Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's finding of economic reasons for dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision to reinstate a union leader who was dismissed from his position. The appellant argued that the dismissal was invalid because he was a union leader and the employer failed to follow specific procedural requirements and economic necessity tests. The court rejected these claims, stating that the lower court's findings regarding the elimination of the specific job role and the lack of economic reasons were based on a proper evaluation of facts and were not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts cannot re-evaluate factual findings regarding the existence of economic reasons for dismissal or the elimination of a specific job position, provided the lower court's reasoning is clear, complete, and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 499 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Σιδερή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "Ξ. & Τ. Ε. Β. Α..Ε..", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5939/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 707/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 4001/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την κρινόμενη από 28.12.2021 και με αριθ. κατάθ. 80/9/5.1.2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 4001/21.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 5.3.2015 και με αριθ. καταθ. 1547/10.3.2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 246/29.1.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 20.2.2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα και να τον απασχολεί σε ανάλογη θέση με αυτή που τον απασχολούσε πριν την καταγγελία, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 100 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στη διάταξη αυτή, γ) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει το συνολικό ποσό των 82.776,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για μεν το ποσό των 77.776,77 ευρώ, από την ημερομηνία που κάθε επί μέρους ποσό έγινε απαιτητό, για δε το ποσό των 5.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 5939/29.10.2019 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση της εναγομένης, αλλά απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα - εναγομένη ΑΕ, άσκησε, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, την από 12.2.2019 και με αριθμό κατ. 1191/2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία και έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 707/2021 απόφασή του, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Με την από 6.7.2021 και με αριθμό κατ. 5320/4029/7.7.2021 κλήση του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, εισήχθη προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, τη με αριθμό 4001/2021 απόφασή του. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, β) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, γ) κράτησε και δίκασε την αγωγή και δ) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Η υπό κρίση από 28.12.2021 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 5.1.2022, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 21.9.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.5, 7 και 23 παρ.2 του ν.1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας μελών της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται διαφορετικά από το καταστατικό της προστατεύονται κατά σειρά, ο πρόεδρος, αναπληρωματικός πρόεδρος ή αντιπρόεδρος, ο γενικός γραμματέας κλπ.
κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού (απόφαση επιτροπής προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών). Σε περίπτωση μη τηρήσεως της διαδικασίας αυτής η απόλυση του προστατευόμενου μέλους της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός από την υποχρέωσή του να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλούμενων μάλιστα των ποινών που προβλέπονται από το άρθρο 23 του ίδιου νόμου.
Αναγκαία όμως προϋπόθεση για την ανωτέρω προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών αποτελεί η διατήρηση της επιχείρησης σε λειτουργία. Σε περίπτωση όμως διαλύσεως τμήματός της στο οποίο απασχολούνται τα στελέχη αυτά, δεν αίρεται η παρεχόμενη προστασία και ο εργοδότης οφείλει να απασχολήσει τον προστατευόμενο σε άλλο τμήμα, εκτός αν λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η απασχόληση σε άλλο τμήμα.
Εφόσον η καταγγελία λαμβάνει χώρα λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος αυτής, ή αναδιοργάνωσης της επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής, για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν απαιτείται η προσφυγή στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Η επιτροπή αυτή αποφαίνεται μόνον αν συντρέχει ή όχι κάποιος από τους προβλεπόμενους από το νόμο λόγους απόλυσης και όχι για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ειδικής προστασίας των συνδικαλιστών στελεχών.
Η απόφαση της εν λόγω επιτροπής, αποτελεί διοικητική πράξη, η οποία εφόσον δεν ακυρωθεί από το ΣτΕ ή δεν κριθεί, κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 2 ΚΠολΔ), ως μη νόμιμη, δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να εκφέρουν διαφορετική κρίση ως προς ως προς την υπόσταση των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν έναν από τους πιο πάνω, λόγους καταγγελίας, περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 10 του Ν. 1264/1982.
Η δεσμευτικότητα, όμως, της αποφάσεως αυτής υφίσταται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 10 του Ν. 1264/1982, λόγους καταγγελίας στους οποίους δεν περιλαμβάνονται και οι οφειλόμενοι σε οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι εκφεύγουν του ελέγχου της ως άνω επιτροπής. Σχετική δε, κρίση αυτής δεν δεσμεύει τα δικαστήρια και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Ο έλεγχος, στην τελευταία περίπτωση, συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών θα γίνει από το πολιτικό δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, με την οποία το συνδικαλιστικό στέλεχος προσέβαλε την απόλυση του (ΑΠ 666/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, 361 Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται τη μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015).
Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 Α.Κ., ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί όμως να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015).
Επομένως, εάν ο εργοδότης επιχειρήσει να προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, όπως να προβεί σε μείωση των συμφωνημένων αποδοχών του εργαζομένου και στη συνέχεια, λόγω άρνησης του εργαζομένου ν' αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή, καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 2188/2014, ΑΠ 922/2010, ΑΠ 1407/2009).
Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της επαπειλούμενης συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio), αφ' ετέρου δε ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 595/2015, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).
Τέτοια λιγότερο επαχθή σε σχέση με την απόλυση μέτρα συνιστούν η εκ μέρους του εργοδότη παροχή της δυνατότητας στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, για την απασχόλησή του σε άλλη κενή θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 539/2018, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014) ή η πρόταση σε αυτόν ν' απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 595/2015) ή με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ ) και κυρίως ελέγχεται εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 944/2005), και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda), το οποίο υποχωρεί οσάκις συντρέχουν λόγοι ικανοί να θεμελιώσουν από πλευράς εργοδότη ένα αντικειμενικό συμφέρον για τη μεταβολή του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 320/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 29/2022, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 750/2020). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων το έτος 1986 σύναψε με την εναγομένη που λειτουργεί και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο στην πλατεία Συντάγματος "A.
P. N." την από 20.10.1986 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως ίσχυσε μετά την έγγραφη ανανέωση αυτής την 14.11.1994 και τους από 25.1.2000 πρόσθετους όρους ατομικής σύμβασης εργασίας, δυνάμει της οποίας, απασχολήθηκε ως βοηθός ζαχαροπλάστη και από το έτος 1991 ως αρχιζαχαροπλάστης. Καθόλο τον κρίσιμο χρόνο για τις αγωγικές αξιώσεις που άρχονται από 1.1.2009 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 20.2.2014, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, καταβλητέες στο τέλος κάθε μήνα, είχαν καθοριστεί συμβατικά στο ποσό των 2.981 € μικτών και με βάση αυτές του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Το ύψος των αποδοχών αυτών, που υπερέβαιναν τις νόμιμες, ήταν ανάλογο με τα προσόντα του ενάγοντος, ο οποίος ήταν πτυχιούχος ζαχαροπλάστης, Αντιπρόεδρος της Λ. Α. Ε., αναγνωρισμένος και εξειδικευμένος E. C. P., κύριος επιμελητής και συγγραφέας τριών βιβλίων που διακρίθηκαν το έτος … κερδίζοντας το διεθνές βραβείο G.
W. C. A., επιστημονικός συνεργάτης της INE/ΓΣΕΕ, εμπειρογνώμονας για τη διαμόρφωση επαγγελματικού προφίλ και είχε διατελέσει εκπαιδευτής ζαχαροπλαστικής στην κρατική σχολή Τ. Ε. και στο Ε. Κ. Π. Δ., κριτής σε διαγωνισμούς γαστρονομίας και συμμετάσχων σε παγκόσμιες εκθέσεις γαστρονομίας και σε σχετικού περιεχομένου συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Ο ενάγων διατελούσε από 17.3.2009 μέλος του ΔΣ και από 5.4.2011 Γ.Γ. του Πρωτοβάθμιου Κλαδικού Σωματείου "…". Όσον αφορά το υφιστάμενο σωματείο της επιχείρησης με την επωνυμία "Σ. Ε. Τ. Ξ. Κ. Τ. Ε. Β. Α.", ο ενάγων δεν δραστηριοποιούνταν σ' αυτό και είχε διαγραφεί και από μέλος του από 25.4.1996 (βλ. ένορκες βεβαιώσεις Δ. Τ., Γ.
Κ., Β. Ά. Λ., μελών της διοίκησης του παραπάνω σωματείου) και δεν συμμετείχε έκτοτε σε οποιαδήποτε κινητοποίησή του κατά των συμφερόντων της εργοδότη εταιρείας, αντιτιθέμενος μάλιστα στις επιλογές αυτές του σωματείου και συγκρουόμενος με τα μέλη του (βλ. - ένορκη βεβαίωση του Δ. Π., σύμφωνα με την οποία ο ενάγων από τότε που τη διοίκηση του σωματείου την είχε το ΠΑΜΕ, το οποίο, κατά τον ενόρκως βεβαιώσαντα, ήθελε να κωλύει τη λειτουργία του ξενοδοχείου με απεργίες, ο ενάγων ήρθε σε ρήξη μαζί τους για να μην κλείνουν και τον διέγραψαν από τη διοίκηση του σωματείου, - ένορκη βεβαίωση του Φ.
Δ., μέλους του ΔΣ του σωματείου της επιχείρησης, μέλους του ΠΑΜΕ, κατά την οποία είχαν διαφωνήσει και διαπληκτιστεί με τον ενάγοντα για το αν θα πραγματοποιηθούν απεργίες στο ξενοδοχείο και - ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Μ. Κ. που κατέθεσε ότι ο ενάγων ήρθε σε σύγκρουση με το σωματείο της επιχείρησης).
Βεβαίως, όπως συνάγεται από την ένορκη κατάθεση του Μ. Κ., μάρτυρα απόδειξης, εργαζόμενου στην εναγομένη ως βοηθός ζαχαροπλάστη από τον Οκτώβριο 2012 έως το Νοέμβριο 2013 και τις ένορκες βεβαιώσεις του Γ. Μ. και του Δ. Π., επίσης εργαζομένων ως ζαχαροπλαστών, ο ενάγων μεσολάβησε στον προσωπάρχη προκειμένου να καταβάλει η εναγομένη στους παραπάνω επιδόματα τριετιών που δεν κατέβαλε, όπως επίσης και έλαβε πρωτοβουλία προκειμένου η εναγομένη να διαμορφώσει το χώρο του εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής ώστε να υπάρχει καλύτερος εξαερισμός και καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύγκρουσή του, κατά τις ενέργειες αυτές, με όργανα ή αρμόδιους για τα ανωτέρω υπαλλήλους της εναγόμενης, αντιθέτως συνάγεται ότι οι παρεμβάσεις γινόταν με ήπιο τόνο και πολιτισμό (βλ. ένορκη βεβαίωση Δ. Π.) και ότι ο προσωπάρχης της εναγομένης με καλή διάθεση αποκατέστησε πλήρως τους μισθούς με τα αναδρομικά των τριετιών (βλ.
ένορκη βεβαίωση Γ. Μ.). Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη απέλυσε σε μεταγενέστερο διάστημα και συγκεκριμένα την 20.2.2014 τον ενάγοντα για τη συνδικαλιστική του δράση ή από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας για τις ανωτέρω διεκδικήσεις και παρεμβάσεις του και δεν πάσχει ακυρότητας η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω καταχρηστικότητας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος την 20.2.2014, τουλάχιστον από το έτος 2010 εμφάνιζε αρνητικούς ισολογισμούς με ζημίες ανερχόμενες σε 1.452.941,38 € το έτος 2010, σε 2.111.655,07 € το έτος 2011, σε 2.521.036,64 € το έτος 2012 και σε 1.557.943,71 € το έτος 2013, κατάσταση που την ώθησε στη λήψη μέτρων μείωσης του κόστους λειτουργίας της.
Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής και προκειμένου να μειωθεί και το κόστος μισθοδοσίας, η εναγομένη αποφάσισε μεταξύ άλλων τη μείωση του προσωπικού των επισιτιστικών τμημάτων, καταργώντας σταδιακά θέσεις εργασίας, αρχής γενομένης από τις θέσεις των πλέον υψηλόμισθων και συγκεκριμένα μέχρι την 27.5.2014 κατήργησε τις θέσεις εργασίας του Head Chef της κουζίνας Κ.
Ζ., τη θέση του ενάγοντος και τη θέση του Sous Chef Γ. Α., ενώ προχώρησε και σε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου που αφορούσε το 10%των εργαζομένων της επιχείρησης. Πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος του προτάθηκε να παραμείνει εργαζόμενος με μειωμένες αποδοχές, ως ζαχαροπλάστης, πρόταση που αρνήθηκε ο ενάγων και ακολούθησε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τη σαφή κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Γ., ο οποίος είχε ιδία αντίληψη της παραπάνω πρότασης και εκ της θέσεώς του μπορούσε να γνωρίζει τα όσα σχετικώς αποφάσισε και υλοποίησε η εναγομένη σχετικά με τη μείωση του μισθολογικού κόστους. Μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας με τον ενάγοντα παρέμεινε στην εναγομένη από τους εργαζόμενους που στελέχωναν το τμήμα του ζαχαροπλαστείου που είχε τέσσερις απασχολούμενους, ο Δ.
Π., που αποχώρησε την 12.12.2014 και δεν αντικαταστάθηκε και ο Γ. Μ., που αποχώρησε την 31.7.2015 και επίσης δεν αντικαταστάθηκε. Όσον αφορά ειδικότερα το τμήμα ζαχαροπλαστείου, παρότι η εναγομένη εμφάνιζε ζημίες, εκείνο εμφάνιζε συνεχώς αυξανόμενο κόστος λειτουργίας, το οποίο ανερχόταν το 2011 σε 192.804 €, το 2012 σε 210.647 €, το 2013 σε 243.860 €, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η αναδιοργάνωσή του και στη συνέχεια η κατάργησή του.
Στο πλαίσιο αυτό έγινε η μείωση του προσωπικού στην οποία εντάσσεται και η απόλυση του ενάγοντος και η κάλυψη των αναγκών στον τομέα αυτό της εναγομένης με το εναπομείναν προσωπικό και με εξωτερικούς συνεργάτες με συμβάσεις έργου, από δε το έτος 2015, όταν δεν υπήρχε κανένας μισθωτός στην εναγομένη με ειδικότητα ζαχαροπλάστη ή βοηθού του και το τμήμα είχε ήδη καταργηθεί ολοσχερώς, η ανάθεση της παρασκευής, προμήθειας και παρουσίασης των προϊόντων ζαχαροπλαστικής, έγινε με σύμβαση έργου στον Δ.
Α., ο οποίος ανέλαβε να παρασκευάζει στις εγκαταστάσεις του και να αποστέλλει στην εναγομένη, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής προϊόντα ζαχαροπλαστικής και να διαθέτει έναν υπάλληλό του για την προσήκουσα παράδοση, την κατανομή και την ενδεδειγμένη παρουσίαση των προϊόντων ζαχαροπλαστικής, επιχειρηματικές κινήσεις που μείωσαν το συνολικό κόστος της εναγομένης για την εξασφάλιση των απαραίτητων γλυκών σε ποσοστό 51% έως 54% (βλ.
το από 11.1.2019 έγγραφο του οικονομικού διευθυντή της εναγομένης προς τη Γεν. Διεύθυνση της εναγομένης). Με βάση τα ανωτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος συνδεόταν αποκλειστικά με τους ανωτέρω οικονομοτεχνικούς λόγους και αποφάσεις της εναγομένης και ήταν απολύτως πρόσφορη και ικανή να συμβάλει στη μείωση του μισθολογικού κόστους και εν γένει των δαπανών της επιχείρησης προκειμένου να μειώσει τις ζημίες της.
Επομένως, η επιλογή του ενάγοντος ως απολυτέου και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, δεν ήταν καταχρηστική. Σημειωτέον, ότι ο ενάγων λόγω της φήμης του και των προσόντων του, απασχολείτο ήδη από το έτος 2009 και μέχρι τουλάχιστον την απόλυσή του, παράλληλα με την εργασία του στην εναγομένη και στην εταιρεία "L.
M. Ε." με μηνιαίες αποδοχές 1.856 € και το έτος 2013 είχε απασχοληθεί και σε τρίτη εταιρεία παραλλήλως με τις προηγούμενες με την επωνυμία "Κ. Ε." με μηνιαίες αποδοχές 480 €. Προσέτι, η απόλυση του ενάγοντος, οφειλόμενη αποκλειστικά στους ανωτέρω οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν ήταν παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη, λόγω της συνδικαλιστικής ιδιότητάς του, κατά το χρόνο της απόλυσης, διότι σε κανένα από τα τμήματα της επιχείρησης της ενάγουσας δεν απασχολείτο πλέον μισθωτός με την ειδικότητα του αρχιζαχαροπλάστη, ούτε ο Δ.
Π. που παρέμεινε απασχολούμενος ως ο μόνος ζαχαροπλάστης ισχυρίστηκε στην ένορκη βεβαίωσή του ότι ασκούσε καθήκοντα αρχιζαχαροπλάστη, ούτε βέβαια ο βοηθός του. Δηλαδή δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα απασχόλησης του ενάγοντα ως αρχιζαχαροπλάστη στην επιχείρηση της εναγομένης και ο ίδιος είχε απορρίψει την πρόταση να καταλάβει τη θέση του ζαχαροπλάστη που θα διατηρούνταν.
Ομοίως δεν ήταν παράνομη και άκυρη η απόλυσή του για τους ίδιους ως άνω οικονομοτεχνικούς λόγους, επειδή δεν προηγήθηκε απόφαση της επιτροπής προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στο σκεπτικό η επιτροπή αποφασίζει για τη συνδρομή των λόγων καταγγελίας που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 14§10 ν. 1264/1982 στους οποίους δεν περιλαμβάνονται και οι οφειλόμενοι σε οικονομοτεχνικούς λόγους, που εκφεύγουν του ελέγχου της επιτροπής αυτής.
Επομένως, λόγω της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, δεν ήταν βάσιμες οι αξιώσεις του για επαναπασχόλησή του, για μισθούς υπερημερίας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την παράνομη και καταχρηστική απόλυσή του και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε ως άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά τα ανωτέρω, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη με τους σχετικούς λόγους έφεσης και πρέπει να εξαφανιστεί. . .".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατέληξε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), είναι έγκυρη και ακολούθως δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, απέρριψε την τελευταία ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, αφενός μεν ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφετέρου δε με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται ότι από οικονομοτεχνικούς λόγους η αναιρεσίβλητη προέβη σε αναδιάρθρωση του τμήματος ζαχαροπλαστικής της επιχείρησής της, στο οποίο απασχολείτο ο αναιρεσείων, ως αρχιζαχαροπλάστης, με κατάργηση της μοναδικής θέσης εργασίας της ειδικότητας του τελευταίου, ενώ σταδιακά μέσα στους επόμενους δέκα πέντε (15) μήνες, με την αποχώρηση και των δυο τελευταίων εργαζόμενων στο τμήμα ζαχαροπλαστικής, προέβη στην ολοσχερή κατάργηση του τμήματος ζαχαροπλαστικής.
Η ανάθεση της παρασκευής, προμήθειας και παρουσίασης των προϊόντων ζαχαροπλαστικής, έγινε με σύμβαση έργου στο Δ. Α., ο οποίος ανέλαβε να παρασκευάζει στις εγκαταστάσεις του και να αποστέλλει στην αναιρεσίβλητη επιχείρηση προϊόντα ζαχαροπλαστικής, με μειωμένο συνολικό κόστος για την αναιρεσίβλητη, σε ποσοστό 51% έως 54%.
Εξάλλου, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, η διαπίστωση ή μη της συνδρομής του ως άνω λόγου καταγγελίας, καθώς και η καταχρηστικότητα ή μη του σχετικού δικαιώματος, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής ενστάσεως του εργοδότη επί αγωγής του εργαζομένου για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Θέμα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και των κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος ως απολυτέου, δεν τίθεται, διότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης αυτή οφείλεται στην κατάργηση της μοναδικής θέσης αρχιζαχαροπλάστη στην επιχείρηση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος, ως αλυστιτελώς προβαλλόμενος.
Σημειώνεται μάλιστα, ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προτάθηκε στον αναιρεσείοντα, πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να παραμείνει εργαζόμενος με μειωμένες αποδοχές ως απλός ζαχαροπλάστης, πρόταση που αρνήθηκε ο εργαζόμενος - αναιρεσείων και ακολούθησε η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση α) συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, β) ότι καταργήθηκε η θέση του αρχιζαχαροπλάστη και γ) ότι προτάθηκε σε αυτόν να παραμείνει εργαζόμενος ως απλός ζαχαροπλάστης, με μειωμένες αναλόγως αποδοχές, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔικ. διότι α) δεν εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1264/1982 ως εκ της οποίας είναι άκυρη η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως εργασίας, λόγω της ιδιότητος του αναιρεσείοντος ως συνδικαλιστικού στελέχους, διότι δεν προηγήθηκε απόφαση της Επιτροπής του άρθρ. 15 του ιδίου νόμου που ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα αυτής ως εκ της φύσεως της εργασίας του ως αρχιζαχαροπλάστη, β) δεν τηρήθηκε η αρχή αναλογικότητας ως προς την επιλογή των απολυτέων εργαζόμενων και γ) δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες α) ως προς το ζήτημα της κατάργησης της θέσης του αρχιζαχαροπλάστη, που κατείχε ο ενάγων - αναιρεσείων και σταδιακά όλου του τμήματος ζαχαροπλαστικής της επιχείρησης και β) ως προς την εφαρμογή, εν προκειμένω, της αρχής της αναλογικότητας, κατά την ορθή επιλογή αυτού, ως απολυτέου.
Οι λοιπές αιτιάσεις α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εσφαλμένα ότι συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι και β) ότι του προτάθηκε να παραμείνει εργαζόμενος ως απλός ζαχαροπλάστης και ότι αυτός δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, πλήττουν την ουσία της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, οδηγούν σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
4.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.12.2021 και με αριθμό κατ. 80/9/5.1.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4001/21.9.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ