Legislator Case Law & Legislation
499/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming factual assessment error regarding debt repayment and damages. Appeal rejected as inadmissible for attacking uncontrollable fact-finding. Defendant ordered to pay costs.

Case Number 499/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision on a fuel sales dispute. The appellant argued the lower court erred in fact-finding by finding damages instead of accepting a contractual offset, but the court ruled this actually attacked the uncontrollable evaluation of evidence. Consequently, the appeal was declared inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) CP; Art. 561(1) CP: An appeal based on Art. 559(19) CP is inadmissible if it actually attacks the court's uncontrollable evaluation of evidence rather than a legal error in applying a specific provision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence factual assessment contractual offset legal costs Code of Civil Procedure uncontrollable fact-finding

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AΠ 335/2019
ΟλΑΠ 24/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 499 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 499/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "CORAL ΑΕ" (πρώην "SHELL HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3403/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 859/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/7/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε έχει καταθέσει δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε για τη συζήτηση της αναιρέσεως κατά την παρούσα δικάσιμο της 16-11-2020 με επίδοση σ' αυτήν του δικογράφου της αναιρέσεως στις 11-9-2020 από τον δικαστικό επιμελητή Ν.

Ρ., κατόπιν παραγγελίας του εφοδιασμένου με πληρεξουσιότητα, για την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης, δυνάμει του υπ' αριθ. …/….7.2019 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αταλάντης Ευσταθίας Ρίζου - Ανεστοπούλου, δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γεωργίου Νίκα. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανίστηκε, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 αρθμ.1 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ.859/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την υπ' αρθμ. 3403/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε εκδοθεί ερήμην του δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 127.861,23 ευρώ.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο...Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων της κατά τόπον αρμοδιότητας, διότι τέτοιος λόγος δεν αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη (ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 661/2004, ΑΠ 1529/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και όχι από τον αριθ.8), αιτιώμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή ερείδετο επί των διατάξεων περί αδικοπραξιών και όχι επί αυτών, περί εμπορικής συνεργασίας και πώλησης και εντεύθεν δέχθηκε ότι υπήρχε κατά τόπον αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Αθηνών για την εκδίκαση της διαφοράς ως εκ του τόπου τέλεσης της αδικοπραξίας, ενώ κατά τόπον αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Λαμίας (Πολυμελές Πρωτοδικείο και Εφετείο), όπου βρίσκεται η κατοικία του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως επί παραβάσεως των κανόνων της κατά τόπον αρμοδιότητας.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1330/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων (εναγόμενος) με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος ότι κατά την εκτίμηση των εκτιθέμενων στην ένδικη αγωγή πραγματικών περιστατικών, δέχτηκε, ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) ζήτησε την καταβολή του ποσού των 127.861,23 ευρώ ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη που τέλεσε αυτός σε βάρος της, ενώ εκείνη ζήτησε την καταβολή του άνω ποσού με βάση σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και πώλησης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 ΚΙΊολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε σ' αυτήν τα εξής: Οτι με τον Ι. Κ., αδελφό του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) είχε συνάψει την από 1-4-2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας για τη λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων στην ..., στην οποία συμβλήθηκε και αυτός (εναγόμενος) ως εγγυητής, ότι ο εναγόμενος της απέκρυψε με πρόθεση το θάνατο του Ι.

Κ., που συνέβη στις 13-10-2006 και συνέχισε να λειτουργεί το πρατήριο, παραγγέλοντας προϊόντα από αυτή, ότι αυτή, αγνοώντας το θάνατο του αντισυμβαλλομένου της, εκτελούσε τις παραγγελίες του εναγομένου, ο οποίος έκανε χρήση του ονόματος του αποβιώσαντος αδελφού του σαν να ήταν εν ζωή, ότι έτσι ο εναγόμενος, λαμβανομένου υπόψη και ότι στις 6-3-2007 στη σύμβαση αναγνωρίσεως και ρυθμίσεως οφειλής, μεταξύ αυτής και του Ι.

Κ., στην ένδειξη "ο πρατηριούχος" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του αποβιώσαντος Ι. Κ., παραπλάνησε αυτή, η οποία έχοντας την πεποίθηση, ότι εξακολουθούσε η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μετά του Ι. Κ. να είναι σε ισχύ, μέχρι και την 21-7-2008, που κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, παρέδωσε διαδοχικά και ο εναγόμενος παρέλαβε τα αναλυτικά αναφερόμενα κατ'είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος υγρά καύσιμα, συνολικής αξίας ποσού 134.583,27 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ και εξέδωσε τα αντίστοιχα, ομοίως αναλυτικά αναφερόμενα, τιμολόγια-δελτία αποστολής στο όνομα του Ι.

Κ. από το οποίο ο εναγόμενος, μετά μερική καταβολή, συνεχίζει να οφείλει το ποσό των 127.861,23 ευρώ και με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ποσό των 127.861,23ευρώ με το νόμιμο τόκο. Τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, είναι σαφές ότι θεμελιώνουν βάση αγωγής, ερειδόμενη επί των διατάξεων περί αδικοπραξιών των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτή τα ουσιώδη στοιχεία για την πλήρωση του πραγματικού τους, δηλαδή η παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου, η ζημία της ενάγουσας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της συμπεριφοράς του εναγομένου. Επομένως, το Εφετείο, που με βάση το σύνολο των ως άνω εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών προέβη, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και δέχθηκε ότι αυτή ερείδεται επί των διατάξεων περί αδικοπραξιών, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ανεξαρτήτως ότι η ενάγουσα επεκαλείτο διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό αυτών και συγκεκριμένα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και πώλησης.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρθμ. 11 α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος(ΑΠ 1588/2007, ΑΠ 702/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 α ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι αυτός οφείλει το ποσό των 127.861 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, στο οποίο προσδιόρισε τη ζημία της, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ήτοι την μηχανογραφική καρτέλα της αναιρεσίβλητης του χρονικού διαστήματος 1/1/2008-31/12/2008, η οποία συντασσόταν από την ίδια, χωρίς αυτός να λαμβάνει γνώση των γενομένων χρεωπιστώσεων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό στοιχείο (μηχανογραφική καρτέλα) που λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο παραπάνω από τη διάταξη του αρθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (AΠ 335/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος ειδικότερα για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, της οφειλής του ποσού των 127.861 ευρώ, καθόσον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων παρέβη τη συμβατική του υποχρέωση προς εξόφληση του τιμήματος των πωληθέντων σ' αυτόν καυσίμων, στη συνέχεια καταλήγει ότι αυτός ζημίωσε παράνομα και υπαίτια την αναιρεσίβλητη και ότι της οφείλει συνεπεία της αδικοπραξίας το ποσό των 127.861 ευρώ, ενώ έπρεπε να δεχθεί την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξοφλήσεως της αναιρεσίβλητης, καθόσον οι γενόμενες προς την τελευταία χρηματικές καταβολές αφορούσαν τις ένδικες πωλήσεις.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.859/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ