Legislator Case Law & Legislation
499/2011 AI generated

499/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 499/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 499 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2011

Legislator headnote

AI generated

499/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 499 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 499 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Α. Ν., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ... κι 3. Α. συζ. Σ. Μ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σκουζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 14-2-2005 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4189/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8606/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 25-8-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την υπ.αρ. 8755Β/4-6-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Χ. την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 10-10-2008 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης με κλήση προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτόν. Όμως ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τ'άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α και γ ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ "όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η βούληση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".

Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της αποφάσεως που καταδικάζει σε δήλωση βουλήσεως τον οφειλέτη. Προϋπόθεση είναι αφ'ενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφ'ετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της.

Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απ'ευθείας από το νόμο. Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, ήτοι γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας συμβάσεως, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη.

Η τελευταία αυτή αγωγή μπορεί να εγερθεί και στην περίπτωση που είχε προσυμφωνηθεί να πωληθεί πράγμα το οποίο, κατά το χρόνο καταρτίσεως του προσυμφώνου, δεν ανήκει στην κυριότητα του προσυμφωνήσαντος-πωλητή, γιατί η συμφωνία πωλήσεως ακόμα και ξένου πράγματος, παρόλο που αποτελεί περίπτωση αρχικής υποκειμενικής αδυναμίας, είναι έγκυρη και ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να αποκτήσει το πράγμα και να παραδώσει τη νομή τούτου στον αγοραστή.

Ακόμη προκειμένου μία συμφωνία να χαρακτηρισθεί ως προσύμφωνο, δεν είναι ανάγκη να δηλώνεται πανηγυρικά η υποχρέωση που αναλαμβάνεται με αυτό για τη σύναψη της κυρίας σύμβασης, αλλά αρκεί αυτή να προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενό της. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο υπόκειται στον τύπο που ορίζει ο νόμος για την κυρία σύμβαση που πρέπει να συναφθεί.

Σε αντίθετη περίπτωση, η σχετική σύμβαση είναι άκυρη κατ'άρθρο 159 ΑΚ και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Σύμφωνα με τα άρθρα 369 και 1033 ΑΚ για την πώληση και τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου. Επομένως, στον τύπο αυτό υποβάλλεται και το προσύμφωνο, το οποίο αφορά τέτοια σύμβαση.

Κατά συνέπεια, αφού η αγωγή από το άρθρο 949 ΚΠολΔ προϋποθέτει υποχρέωση του εναγόμενου από σύμβαση ή απευθείας από το νόμο, δεν επιτρέπεται καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του εναγομένου που συμφώνησε άτυπα την πώληση ακινήτου, διότι η συμφωνία αυτή για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο λόγω της ακυρότητας της θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όταν τα περιστατικά υποβάλλονται σ'αυτό, διότι οι διατάξεις για τον τύπο των δικαιοπραξιών είναι δημοσίας τάξεως. Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του", συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέως (οφειλέτης) του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ'αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου δια της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου.

Από την ίδια παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως μπορεί να ασκηθεί και πλαγιαστικά. Τέλος η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/98).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει στην από 18-10-2004 αγωγή της, όπως το περιεχόμενο της επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), α)ότι ύστερα από προφορική συμφωνία που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο συμφώνησε με αυτόν, να μετάσχει τυπικά εκείνος (πρώτος εναγόμενος) ως πλειοδότης στον αναγκαστικό πλειστηριασμό που επέσπευδε σε βάρος του στην αγωγή περιγραφομένου ακινήτου της ο δανειστής της Ν.

Ρ. (δεν είναι διάδικος στην ένδικη διαφορά), στην δε περίπτωση που εκείνος (πρώτος εναγόμενος) αναδεικνυόταν τελευταίος πλειοδότης και το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο της κατεκυρούτο σ'αυτόν, ο τελευταίος αναλάμβανε την υποχρέωση να της επαναμεταβιβάσει κατά κυριότητα το εν λόγω ακίνητο με ταυτόχρονη καταβολή σ'αυτόν εκ μέρους της του πλειστηριάσματος και των εξόδων εκτελέσεως.

β)Ότι ο πρώτος εναγόμενος μετέσχε πράγματι στον πλειστηριασμό αυτό και ανεδείχθη πλειοδότης, κατακυρώθηκε δε στο όνομα του το πλειστηριασθέν ακίνητό της, αντί πλειστηριάσματος 66.110.000 δραχμών, για το σκοπό δε αυτό εκδόθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού η σχετική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, την οποία και μετέγραψε ο τελευταίος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βούλας.

γ)Ότι έναντι του πλειστηριάσματος και των εξόδων εκτελέσεως συνολικού ποσού 66.234.000 δραχμών, αυτή κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο, σ'εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας τους, το ποσό των 20.000.000 δραχμών, πλην όμως ο τελευταίος, παρά τα συμφωνηθέντα, όχι μόνο δεν προέβη στην κατά τ'ανωτέρω συμφωνηθείσα αναμεταβίβαση σ'αυτήν, της κυριότητας του εν λόγω πλειστηριασθέντος ακινήτου της, αλλά αντίθετα, με το 1228/03 νομίμως μεταγραφέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου Πειραιώς Παρασκ.Δασκαλάκη, το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη τω εναγομένων και ήδη δεύτερο και τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους οι οποίοι τελούσαν σε γνώση του περιεχομένου της προαναφερόμενης συμφωνίας που είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα κυρίως μεν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σε αυτήν την κυριότητος του εν λόγω πλειστηριασθέντος ακινήτου της με την ταυτόχρονη καταβολή σ'αυτούς και εκ μέρους της, του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού (135.685 ευρώ) και, επικουρικά, για την περίπτωση που οι τελευταίοι δεν εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους αυτή, να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να της καταβάλουν νομιμοτόκως, το ποσό των 834.465 ευρώ που αντιπροσωπεύει τη ζημιά που υπέστη, λόγω της εκ μέρους των τελευταίων, υπαίτιας αδυναμίας προς εκπλήρωση της συμβάσεως.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη επικυρώνοντας έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, "καθόσον αναφορικά με την κύρια βάση της, και κατά το μέρος που στρέφεται έναντι του πρώτου εναγόμενου, όπως η ίδια-ενάγουσα- ομολογεί στην αγωγή της η, οερί αναμεταβιβάσεως σ'αυτήν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, συμφωνία που συνήψε με τον τελευταίο, ήταν προφορική και ως εκ τούτου άκυρη.

Κατά συνέπεια...η προφορική αυτή συμφωνία δεν μπορεί να θεμελιώσει την από το άρθρο 949 ΚΠολΔ αγωγή, η οποία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση, τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο εν λόγω πρώτος εναγόμενος έχει ήδη μεταβιβάσει το επίδικο στους δεύτερο και τρίτη εξ αυτών και συνακόλουθα αυτό, έχει εκφύγει της κυριότητάς του".

Εξάλλου και κατά το μέρος που η αγωγή στρέφεται κατά του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων, κατά την εν λόγω κύρια βάση της, επίσης, δεν είναι νόμιμη, "καθόσον για την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, απαιτούνται οι αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας προϋποθέσεις, την ύπαρξη των οποίων όμως, ουδόλως επικαλείται με την αγωγή της η ενάγουσα.

Ως εκ τούτων, και η σωρευόμενη επικουρική βάση της αγωγής, η οποία προϋποθέτει την βασιμότητα της κύριας βάσης, δεν είναι νόμιμη και πρέπει ν'απορριφθεί". Έτσι, που εκρινε το Εφετείο ορθά εκτίμησε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική της βάση, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 153, 158, 211, 216, 217 παρ.2, 297, 335, 369, 410, 713, 719, 959 και 1033 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Τούτο δε γιατί αναφορικά με την κυρία βάση της και σε σχέση με τον πρώτο εναγόμενο τα πιο πάνω στην αγωγή αναφερόμενα περιστατικά και ειδικότερα το γεγονός ότι ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να αποκτήσει με δικά του χρήματα ο ίδιος την κυριότητα του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου και στη συνέχεια να τη μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα και όχι να αποκτήσει το ακίνητο για λογαριασμό της τελευταίας, θεμελιώνουν δικαίωμα αυτής εκ προσυμφώνου μεταβιβάσεως ακινήτου, για την εγκυρότητα του οποίου απαιτείται η κατάρτισή του με συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 166, 158, 159, 369 και 1033 ΑΚ και όχι δικαίωμα της ίδιας από σύμβαση εντολής.

Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αρ.1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ πλημμέλεια αναφορικά με την παραβίαση του άρθρου 949 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως εκ του δικονομικού χαρακτήρα της αμέσως πιο πάνω διάταξης. Ο δεύτερος επίσης λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης δεν ιδρύει τον από την πιο πάνω διάταξη λόγο αναίρεσης.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "διότι με την προσβαλλόμενη απορρίπτεται κακώς και χωρίς αιτιολογία ο ισχυρισμός της περί κακής πίστης των υπολοίπων εναγομένων (β'και γ'), καίτοι όπως προέβαλε με τις προτάσεις της αποδείχθηκε πλήρως ότι αυτοί σε κάθε περίπτωση εγνώριζαν, λόγω της στενής τους γνωριμίας με τον α'τούτων, την μεταξύ αυτής και τούτου συμφωνία". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, γιατί το Εφετείο, όπως στον ίδιο αναφέρεται, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση της Π. Α.Ν. συζ. Γ. Κ. για αναίρεση της 8606/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ