Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on contract validity and awards costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting the respondent's claim for contract invalidity. The court found the appellant's arguments regarding the respondent's alleged ignorance and lack of legal capacity were baseless, noting the respondent had prior business experience and understood the transaction terms. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §1, 566 §1, 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rejecting a claim for contract invalidity based on alleged ignorance or lack of capacity is dismissed if the party had prior business experience and the transaction terms were clear and fair.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 499 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 499/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη Εταιρεία με την επωνυμία "... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Εταιρεία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον Β. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3518/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 103/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 103/24-3-2022 Πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, επειδή, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, διαπιστώθηκε, μετά τη συζήτηση αυτής, αδυναμία έκδοσης αποφάσεως.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 20-2-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 13/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την από 7-4-2014 έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 3518/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η από 17-1-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, επιδικασθέντος σ αυτήν τού ποσού των 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν (ως άνω έφεση).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την κατά την 29-1-2018 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §1, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον με αριθμό 19196840095804230028 (βλ. σχετικά στην έκθεση κατάθεσης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης) παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η αναίρεση είχε κατατεθεί για προσδιορισμό στην αρχική δικάσιμο (1-4-2019) από την απούσα κατά την τότε συζήτησή της αναιρεσείουσα και, ύστερα από τη ματαίωση της συζητήσεως αυτής, λόγω αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως μετά από αυτήν, οι διάδικοι κλητεύθηκαν, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νομίμως και εμπροθέσμως (βλ.
από 29-3-2022 εκθέσεις επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Σ. Β.) και η νέα συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης (ΑΠ 337/2021, ΑΠ 936/2018, 869/2017), οπότε η διαδικασία θα προχωρήσει κανονικά, εφόσον η υπόθεση έχει εγγραφεί στο πινάκιο (βλ. και άρθρ. 568 παρ. 1 και 576 παρ. 1 σε συνδυασμό με 226 παρ.3, 4 και 307 του ΚΠολΔ)
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 241/2023, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Επομένως, η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να περιλαμβάνει όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι δε απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 241/2023, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004), ενώ, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη (ΑΠ 807/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς της (αναιρεσείουσας), και, επομένως, πρέπει να αναιρεθεί, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 5, λόγω νομικής και ποσοτικής αοριστίας.
Κατ'αρχήν, όπως και παραπάνω εκτίθεται, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 241/2023, Α.Π.335/2018, Α.Π. 64/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004), που, όμως, δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση στην προκειμένη περίπτωση, πέραν και του ότι πρόκειται για προσβαλλόμενη απόφαση κατώτερου δικαστηρίου, που υπόκειται στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, οι αιτιάσεις του λόγου αυτού (πρώτος λόγος υπό στοιχείο Β') της αναιρέσεως, που συναρτώνται με την ποσοτική αοριστία της αγωγής, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, όπως και ο σχετικός, κατά τούτο, λόγος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 610/2022).
Ειδικά, τώρα, επί ποινικής ρήτρας, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, αφού αυτή τεκμαίρεται (ΑΠ 1184/2019).
Γεγονός δε για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1980/2008).
Εξάλλου, καθόσον αφορά στις περιλαμβανόμενες σε συμβάσεις "αποζημιωτικές ρήτρες" ή "ρήτρες κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως", με τις οποίες οι συμβαλλόμενοι επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, δεν γίνεται ειδική αναφορά στον Αστικό Κώδικα και ως εκ τούτου ανακύπτει ανάγκη νομικού χαρακτηρισμού αυτών.
Κατά τη θεωρία ορίζεται ως κατ' αποκοπήν αποζημίωση το ποσό, το οποίο δεσμεύεται να καταβάλει ο ένας συμβαλλόμενος στον άλλο σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του. Έτσι, διαφέρει από την ποινική ρήτρα, καθόσον έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει και να διευκολύνει την ικανοποίηση της απαίτησης για αποζημίωση του δανειστή χωρίς να περιλαμβάνει ποινή (ΑΠ 928/2019).
Περαιτέρω, όμως, δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως αυτοτελής αρρύθμιστη σύμβαση, εφόσον πληροί όλα τα αναγκαία στοιχεία για να υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 404 επ. του ΑΚ περί ποινικής ρήτρας. Τούτο δε διότι δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά την υπόσχεση άλλης παροχής εκ μέρους του οφειλέτη, για την περίπτωση που αυτός δεν θα εκπλήρωνε τη σύμβαση, κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ.
Μάλιστα ο νόμος παρέχει στους συμβαλλόμενους αυξημένη ελευθερία να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση, καθόσον είναι δυνατόν, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, να αποκλειστεί η αξίωση για την επιπλέον ζημία, που καλύπτεται από την ποινή, με αποτέλεσμα η οφειλόμενη αποζημίωση να είναι αποκλειστικά συμβατικής προέλευσης (ΑΠ 928/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως λόγους νομικής αοριστίας, σύμφωνα με το δικόγραφο της αναιρέσεως, προβάλλει (βλ. σελ. 11-12 αυτής) συγκεκριμένα ότι: "Α. Επειδή το πρωτοβάθμιο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) και το κατ' έφεση δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών) με τις,προσβαλλόμενες αποφάσεις τους παραβίασαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Επειδή η ένδικη αγωγή της αντιδίκου μου περιέχει ΝΟΜΙΚΗ αοριστία (συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελεγχόμενη αυτεπάγγελτα, ως παραβίαση της περιπτώσεως αριθ. 1 του άρθ. 560 του ΚΠολΔ καθόσον τα δικαστήρια ουσίας αρκέσθηκαν σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νομός για την θεμελίωση του ασκηθέντος δικαιώματος της αντιδίκου μας.
Επειδή στο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της ουδόλως περιέχεται η ακριβής περιγραφή της επικαλούμενης συμβάσεως, εδραζομένη σε εφαρμοστέα διάταξη τινα νόμου, αλλά περιέχονται εξόχως αντιφατικοί ισχυρισμοί και δη α) Ισχυρίζεται η αντίδικος ότι προέβη σε "διευκόλυνση" καταβάλλοντας (παραδίδοντας) χρηματικό ποσό εξ ευρώ 5.000,00 και παραδίδοντας, άνευ ανταλλάγματος, ποσότητα παραγομένων προϊόντων (παγωτών) της, αξίας ευρώ 1.000,00.
Ο ισχυρισμός της υπάγεται στις διατάξεις περί δωρεάς. Μη νόμιμα, όμως, αξιώνεται η επιστροφή των δωρηθέντων, εν είδει ποινικής ρήτρας, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 509 άλλως 512 Α.Κ. καθόσον η αντίδικος ουδόλως παραθέτει ισχυρισμό περί την ανάκληση, με νόμιμο τινα τρόπο, της εν λόγω δωρεάς, άλλως [γενομενη αυτή από ιδιαίτερο ηθικό (επιχειρηματικό) καθήκον] η προς εμάς μεταβίβαση κυριότητας χρημάτων και εμπορευμάτων χάριν δωρεάς, δεν αναζητήθηκε συνεπεία των περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεων αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις περί καταπτώσεως ποινικής αποζημιωμένης ρήτρας β) Ισχυρίζεται η αντίδικος ότι τότε (Μάρτιο 2010) η M.Κ., ούσα πλέον νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας μας, αναγνώρισε την προσωπική παραπάνω οφειλή της και (δήθεν) αναδέχθηκε σωρευτικά, για λογαριασμό της εταιρείας μας, την πληρωμή του προσωπικού χρέους της διαχειρίστριας της, χωρίς να γίνεται επίκληση αποδεικτικού σύναψης συμβάσεως αναδοχής χρέους μεταξύ της αντιδίκου και αυτής της εταιρείας μας, (υπογράφοντας κάτω από την εταιρική σφραγίδα) από την οποία να προέκυψε συμβατικός τις δεσμός κι εξ αυτού υποχρεώσεις και δη αποζημιώσεως ένεκα παραβάσεως συμβατικών όρων.
γ) Ισχυρίζεται η αντίδικος ότι η εταιρεία μας ανέλαβε υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας της εν είδει καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, χωρίς να επικαλείται την αναγκαία κατάσταση υπερημερίας της εταιρείας μας συνεπεία όχλησης, καταγγελίας η παρόδου δήλης ημέρας, προκειμένου να καταπέσει σε βάρος της η εν λόγω ποινική ρήτρα, ούσα αναγκαία κατά τις διατάξεις των άρθρων 405 επ Α.Κ..
δ) Ισχυρίζεται η αντίδικος ότι η εταιρεία μας ανέλαβε υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας της εν είδει καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, χωρίς να επικαλείται την αιτιωδώς αναγκαία υπαιτιότητα της εταιρείας μας, προκειμένου να καταπέσει σε βάρος της η εν λογω ποινική ρήτρα, ούσα αναγκαία κατά τις διατάξεις των άρθρων 405 επ Α.Κ.".
Από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ.2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, κατ' αρχήν, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται πως "Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εκθέτει ότι στις 5-2-2009 συνήψε με την κυρία M. K. σύμβαση συνεργασίας με αντικείμενο την αποκλειστική διάθεση από την τελευταία παγωτών της από το κατάστημά της που βρισκόταν στο ..., οδός ..., και με διάρκεια μέχρι την επίτευξη ελάχιστου κύκλου εργασιών (τζίρου) ύψους 10.000 ευρώ από την πώληση παγωτών.
Ότι ως προκαταβολή κατέβαλε στην M. K. επιταγή ποσού 5.000 ευρώ και παρέδωσε σε αυτήν άνευ ανταλλάγματος παγωτά συνολικής αξίας 1.000 ευρώ. Ότι σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων από την M. K. η ενάγουσα θα αναζητούσε ό,τι της είχε καταβάλει (καταβληθείσες παροχές, εκπτώσεις) και θα κατέπιπτε υπέρ της ποινική ρήτρα ποσοστού 50% επί των καταβληθεισών παροχών (εκπτώσεων).
Ότι, στη συνέχεια, η αντισυμβαλλόμενή της κατήγγειλε μονομερώς και αναίτια την σύμβαση, μην επιτυγχάνοντας τον συμφωνηθέντα τζίρο των 10.000 ευρώ. Ότι το Μάρτιο 2010 υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της M. K. ως νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης νέα συμφωνία συνεργασίας με τους ίδιους όρους και με επιπρόσθετο όρο ότι αναγνωρίζει την προϋπάρχουσα οφειλή των 9.000 ευρώ από την προηγούμενη σύμβαση, που θα ήταν άμεσα καταβλητέα σε περίπτωση αθέτησης των όρων της νέας συμφωνίας.
Ότι τον Ιούλιο του 2010 η εναγομένη κατήγγειλε μονομερώς και αναίτια και τη νέα συμφωνία συνεργασίας, μην επιτυγχάνοντας τον συμφωνηθέντα τζίρο των 10.000 ευρώ. Ζητεί δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα της ανωτέρω συμφωνίας το ποσό των 9.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως...", ακολούθως δε ότι, "β) η ένσταση αοριστίας της αγωγής, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, είναι απορριπτέα, καθόσον η αγωγή περιέχει κατ' άρθρον 216 ΚΠολΔ όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ήτοι τόπο και χρόνο κατάρτισης των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, αντικείμενο των συμφωνιών, αντάλλαγμα, διάρκεια ισχύος, τους όρους κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας", ενώ, περαιτέρω, στο αποδεικτικό του πόρισμα, δέχεται τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία παγωτών, χυμών, κρουασάν και κατεψυγμένων ζυμών και γλυκών.
Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής με σύμβαση που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 5-2-2009 μεταξύ αυτής και της κυρίας M. K., η οποία διατηρεί κατάστημα (αρτοποιείο-ζαχαροπλαστείο) επί της οδού ... στο ..., για την οποία καταρτίστηκε το με την ίδια ημεροχρονολογία έγγραφο που επιγράφεται ως "συμβόλαιο συνεργασίας", η M.
K. ανέλαβε την αποκλειστική διάθεση παγωτών της ενάγουσας από το ως άνω κατάστημά της. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 5-2-2009 μέχρι το χρονικό σημείο της επίτευξης κύκλου οικονομικών εργασιών (τζίρου) ύψους 10.000 ευρώ. Με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκαν, επιπλέον, τα εξής: α) η Μ.. K.
θα προμηθευόταν τα παγωτά της ενάγουσας είτε απευθείας από την ίδια, είτε μέσω του εκάστοτε εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της (όρος 1ος) και β) προς διευκόλυνση της Μ.. K. η ενάγουσα τής κατέβαλε με τη μορφή έκπτωσης το ποσό των 5.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης 20-5-2009 σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ.
….ένταλμα πληρωμής της αντιπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." και, επιπλέον, παρέδωσε στην εναγόμενη παγωτά συνολικής αξίας 1.000 ευρώ (όρος 4ος). Περαιτέρω, με τον όρο 5 της άνω σύμβασης ορίσθηκε ότι σε περίπτωση παράβασης των όρων της σύμβασης η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να αφαιρέσει όλο τον εξοπλισμό που είχε παραδοθεί στην Μ..
K., να διακόψει κάθε παροχή και να αναζητήσει τα ως άνω ποσά, καθώς επίσης την καταβολή από την τελευταία ποινικής ρήτρα ίσης με το 50% των καταβληθεισών εκπτώσεων. Στη συνέχεια, το μήνα Μάρτιο του 2010 υπεγράφη νέα συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "...." (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα), η οποία εκπροσωπείται νομίμως από την Μ..
K., με την οποία η εναγομένη ανέλαβε την αποκλειστική διάθεση των παγωτών της ενάγουσας στο κατάστημά της επί της οδού ... (….), τα οποία θα προμηθευόταν είτε απευθείας από την ενάγουσα, είτε από τον εκάστοτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό της (όρος 1). Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η συνεργασία τους θα διαρκούσε μέχρι την επίτευξη κύκλου οικονομικών εργασιών (τζίρου) ύψους 10.000 ευρώ (όρος 6).
Επιπλέον, η εναγομένη αναγνώρισε την ισχύ των όρων του από 5-2-2009 συμφωνητικού, καθώς και την παραπάνω οφειλή της Μ.. K., ήτοι το πόσο των 6.000 ευρώ που αντιστοιχεί στις προκαταβαλλόμενες εκπτώσεις, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, αλλά και την επίτευξη τζίρου ύψους 1.851,51 ευρώ για το έτος 2009 (όροι 2 και 4). Επίσης, με τον όρο 4 η εναγομένη ανέλαβε την εξόφληση της οφειλής αυτής και αποδέχθηκε την μη χορήγηση από την ενάγουσα εκπτώσεων για την πώληση των παγωτών, καθώς αυτή είχε λάβει τις εκπτώσεις που δόθηκαν με την προγενέστερη σύμβαση στην νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης Μ..
K.. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση παράβασης των όρων του νέου συμφωνητικού από την εναγομένη η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να αφαιρέσει όλο τον εξοπλισμό που είχε παραδοθεί στην εναγομένη, να διακόψει κάθε παροχή και να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 9.000 ευρώ (όρος 5). Η μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο του 2010, όταν η εναγομένη διέκοψε πρόωρα την συνεργασία, χωρίς, όμως, να πραγματοποιήσει τον συμφωνηθέντα τζίρο των 10.000 ευρώ.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανέλαβε την υποχρέωση προώθησης εμπορευμάτων της ενάγουσας, προκειμένου να επιτύχει ελάχιστο τζίρο ύψους 10.000 ευρώ εντός συγκεκριμένου τακτού διαστήματος και, επομένως, δεν παρέβη καμία συμβατική της υποχρέωση. Ο ως άνω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται, καθότι, όπως προκύπτει από την σύμβαση, δεν υπάρχει σε αυτή όρος ότι πρέπει η εναγόμενη να προβεί σε επίτευξη τζίρου ύψους 10.000 ευρώ σε ορισμένο χρόνο.
Επίσης, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η παροχή της ενάγουσας ύψους 6.000 ευρώ αποτέλεσε προσφορά για την επίτευξη συμφωνίας, ώστε η ενάγουσα να προβάλει και διαθέτει τα παγωτά, τοποθετώντας ψυγεία μέσα στο κατάστημά της στο …, αποβλέποντας σε μεγιστοποίηση των πωλήσεων της και ότι, επομένως, η εν λόγω παροχή αποτελεί δωρεά και δεν αναζητείται.
Όπως, όμως, προκύπτει από την από Μαρτίου 2010 σύμβαση συνεργασίας με την εναγομένη και ρητά αναφέρεται στον όρο 5 αυτής, σε περίπτωση παράβασης των όρων της σύμβασης μεταξύ των άλλων η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 9.000 ευρώ και επομένως η ενάγουσα αναζητεί την καταπεσούσα ποινική ρήτρα, αφού η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία".
Πράγματι, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 404, 405 ΑΚ προκύπτει ότι στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων είναι έγκυρος ο όρος ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως οφείλεται ορισμένο κατ' αποκοπή ποσό αποζημίωσης, ανεξαρτήτως ζημίας, το οποίο στην πραγματικότητα αποτελεί και λειτουργεί ως ποινική ρήτρα (..............).
Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο όρος της σύμβασης σύμφωνα με τον οποίο ανέλαβε την υποχρέωση τζίρου ύψους 10.000 ευρώ με ανάλογο απροσδιόριστο κέρδος σε απροσδιόριστο χρόνο είναι καταπλεονεκτικός και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ άκυρος, τέτοιος δε όρος (αν αποδειχθεί ότι συνομολογήθηκε) έλαβε χώρα συνεπεία κουφότητας και απειρίας της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Μ..
K., αφού η παροχή της ενάγουσας τελεί σε προφανώς υποδεέστερη και μειωμένη αξία σε σχέση με την αντιπαροχή της. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι εκπρόσωποι της ενάγουσας γνωρίζουν την κουφότητα και απειρία της εκπροσώπου της, καθόσον αυτή είναι Αλβανικής καταγωγής, έχει μειωμένο επίπεδο μόρφωσης και αντίληψης και αγνοεί βασικές νομικές έννοιες της Ελληνικής γλώσσας, ενώ οι εκπρόσωποι της ενάγουσας, εκμεταλλευόμενοι την απειρία της, θέλησαν να δημιουργήσουν ευθύνη στην εναγομένη με την επιδίωξη κέρδους πολλαπλάσιας αξίας από την δοθείσα παροχή τους, που είναι προφανώς δυσανάλογη προς την αντιπαροχή τους και είναι μηδενικής αξίας.
Ωστόσο, η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης κατά την κατάρτιση της σύμβασης διέθετε πείρα γύρω από τη ζωή και τις συναλλαγές (είναι Αλβανικής καταγωγής ευρισκόμενη στην Ελλάδα από το έτος 1993 και γεννημένη το 1973) και μπορούσε να αντιληφθεί την σημασία και τις συνέπειες των πράξεών της αναφορικά με την συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η παραπάνω νόμιμη εκπρόσωπος κατά την ανωμοτί κατάθεση της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι "...την λέξη τζίρο δεν την κατάλαβα...", ισχυριζόμενη προφανώς απειρία της στις συναλλαγές, ισχυρισμός, όμως, που απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθώς τους ίδιους όρους είχε συνάψει η τελευταία με την ενάγουσα και στην από 5-2-2009 σύμβαση συνεργασίας που αφορούσε την ατομική της επιχείρηση μάλιστα στη νέα της συνεργασία αναγράφεται ότι "ο τζίρος του καταστήματος της για τα προϊόντα της ενάγουσας ανήλθε κατά το έτος 2009 στο ποσό των 1.851,51 ευρώ".
Η ίδια κατέθεσε, επίσης, ότι την συνεργασία της σταμάτησε η ενάγουσα (γεγονός που όμως δεν αποδεικνύεται) και η ενάγουσα "τηρούσε τον τιμοκατάλογο". Έτσι, στην ένδικη περίπτωση που αφορά την επίμαχη συναλλαγή δεν υπήρξε δυσαναλογία και, μάλιστα, προφανής μεταξύ παροχής της ενάγουσας και αντιπαροχής της εναγομένης, ούτε εκμετάλλευση από την ενάγουσα κουφότητας, ανάγκης ή απειρίας της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και, άρα, η ένδικη σύμβαση δεν είναι άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.
Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας και μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτήρισε αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπήγαγε αυτό στις διατάξεις των άρθρων 361,404,405 ΚΠολΔ, ως προς την εφαρμογή των οποίων ήταν ορισμένη η αγωγή, αφού περιλαμβάνονταν όλα τα στοιχεία για την εκτίμηση του δικογράφου της, με την οποία προσδιορίζονταν (ως "αποζημιωτική ρήτρα"), κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ, η παροχή εκ μέρους της οφειλέτιδας (πέραν και του δικαιώματος αφαίρεσης όλου του εξοπλισμού και διακοπής κάθε παροχής, από και προς την αναιρεσείουσα, αντιστοίχως), για την περίπτωση που αυτή δεν θα εκπλήρωνε [όπως εν προκειμένω, που προβλήθηκε με την αγωγή και έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι η εναγόμενη διέκοψε πρόωρα τη συνεργασία και, επίσης, δεν προέβη σε επίτευξη του συμφωνηθέντος τζίρου - και, κατά συνέπεια, τα περί μη προβολής αγωγικού ισχυρισμού περί υπερημερίας και ελλείψεως υπαιτιότητας εκ μέρους της, αλυσιτελώς προβάλλονται από την αναιρεσείουσα] τη σύμβαση, η οποία είχε τη διάρκεια που προβλεπόταν στον όρο 6 αυτής και, επομένως, εκτιμήθηκαν οι ισχυρισμοί της εναγομένης αλλά κρίθηκαν απορριπτέοι από το δικαστήριο της ουσίας.
Σημειωτέον δε ότι, ο από τη διάταξη του αριθμ. 5 άρθρ. 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (πρβλ.
Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011). Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους αναιρέσεως, κατά το υπό Α' (της νομικής αοριστίας) σκέλος του, για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 5 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του KΠολΔ (αντίστοιχης έννοιας μ' εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 του KΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559, καθώς και τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 άρθρου 560 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο ως άνω Δικαστήριο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο (και πέραν των αρχικώς αναφερομένων για τον χαρακτηρισμό της επίδικης συμβάσεως, επί του οποίου τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναιρέσεως) προβάλλει ότι: ....."καθ' όσον περιγράφοντας την "σύμβαση συνεργασίας" ουδόλως παραθέτει ποιος όρος αυτής παραβιάστηκε ή δεν εκπληρώθηκε προσηκόντως, εκ του οποίου δημιουργήθηκε η κατ άρθρο 404 Α.Κ.
κατάπτωση κι, εξ αυτής, υποχρέωση αποζημιώσεως.....ουδόλως περιέχει ουσιώδη προϋπόθεση υπαίτιας μη προσήκουσας εκπλήρωσης της συμβατικής της υποχρέωσης (της επίτευξης τζίρου 10.000,00 ευρώ σε απροσδιόριστο χρόνο) ...και περιέχει α) αντιφατική αιτιολογία περί την ανάληψη η όχι υποχρέωσης επίτευξης τζίρου ύψους ευρώ 10.000,00 δεχόμενη άλλοτε μεν την συνομολόγηση τέτοιου όρου, άλλοτε δε την μη συνομολόγηση του.....
ανεπαρκή αιτιολογία περί την βασιμότητα της προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής - υποχρέωσης επίτευξης τζίρου εξ ευρώ 10.000,00 η οποία απέφερε την καταγγελία της συναφθείσης "συμβάσεως" εκ μέρους της αντιδίκου και, εξ αυτής, την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας μου, χωρίς να προσδιορίζει ποια ήταν η προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οποία ήταν η προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, ανεπαρκή αιτιολογία ποιο πρόσωπο κατήγγειλε την ένδικη "σύμβαση"....επιδικάζει υπέρ της αντιδίκου μου αποζημίωση, χωρίς εκείνη να επικαλείται οποιαδήποτε όχληση ή καταγγελία ή πάροδο δήλης ημέρας".
Πλην, όμως, δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους. Επομένως, ο ως άνω σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Καθόσον δε αφορά στον τρίτο από τους λόγους της αναιρέσεως(πάλι εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), περί του ότι "η ανάληψη υποχρέωσης αποκατάστασης της ενδεχομένως επερχομένης ζημίας της αντιδίκου μας από την μη επίτευξη του ορισθέντος στόχου της "συνεργασίας" μας αποτελεί καταπλεονεκτικό όρο αυτής, που απέφερε την ακυρότητα της κατ' άρθρο 179 Α.Κ." και ότι ... "αμφότερα τα επιληφθέντα δικαστήρια απέρριψαν την παραπάνω ένσταση μας με σιωπή, χωρίς να παραθέσουν οποιαδήποτε αιτιολογία, αποδεχόμενα εσφαλμένως ως βάσιμη και παραδεκτή την ένδικη αγωγή", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ρητώς αναφέρεται ότι "Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι εκπρόσωποι της ενάγουσας γνωρίζουν την κουφότητα και απειρία της εκπροσώπου της, καθόσον αυτή είναι Αλβανικής καταγωγής, έχει μειωμένο επίπεδο μόρφωσης και αντίληψης και αγνοεί βασικές νομικές έννοιες της Ελληνικής γλώσσας, ενώ οι εκπρόσωποι της ενάγουσας, εκμεταλλευόμενοι την απειρία της, θέλησαν να δημιουργήσουν ευθύνη στην εναγομένη με την επιδίωξη κέρδους πολλαπλάσιας αξίας από την δοθείσα παροχή τους, που είναι προφανώς δυσανάλογη προς την αντιπαροχή τους και είναι μηδενικής αξίας.
Ωστόσο, η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης κατά την κατάρτιση της σύμβασης διέθετε πείρα γύρω από τη ζωή και τις συναλλαγές (είναι Αλβανικής καταγωγής ευρισκόμενη στην Ελλάδα από το έτος 1993 και γεννημένη το 1973) και μπορούσε να αντιληφθεί την σημασία και τις συνέπειες των πράξεών της αναφορικά με την συγκεκριμένη συναλλαγή.
Η παραπάνω νόμιμη εκπρόσωπος κατά την ανωμοτί κατάθεση της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι "...την λέξη τζίρο δεν την κατάλαβα...", ισχυριζόμενη προφανώς απειρία της στις συναλλαγές, ισχυρισμός, όμως, που απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθώς τους ίδιους όρους είχε συνάψει η τελευταία με την ενάγουσα και στην από 5-2-2009 σύμβαση συνεργασίας που αφορούσε την ατομική της επιχείρηση μάλιστα στη νέα της συνεργασία αναγράφεται ότι "ο τζίρος του καταστήματος της για τα προϊόντα της ενάγουσας ανήλθε κατά το έτος 2009 στο ποσό των 1.851,51 ευρώ".
Η ίδια κατέθεσε, επίσης, ότι την συνεργασία της σταμάτησε η ενάγουσα (γεγονός που όμως δεν αποδεικνύεται) και η ενάγουσα "τηρούσε τον τιμοκατάλογο". Έτσι, στην ένδικη περίπτωση που αφορά την επίμαχη συναλλαγή δεν υπήρξε δυσαναλογία και, μάλιστα, προφανής μεταξύ παροχής της ενάγουσας και αντιπαροχής της εναγομένης, ούτε εκμετάλλευση από την ενάγουσα κουφότητας, ανάγκης ή απειρίας της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και, άρα, η ένδικη σύμβαση δεν είναι άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη".
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2018 αίτηση της Μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "..." (πρώην ....), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ