-12-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 629/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 13-1-2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 104/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η από 23-6-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να του καταβάλει, ως εργολαβική αμοιβή, το ποσό των 149.982,26 ευρώ με το νόμο τόκο από 2-8-2004. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ και 690 ΑΚ η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος επιδιώκει να υποχρεωθεί ο εργοδότης να του καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή του για το εκτελεσθέν έργο, για να είναι ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει τα κύρια στοιχεία της μεταξύ των διαδίκων (εργολάβου-εργοδότη) καταρτισθείσης σύμβασης έργου, δηλαδή: 1) το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης έργου και το έργο που με αυτή (σύμβαση) ανέλαβε να εκτελέσει ο εργολάβος, 2) ότι το αναληφθέν έργο εκτελέσθηκε και παραδόθηκε από τον ενάγοντα-εργολάβο και 3) τη συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 23-6-2003 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αντιδίκου του εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, ο ενάγων ανέφερε ότι κατά μήνα Οκτώβριο 1999 η εναγομένη του ανέθεσε την εκτέλεση μέρους της κατασκευής του έργου του ξυλοτύπου οπλισμένου σκυροδέματος του ξενοδοχειακού συγκροτήματος CRETA MARINE, που ανήγειρε στο Πάνορμο Μυλοποτάμου, καθώς επίσης και την κατασκευή σκαλοπατιών και στηθαίων έναντι του αναφερομένου σ' αυτή εργολαβικού ανταλλάγματος που συμφωνήθηκε με το από 22-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε ως προς το ύψος της εργολαβικής αμοιβής με μεταγενέστερη συμφωνία τους.
Ότι χρόνος αποπεράτωσης όλων των εργασιών και παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε το τέλος Φεβρουαρίου 2001 και ότι το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα για όλες τις αναληφθείσες εργασίες ανήλθε στο συνολικό ποσό των 538.272,92 ευρώ. Τέλος, (ο ενάγων) εξέθετε ότι αν και εκτέλεσε όλες τις ειδικότερα αναφερόμενες κατ' είδος και ποσότητα συμφωνηθείσες εργασίες εμπρόθεσμα και παρέδωσε το όλο έργο προσηκόντως στην εναγομένη, η τελευταία του έχει καταβάλει ως εργολαβική αμοιβή το ποσό των 382.453,56 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής ποσού 155.819,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτή διακρίσεις. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα περιέχει όλα τα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση, αφού εκτίθενται η κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου, ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης αυτής, το έργο που με την σύμβαση ανέλαβε να εκτελέσει ο εργολάβος-ενάγων, (στο ξενοδοχείο της αναιρεσείουσας), η εκτέλεση (αποπεράτωση) του συμφωνηθέντος έργου, νοουμένη ως παράδοση αυτού, με αναλυτική αναφορά των επιμέρους εργασιών και η συμφωνηθείσα για τις εργασίες αυτές (και το όλο έργο) εργολαβική αμοιβή.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ.14 (και όχι και τον αριθ.8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι δεν περιείχε όλα τα απαιτούμενα κατά νόμον στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, (που περιέχονται στο λόγο αυτό), ότι η ένδικη αγωγή πάσχει αοριστία αφενός διότι δε γίνεται αναφορά "κανενός επιμετρικού στοιχείου για τις επί μέρους εργασίες", και αφετέρου, διότι από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει η αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τις ποσότητες των εκτελεσθεισών εργασιών είναι απορριπτέες, αφού δεν απαιτείται για την πληρότητα της αγωγής η αναφορά της επιμέτρησης των επί μέρους εργασιών του έργου, ενώ η, τυχόν, αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σ' αυτή, αναφορικά με τις ποσότητες των εργασιών και συνακόλουθα και τη δικαιούμενη εργολαβική αμοιβή, δεν την καθιστά (για το λόγο αυτό) αόριστη.
3.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.12 λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη του το από 14-8-2001 έγγραφο (λογαριασμό), που αφορούσε την ποσότητα των εκτελεσθεισών εργασιών, τις οποίες (με το έγγραφο αυτό) αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος, και το ύψος της εργολαβικής αμοιβής, που αναλογεί σ' αυτές, με τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, διότι δεν έλαβε υπόψη του την από 14-8-2001 επιστολή του αναιρεσιβλήτου, που παρέδωσε την ίδια ημέρα στο νόμιμο εκπρόσωπό της Δ.
Γ., καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Μ. Σ., που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τα οποία προκύπτει η ποσότητα των εργασιών, που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος και με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους, διότι δεν έλαβε υπόψη το από 16-7-2002 τιτλοφορούμενο ως "εξώδικη ανταπάντηση-πρόσκληση" έγγραφο και την περιεχομένη σ' αυτό εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου σχετικά με την ποσότητα αόπλων σκυροδεμάτων, που χρησιμοποιήθηκαν στο επίδικο έργο.
Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη αφενός η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και αφετέρου όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμα ζητήματα της ποσότητας των εκτελεσθεισών εργασιών και το ύψος της εργολαβικής αμοιβής, που αντιστοιχεί σε αυτές, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς μνημονεύεται το ανωτέρω από 14-8-2001 έγγραφο (λογαριασμός), εκτίθεται το περιεχόμενό του και περιέχονται ειδικές σκέψεις για την αποδεικτική του αξία. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την ποσότητα των εκτελεσθεισών εργασιών και το ύψος της εργολαβικής αμοιβής, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
4.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο με αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπήρξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απότοκο λανθασμένης απ' αυτό ανάγνωσης αποδεικτικού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποδοθεί σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται και στην περίπτωση της εσφαλμένης, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας περιεχόμενου εγγράφου, αφού αυτή εμπίπτει στην, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ίδιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι προβάλλονται με διατύπωση επικουρικότητας, σε σχέση με τους ως άνω ίδιους λόγους αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης του προαναφερθέντος από 14-8-2001 εγγράφου (λογαριασμού), δεδομένου ότι δέχθηκε (με την προσβαλλόμενη απόφασή του) ότι "τον λογαριασμό αυτόν της 14-8-2001 ο ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε, όπως αυτό αποδεικνύεται από την από 10-4-2002 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία του που επιδόθηκε στην εναγομένη με την 10140/2002 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή", ενώ από το ως άνω έγγραφο, που φέρει και την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος και προέβη και σε σχετικές παρατηρήσεις, προκειμένου να υπολογισθεί επί το ορθότερο η αμοιβή του, τεκμαίρεται η αποδοχή εκ μέρους του της ορθότητας του λογαριασμού.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, όπως από την εκτίμηση του περιεχομένου τους προκύπτει, δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου κατά το επίμαχο απόσπασμα παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως έχει και στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά η συναγωγή από το έγγραφο αυτό, με εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό η αναιρεσείουσα.
5.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση πλήττεται η απόφαση του Εφετείου "διότι εμπεριέχει στο κείμενό της αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 παρ.9 ΚΠολΔ", χωρίς οποιανδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος είναι αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος, αφού δεν είναι σαφές ούτε το νομικό σφάλμα που δι' αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε ποιές συγκεκριμένες αιτιολογίες, αυτής θεωρούνται από την αναιρεσείουσα αντιφατικές και ανεπαρκείς. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με την επίφαση της επίκλησης της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται για την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και συγκεκριμένα για πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κυρίως για εσφαλμένη εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης Μ. Σ. και του περιεχομένου της προαναφερθείσης από 14-8-2001 επιστολής του αναιρεσιβλήτου, από το Εφετείο, η κρίση του οποίου ως προς αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
6.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δε δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, προκειμένου να κρίνει για τις ποσότητες σκυροδέματος και σιδήρου που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο, παρά την υποβολή εκ μέρους της σχετικού αιτήματος, δε διέταξε πραγματογνωμοσύνη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
7.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τ' ακόλουθα, που ενδιαφέρουν τον πιο κάτω αναφερόμενο λόγο αναίρεσης: "Η εναγόμενη κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 56.274,49 ευρώ προς εξόφληση του ενάγοντος, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε την 7-3-2005.
Ενόψει όμως του ότι για το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 έως 7-3-2005, οι τόκοι υπερημερίας για το ανωτέρω αποδειχθέν οφειλόμενο ποσό ανέρχονται στο ποσό των 65.201,21 ευρώ, το ανωτέρω ποσό καταλογίζεται ολόκληρο στους τόκους (άρθρο 423 παρ.1 ΑΚ), τους οποίους η εναγομένη είχε εξοφλήσει έως και την 2-8-2004, από την οποία θα πρέπει να υποχρεωθεί σε καταβολή τόκων στον ενάγοντα.
Όπως προκύπτει από την από 17-5-2002 εξώδικη πρόσκληση της εναγομένης κατά του ενάγοντος, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 21-5-2002, η πρώτη κάλεσε τον δεύτερο προκειμένου να εισπράξει το ποσό των 17.288,531 δραχμών, να εκδώσει σχετικό τιμολόγιο και να παραδώσει σ' αυτή ισόποση με το εν λόγω ποσό τραπεζική επιταγή. Η προσφορά αυτή της εναγομένης -ανεξαρτήτως του όρου που έθεσε αυτή- δεν ήταν η προσήκουσα, ήτοι η πράγματι οφειλομένη και δεν περιήλθε έκτοτε ο ενάγων σε υπερημερία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον ένατο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παρεπονείτο για τον (εσφαλμένο κατ' αυτήν) καταλογισμό (από το πρωτόδικο δικαστήριο) του ποσού των 56.274,49 ευρώ στους πιο πάνω τόκους και για την (εσφαλμένη κατ' αυτήν) κρίση της πρωτοβάθμιας απόφασης, ότι ο ενάγων δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστή από την 21-5-2002.
Η αναιρεσείουσα, με τον όγδοο λόγο ψέγει το Εφετείο, διότι, με το να απορρίψει τον ρηθέντα λόγο της έφεσής της, με την παραπάνω αιτιολογία, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 9 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κρίνοντας όπως παραπάνω, δεν υπέπεσε την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, αφού δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
8.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-12-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μεσογειακή Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ" για αναίρεση της 629/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ