Legislator Case Law & Legislation
49/2009 AI generated

49/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 49/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 24 Ιουλίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11571/1996 μη οριστική, 5775/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8769/2003 και 8833/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

49/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 49 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 49/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σαντιπαντάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Παπαρσενίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 24 Ιουλίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11571/1996 μη οριστική, 5775/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8769/2003 και 8833/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αν διατάχθηκε η ανωμοτί εξέταση των διαδίκων ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 415 ΚΠολΔ, η κατά τη νέα συζήτηση σύνθεση του δικαστηρίου από δικαστές άλλους από εκείνους που είχαν διατάξει το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν αποτελεί κακή σύνθεση. Διότι ως κακή σύνθεση, με την έννοια του αριθ.2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοείται αυτή που αναφέρεται στη συγκρότηση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που πλήττει την οριστική απόφαση 8769/2003 του Εφετείου Αθηνών επειδή στη σύνθεση του δικαστηρίου δεν μετέσχαν οι ίδιοι δικαστές, που είχαν προηγουμένως διατάξει την ανωμοτί εξέταση των διαδίκων κατά το άρθρο 415 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ω αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Τέλος πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων, καθώς και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για τη απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Τέλος, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και η επίδραση που θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ'αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τέταρτο εκ του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, όπως ο δεύτερος εκτιμάται, τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ και τέταρτο εκ του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται αντιστοίχως, σχετικά με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο δημόσια έγγραφα, ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά, β) παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους και γ) δεν έλαβε υπόψη την πλήρη αποδεικτική τους δύναμη.

Κατά τον αναιρεσείοντα τα εν λόγω έγγραφα προσκομίσθηκαν από αυτόν ανταποδεικτικώς προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε συμφωνία για την ίδρυση ανώνυμης εταιρίας. Στο αναιρετήριο όμως δεν εκτίθεται με σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε προκύπτει αυτό από τους εν γένει ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι οι αναφορές του αναιρετηρίου στο αντικείμενο της δίκης είναι ελλιπείς, αφού εκτίθεται μόνο το αίτημα της ένδικης αγωγής, συνιστάμενο στην καταδίκη του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας δύο ακινήτων, ενώ δεν γίνεται σαφής αναφορά στην ιστορική και νομική βάση της.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν ο εν λόγω ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, στοιχειοθετούνται οι εξεταζόμενο αναιρετικοί λόγοι. Κατ'ακολουθίαν οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1, 597 παρ.3 και 578 του ΚΠολΔ,. συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ'ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) στο αναιρετήριο πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο, εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται εκ πλαγίου παράβαση νόμου στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 5775/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ'ουσία την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου και τον καταδίκασε σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο την κατά κυριότητα μεταβίβαση ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί ακινήτων κειμένων στη ... .

Με το αναιρετήριο, όμως, δεν παρατίθενται οι παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη και στερούμενη λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών νόμιμης βάσεως κρίσης του. Επομένως ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολ.Δ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα υπό την άνω έννοια εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως.

Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1409/1997 εκθέσεως του Εισηγητή Δικαστή, όσον αφορά στην περιεχόμενη σ' αυτήν κατάθεση του μάρτυρα ..., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8833/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ