Legislator Case Law & Legislation
49/2011 AI generated

49/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 49/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 49 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2011

Legislator headnote

AI generated

49/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 49 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2011

Keywords

AI generated
termination during probationary period dismissal under coercion immediate termination for fraud contractor claim for payment refusal of work permit denial of legal representation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 49 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα -----

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριέττα Γεωργούλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2492/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2081/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής αοριστίας (λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ' αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου) ή ποσοτικής αοριστίας ( λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα ), δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, μολονότι το δικόγραφό της, σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της και έτσι παραλείπει, κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 18-1-2007 ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως μουσικός (πιανίστας) κατά τη χειμερινή περίοδο 2006-2007 στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης του εναγομένου από 1-10-2006 για πρόβες με την ορχήστρα και τους τραγουδιστές και από 19-10-2006 έως 30-4-2007 για συμμετοχή στο πρόγραμμα του νυκτερινού κέντρου, που θα πραγματοποιούταν 4 ημέρες την εβδομάδα και για 4.30 το ανώτερο ώρες εργασίας από 11ης ώρας νυκτερινής και συνέχεια, με ημερομίσθιο 80 ευρώ και ότι παρείχε την εργασία του από 2-10-2006 έως 21-10-2006, οπότε απολύθηκε από εκπρόσωπο του εναγομένου, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος. Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει κυρίως από τη σύμβαση και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το ποσό των 17.132,59 ευρώ και το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του από την καταγγελίας της σύμβασής του κυρίως κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 και 932 ΑΚ και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την υπ' αριθμ. 2492/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τις κύριες βάσεις της για το ποσό των 15.536,65 ευρώ εκ των οποίων για ηθική βλάβη του ενάγοντος το ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος. Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για τις ερευνηθείσες κύριες βάσεις της και δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφό της λόγω αοριστίας, παρόλο που προέβαλε την ένσταση αοριστίας τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση. Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω στην ένδικη αγωγή εκτίθενται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής αυτής, κατά την κύρια βάση της που ερευνήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, το δε δικόγραφο αυτής δεν έπασχε από ποιοτική ή ποσοτική αοριστία κατά την έκθεση των κρίσιμων περιστατικών στην ιστορική αιτία των ένδικων αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, για ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής, από τους αριθμούς 8 και αληθώς 14 (και όχι 11 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζομένους από τον νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά την σύναψη των σ.σ.ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, παραχωρουμένη σε αυτές από την άνω διάταξη 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημοσίας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και, συνεπώς, οι σ.σ.ε ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ νόμου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του άνω ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές σ.σ.ε. δεσμεύουν μόνον τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από του χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και σε περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία της υποβολής της (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 1876/19990). Όταν επιδικάζονται διαφορές αποδοχών με βάση ΣΣΕ, οι οποίες έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, ούτε ο χρόνος από του οποίου αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ, που έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη αυτό και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του. Τέλος, στην από 17-2-2005 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών όλης της χώρας" (Πράξη κατάθεσης Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας αριθ. 25/24-3-2005), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 11518/2005 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 368/2005 τεύχος Β') υπάγονται μουσικοί και τραγουδιστές όλης της χώρας. Κατά το άρθρο 12 της άνω ΣΣΕ "η ισχύς της αρχίζει την 1-3-2005 και λήγει την 28-2-2006. αθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας της παρούσας σύμβασης με σκοπό τη λήξη της. Ενδεχόμενη καταγγελία πρέπει να γίνει εγγράφως τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη λήξη της Συλλογικής Σύμβασης. Σε περίπτωση μη καταγγελίας της παρούσας σύμβασης ή μη κατάρτισης νέας , παρατείνεται η ισχύς της παρούσας για το επόμενο χρόνο, το ίδιο δε ισχύει και για τα επόμενα έτη, της Συλλογικής Σύμβασης μη καθισταμένης αορίστου χρόνου, αλλά παρατεινομένης κάθε φορά για ένα έτος". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο ενάγων , που είναι επαγγελματίας μουσικός, είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνο, προκειμένου να εργαστεί ως πιανίστας κατά τη χειμερινή περίοδο 2006-2007 στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης του εναγομένου. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων απασχολήθηκε από 2-10-2006 σε όλες τις δοκιμές της ορχήστρας, ενώ η απασχόλησή του στο μουσικό πρόγραμμα του καταστήματος ως πιανίστα διήρκησε από 19-10-2006 έως τις 21-10-2006 που ο εναγόμενος του κατάγγειλε τη σύμβασή του. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δεν συνήφθη με αυτόν, ούτε καταγγέλθηκε από αυτόν, αλλά από τον Ν. Σ., που είναι εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα και δη στο κατάστημα της οδού Γ' Σεπτεμβρίου 92, όπου λειτουργεί και το νυκτερινό κέντρο "ΒΙΚΤΩΡΙΑ" αυτής. Ο εναγόμενος είναι ομόρρυθμο μέλος της άνω εταιρείας και με αυτόν συνήφθη άτυπα η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι δεν έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα ίδια ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής και όσα ο εναγόμενος- εκκαλών ισχυρίζεται στο δεύτερο λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η ο αναιρεσείων είναι ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Σ. και Σία ΟΕ" που εκμεταλλεύεται επιχείρηση νυκτερινού κέντρου και ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση αυτή ως μουσικός (πιανίστας). Και ακόμη αναφέρεται ότι η παραπάνω ΣΣΕ ίσχυε κατά το διάστημα απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου στο παραπάνω κέντρο, με άλλα λόγια δέχθηκε ανέλεγκτα ότι δεν αποδείχθηκε καταγγελία της συλλογικής αυτής σύμβασης (άλλωστε δεν έγινε επίκληση από τους διαδίκους κατάρτισης νέας συλλογικής σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων σ' αυτήν μερών). Με βάση δε αυτή τη ΣΣΕ, την οποία εφάρμοσε στην εργασιακή σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους, υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθμό 2492/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε επιδικάσει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας για ολόκληρη τη μουσική περίοδο, όσα δε ισχυρίζεται ο εναγόμενος για μη υπολογισμό των προβών στις πέντε ημέρες απασχόλησης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Μόνο η πρώτη ημέρα των προβών δεν θεωρείται ως ημέρα εργασίας και όχι το σύνολο των προβών που ο ενάγων απασχολήθηκε στις πρόβες με τους άλλους μουσικούς. Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι η πιο πάνω ΣΣΕ εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση και δεσμεύει τους διαδίκους και, επομένως, ο πρώτος και τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της άνω ΣΣΕ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως της παθητικής νομιμοποιήσεώς του, οι πλημμέλειες της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και της παραδοχής πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ως εναγομένου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια της άνω διάταξης αλλά άρνηση της βάσεως της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου και δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο. Με τον ίδιο ( πρώτο) λόγο αναίρεσης , κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. 'Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων , τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. 'Έτσι, στις εν λόγω παραδοχές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη το από 29-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Σ. Ε", το από 3-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μετατροπής της άνω εταιρείας σε ομόρρυθμη με την επωνυμία "Ν. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", την με αριθμό πρωτ. .../26-6-2001 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του καταστήματος της εταιρείας και δυο από 29-9-2006 ιδιωτικά συμφωνητικά που καταρτίστηκαν μεταξύ του εκπροσώπου της άνω εταιρείας και εργαζομένων. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "τα προσκομιζόμενα έγγραφα" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από την αναφορά στην ελάσσονα πρόταση αυτής ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η σύμβαση εργασίας δεν συνήφθη από αυτόν αλλά από τον Ν. Σ., που είναι ο εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Σ. και Σία Ο.Ε.", δεν γεννάται αμφιβολία περί της εκτιμήσεως από το Εφετείο και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2081/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ