49/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 49 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 49/2008
Legislator headnote
AI generated49/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 49 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 49/2008
Full text
Απόφαση 49 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 49/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραμανλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαντά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 993/2000 προδικαστική, 73/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4019/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σ' όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, κρίθηκε παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, η από 17-10-2004 έφεση της διαμένουσας στην Ελλάδα αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, μολονότι η τελευταία είχε επιδοθεί, με την παράδοση του αντιγράφου αυτής, στα χέρια της φερομένης ως συνοίκου της αναιρεσίβλητης θυγατέρας της, στις 17-11-2004 και η έφεση ασκήθηκε στις 20-12-2004, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών (άρθρο 518 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ), διότι έγινε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη από 15ετίας μέχρι την ημέρα της ανωτέρω επιδόσεως δεν κατοικούσε στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου έγινε η επίδοση και ως εκ τούτου η τελευταία δεν ήταν σύννομη, με συνέπεια να μην έχει γίνει έναρξη της τριακονταήμερης προθεσμίας για την άσκηση της εφέσεως κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, ούτε είχε παρέλθει η προθεσμία των τριών ετών από της κατά την 16-7-2004 γενομένης δημοσιεύσεώς της. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της ως άνω ένδικης έφεσης της αναιρεσίβλητης, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ.2 και 120 του ΚΠολΔ, έκρινε μη νόμιμη την προαναφερθείσα επίδοση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης και παραδεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, μολονότι η επίδοση είχε γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας της αναιρεσίβλητης, την οποία η τελευταία είχε αναγράψει στις προτάσεις που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι δεν είχε μεσολαβήσει νόμιμη γνωστοποίηση της μεταβολής της ως άνω διεύθυνσής της με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο κατ' άρθρο 119 παρ.3 ΚΠολΔ, ήταν έγκυρη, ακόμη και αν η αναιρεσίβλητη δεν κατοικούσε στην αναγραφόμενη στις προτάσεις της διεύθυνση κατοικίας. Ο λόγος αυτός, που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, ο παραπάνω ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται, δεν περιέχεται σ' αυτές, άρα δεν προτάθηκε νόμιμα.
ΙΙ. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι έγγραφο υπό την έννοια των άρθρων 432, 438 και 443 ΚΠολΔ και συνεπώς λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου της κατ' άρθρο 559 αρ.20 του ίδιου Κώδικα είναι απαράδεκτος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 22/1/2001 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου-μηχανικού ....., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ' αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο οριζόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του πιο πάνω Κώδικα λόγος αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιά ήσαν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ποιά επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρει ποια ήταν τα πράγματα αυτά. IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή παρεχόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει σαφώς η συνδρομή των απαιτούμενων αναγκαίως κατά το νόμο, για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, περιστατικών ή όταν οι αιτιολογίες της απόφασης είναι ελλειπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό ουσιωδών γεγονότων, σε τρόπο ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής κανόνα δικαίου, όχι όμως και όταν οι αιτιολογίες είναι ελλειπείς ως προς τα γενόμενα δεκτά ή απορριπτόμενα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί, με την έννοια ότι άγουν στην απόρριψη ή παραδοχή αγωγής ή ένστασης. Δεν υπάρχει επίσης έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένως στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και γενικά στην αιτιολόγηση του πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, αν τούτο εκτίθεται σαφώς.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την ακριβή θέση του κοινού ορίου των δύο όμορων ακινήτων των διαδίκων και του δυτικού ορίου του επίδικου ακινήτου, που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι "το επίδικο είναι τμήμα αγρού, εμβαδού 960 τ.μ. και συνορεύει βορείως εν μέρει με αγρό της εναγόμενης σε πλευρά 30μ. και εν μέρει σε πλευρά 4 μέτρων με αγροτική οδό πλάτους 4 μ. ....., επίσης και στα δύο αυτά συμβόλαια-τίτλους των διαδίκων δεν αναφέρεται ως ανατολικό όριο του αγρού της εναγομένης ο αγροτικός δρόμος καθόλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του αγρού της, την ύπαρξη του οποίου, όμως, στην ανωτέρω θέση συνομολογούν με τις προτάσεις τους τα διάδικα μέρη και ως εν μέρει βόρειο όριο του αγρού της ενάγουσας" και ότι από τις παραπάνω παραδοχές φαίνεται να δέχεται τον βασικό ισχυρισμό-επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο κοινό όριο θα πρέπει να τοποθετηθεί στο σημείο απόληξης (τερματισμού) του αγροτικού δρόμου, που διέρχεται ...., στη συνέχεια, αμφισβητώντας την εγκυρότητα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, δέχεται ότι "Εξάλλου, ενώ στην έκθεσή του αυτή ο πραγματογνώμων αναφέρει ... παρά ταύτα δεν κάνει μνεία του αγρού..." και ότι με τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικά και με ασαφείς αιτιολογίες "φέρεται να δέχεται ότι καθόλο το μήκος του δυτικού ορίου του αγροκτήματός μου υπάρχει αγροτικός δρόμος .... που προφανώς δεν τερματίζεται στο κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών... δεν αιτιολογείται γιατί η ιδιοκτησία μου, με την οποία επικοινωνούσα μέχρι σήμερα δια του υπάρχοντος αγροτικού δρόμου θα τερματίζεται πλέον βορειότερα....έτσι το Εφετείο προβαίνει σε αυθαίρετη μετάθεση των αποληκτικών σημείων του δυτικού και ανατολικού ορίου των δύο ιδιοκτησιών, δεδομένου μάλιστα ότι τα σημεία αυτά δεν προκύπτουν από κανένα αποδεικτικό μέσο, είτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων είτε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφατικότητες δεν σχετίζονται με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή με αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής ή ενστάσεως, αλλά με επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ιδρύουν, όπως προαναφέρθηκε, τον από το άρθρο 559 αρ.19 λόγο αναιρέσεως. V. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς του κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι το παραπάνω δικαστήριο, παρόλο που δεν το μνημονεύει ειδικά και δεν το αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το εξειδικευόμενο στο αναιρετήριο έγγραφο, ήτοι την με αριθ.903/12-6-1998 απόφαση του Πταισματοδικείου Μαραθώνα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2006 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4019/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ