499/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24059/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2509/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ως άνω ήδη αναιρεσείουσες με την από 6/7/2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 535/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ως άνω δεύτερη ήδη αναιρεσείουσα με την από 16/12/2014 κλήση της.
Legislator headnote
AI generated499/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε άλλα όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται, επίσης, η συζήτηση, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 450/2017).
Full text
Απόφαση 499 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αστικής Εταιρίας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24059/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2509/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ως άνω ήδη αναιρεσείουσες με την από 6/7/2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 535/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ως άνω δεύτερη ήδη αναιρεσείουσα με την από 16/12/2014 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 20/11/2003 έκθεση του του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε άλλα όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται, επίσης, η συζήτηση, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 450/2017).
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 720/2017, ΑΠ 592/2017). Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 450/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείουσες, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 τελ.
εδ. ΚΠολΔ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι κατά της 2509/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 6.7.2002 αίτηση αναίρεσης. Με την από 19.3.2004 κλήση τους, επανέφεραν για συζήτηση την ως άνω αναίρεση, λόγω ματαίωσης της συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 1.12.2003.
Με την 535/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης που έγινε στη δικάσιμο της 22.1.2007. Ακολούθως, με την από 16.12.2014 κλήση της δεύτερης αναιρεσείουσας, προσδιορίστηκε συζήτηση της άνω αναίρεση, και αρχική δικάσιμος ορίστηκε αρμοδίως η 16 Νοεμβρίου 2015, οπότε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την 9.5.2016 και εκ νέου, κατά τη δικάσιμο αυτή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Όμως, ενόψει του ότι οι αναιρεσείουσες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση και δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, αφού ούτε το παριστάμενο εφεσίβλητο κατέθεσε προτάσεις με προσκομιδή είτε του επιδοθέντος σ' αυτό αντίγραφου της κλήσης με τον ορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, από το οποίο να προκύπτει ποιος δίνει την παραγγελία για επίδοση της κλήσης, ούτε προσκομίζονται εκθέσεις επιδόσεως της κλήσης από τον επισπεύδοντα στους λοιπούς διαδίκους, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της κλητεύσεως ή μη των απολειπομένων αναιρεσειουσών κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, ώστε να ερευνηθεί στη συνέχεια αν οι αναβολές από το πινάκιο ισχύουν ως προς αυτές ως κλήτευση για τις μετά την αναβολή δικασίμους.
Κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, καθώς και την πρώτη μετ' αναβολή ως άνω δικάσιμο, η μεν πρώτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, η δε δεύτερη παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Αντωνιάδη στην αρχική και Ιωάννη Κοντούλα στην μετά την αναβολή. Όμως, δεν προκύπτει νόμιμη παράσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας κατά τις ως άνω δικασίμους, δηλαδή ότι οι δικηγόροι που την εκπροσώπησαν είχαν πληρεξουσιότητα, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105, 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, που δόθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση στα πρακτικά συνεδριάσεως, έλλειψη η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.
Έτσι η από το πινάκιο αναβολή και η εγγραφή της υπόθεσης στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6.7.2002 αίτησης για αναίρεση της 2509/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ