Legislator Case Law & Legislation
499/2017 AI generated

499/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 499/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ανακοίνωση δίκης: Ανώνυμη Εταιρεία εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Legislator headnote

AI generated

499/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημειώνεται εδώ ότι, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985 "για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων", η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο αρχικά με την υπ’ αριθμ. .../31-3-1988 Κοινή Υπουργική Απόφαση, στη συνέχεια με το Ν. 1961/1991 και τέλος με το Ν. 2251/1994 "1.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 499 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 499 /2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Ανακοίνωση δίκης: Ανώνυμη Εταιρεία εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/9/2007 και 25/10/2007 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 15/2/2008 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 14/7/2008 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1782/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8/7/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1562/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1782/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 545/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 28/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 545/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 18-2-2009 έφεσης του αναιρεσείοντος, καθώς και επί της από 4-3-2009 έφεσης της εταιρείας "...", (κατά της οποίας δεν στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης), μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1562/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 1782/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί των ως άνω εφέσεων κατά της υπ’ αριθμ. 320/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 25-9-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω εταιρείας και είχε απορριφθεί η από 25-10-2007 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (ΑΠ 362/2008).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4 στοιχείο α’ , 6 §§ 1, 5 και 6, 7 §§ 1 και 2 του Ν. 2251/ 1994, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή.

Η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 4 εδ. α’ του Ν. 2251/1994 είναι ευρεία, καθώς καταλαμβάνει, κατά το γράμμα του, κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση, για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική. Ελαττωματικό είναι όχι το προϊόν που έχει ελαττώματα ή στερείται των συμφωνημένων ιδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 534 Α.Κ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτό τίθεται σε κυκλοφορία και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε.

Η ως άνω θεσπισθείσα με τον Ν. 2251/1994 ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (αρ. 14 παρ. 5 Ν. 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση.

Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του αρ. 6 του Ν. 2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος του (παρ. 1) και απαλλάσσεται, αν αποδείξει τη συνδρομή ορισμένων αρνητικών προϋποθέσεων (παρ. 8). (ΑΠ 1343/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 § 2 εδ. α’ Ν. 2251/1994, "Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα", ενώ ως παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας, σύμφωνα με την § 3 του ίδιου ως άνω άρθρου που ορίζει ότι "Όποιος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας ευθύνεται όπως ο παραγωγός".

Σημειώνεται εδώ ότι, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985 "για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων", η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο αρχικά με την υπ’ αριθμ. .../31-3-1988 Κοινή Υπουργική Απόφαση, στη συνέχεια με το Ν. 1961/1991 και τέλος με το Ν. 2251/1994 "1.

Ως "παραγωγός" θεωρείται ο κατασκευαστής ενός τελικού προϊόντος, ο παραγωγός κάθε πρώτης ύλης ή ο κατασκευαστής ενός συστατικού καθώς και κάθε πρόσωπο του εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή κάθε άλλο διακριτικό του σημείο. 2. Με την επιφύλαξη της ευθύνης του παραγωγού, οποιοσδήποτε εισάγει στην Κοινότητα ένα προϊόν για πώληση, μίσθωση, leasing ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διανομής στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας, θεωρείται ως παραγωγός του κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας και υπέχει ευθύνη παραγωγού.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι κατά πλάσμα δικαίου, ως παραγωγός θεωρείται και ο εισαγωγέας, το πρόσωπο δηλαδή το οποίο με σκοπό την πώληση, εκμίσθωση leasing ή άλλης μορφής διάθεση στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εισάγει ένα προϊόν στην Κοινότητα από τρίτη χώρα και κατά συνέπεια, όποιος διακινεί προϊόντα μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευθύνεται μόνο ως προμηθευτής.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 575/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 ΑΚ, "αν ο πωλητής ή τρίτος έχει παράσχει εγγύηση για το πράγμα που πουλήθηκε, ο αγοραστής έχει, έναντι εκείνου που εγγυήθηκε, τα δικαιώματα που απορρέουν από τη δήλωση της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται σε αυτήν ή τη σχετική διαφήμιση, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του που πηγάζουν από το νόμο".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν η εγγύηση έχει παρασχεθεί από τρίτον, δεν είναι νοητή υπαναχώρηση του αγοραστή από τη σύμβαση της πώλησης, αφού ο τρίτος είναι ξένος προς αυτήν, αλλά έχει μόνο δικαίωμα να απαιτήσει από τον τελευταίο τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πωληθέντος πράγματος ή την αποζημίωση του (ΑΚ 543).

Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, ο ήδη αναιρεσείων, με την από 25-10-2007 αγωγή, που άσκησε σε βάρος της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ιστορούσε, ότι η τελευταία είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα του γερμανικού βιομηχανικού οίκου παραγωγής αυτοκινήτων "...", που κατασκευάζει αυτοκίνητα ...

και εισάγει στην Ελλάδα τα αυτοκίνητα, αναλαμβάνοντας την αποκλειστική ευθύνη της καλής κατασκευής και λειτουργίας αυτών και παρέχοντας διετή εγγύηση από την ημέρα της πρώτης κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, σύμφωνα με την οποία υποχρεώνεται να επισκευάζει κάθε ελάττωμα που εμφανίζεται, μέσα στην ανωτέρω διετία, χωρίς δαπάνες του αγοραστή, ή να προβαίνει στην αντικατάσταση του ή ακόμη και στην επιστροφή του τιμήματος που κατέβαλε ο αγοραστής, σε περίπτωση νόμιμης υπαναχώρησης του τελευταίου, ότι στις 27-11-2006 αγόρασε από την εξουσιοδοτημένη από την εναγομένη, εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." ένα αυτοκίνητο κατασκευής του ανωτέρω εργοστασίου, την καλή κατασκευή και ανυπαρξία ελαττωμάτων επί του οποίου εγγυήθηκε για μία διετία η αναιρεσίβλητη, ότι, ωστόσο μέσα στο χρόνο της διετίας, το αυτοκίνητο παρουσίασε σημαντικά και αλλεπάλληλα ελαττώματα, με αποτέλεσμα να υπαναχωρήσει της πώλησης και να ασκήσει κατά της πωλήτριας εταιρείας την από 25-9-2007 αγωγή, με την οποία ζήτησε από αυτήν, λόγω υπαναχώρησης του από τη σύμβαση, την επιστροφή του ποσού των 55.410 ευρώ, που κατέβαλε για την αγορά του αυτοκινήτου, καθώς και το ποσό των 9.400 ευρώ, ως περαιτέρω ζημία του και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής και ειδικότερα, ποσό 3.200 ευρώ, το οποίο δαπάνησε για να μεταβεί από τους τόπους που βρισκόταν στο συνεργείο της εναγομένης, τις τρεις φορές που εμφανίστηκε το πρόβλημα, ποσό των 1.200 ευρώ για τη σύνταξη, σήμανση και κοινοποίηση στην εναγομένη των δύο εξώδικων δηλώσεων που της έχει απευθύνει και ποσό 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπρακτική, εκτός των άλλων, συμπεριφορά της εναγομένης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή και, όπως το αίτημα αυτής τράπηκε νόμιμα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, είναι μη νόμιμη, τόσο ως προς την ενδοσυμβατική, όσο και ως προς τη αδικοπρακτική βάση της. Συγκεκριμένα, όσον μεν αφορά την ενδοσυμβατική βάση της αγωγής, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, τόσο ως προς το κονδύλιο των 55.410 ευρώ, που αφορά επιστροφή καταβληθέντος τιμήματος, μετά την άσκηση υπαναχώρησης, όσο και ως προς τα κονδύλια των 3.200 ευρώ και 1.200 ευρώ, που αφορούν περαιτέρω ζημίες, δοθέντος ότι οι διάδικοι δεν συνδέονται με συμβατικό δεσμό και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή υπαναχώρηση του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση, ο οποίος έχει μόνο δικαίωμα να απαιτήσει τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πωληθέντος αυτοκινήτου ή την αποζημίωση του, αξιώσεις που δεν ασκούνται στην προκειμένη περίπτωση.

Ούτε, εξάλλου, μπορεί να θεωρηθεί "ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. 2251/1994, καθόσον η αναιρεσίβλητη, εισαγωγέας αυτοκινήτων σε χώρα της Κοινότητας από άλλη χώρα της Κοινότητας, δεν θεωρείται παραγωγός και κατά συνέπεια οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

Τέλος, η αγωγή όσον αφορά την βάση της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο δικόγραφο της περιστατικά θεμελιωτικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την πληττόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση, 1 και όχι 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 25-10-2007 αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία, αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα του Γερμανικού Βιομηχανικού Οίκου παραγωγής αυτοκινήτων "...", να του καταβάλει τα ποσά των 55.410 και 9.400 ευρώ, λόγω της υπαναχώρησης του από τη σύμβαση πώλησης ενός αυτοκινήτου, που κατάρτισε με την εταιρεία "...", δεδομένου ότι αυτό σχεδόν αμέσως μετά την παράδοση του σ’ αυτόν εμφάνισε ουσιώδη ελαττώματα, τα οποία το καθιστούσαν ακατάλληλο, αλλά και επικίνδυνο κατά την οδήγηση, ως, μη νόμιμη.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 14-4-2015 αίτηση του Α. Ν., προς αναίρεση της 545/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ