Supreme Court quashes lower court decision for failure to consider abuse of right defense in co-ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's decision regarding a co-ownership dispute over two properties. The appellants argued that the defendants' prolonged inaction and failure to assert ownership rights constituted an abuse of right, a defense the lower court ignored. The Court ruled that this defense was material to the case outcome and its omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559(8b) of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is abusive when prior conduct creates a legitimate belief in the obligor that the right will not be asserted, and the lower court must consider such defenses if they substantially affect the trial's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 499 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1Α χας Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ1Β του Χ1, κατοίκου ..., 3. ..., το γένος Χ1, κατοίκου ..., 4. .... το γένος Χ1, κατοίκου ... και 5. ..., το γένος Χ1, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλαχογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., 2. ..., 3. .... χας Θ1Γ, 4. ...., το γένος Θ1Γ, 5. ... κατοίκων ..., 6. Θ1Δ, κατοίκου ..., 7. Ψ1Α χας Ψ1, , κατοίκου ..., 8. ... του Ψ1, κατοίκου ..., 9. ... το γένος Ψ1, κατοίκου ..., 10. Θ1Ε, το γένος Θ1Α, κατοίκου..., 11. ...., το γένος Θ1Ζ, 12. ..., το γένος Θ1Ζ και 13. ... του Θ1Ζ, κατοίκων ..... Οι 1ος, 2ος, 3η, 4η, 5η, 6ος και 9η εκπροσωπήθηκαν: 1. από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιόπη Νταφοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Βαζάκα. Οι 7η, 8ος, 10η, 11η, 12η και 13ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1999 αγωγή των ήδη εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2000 μη οριστική, 21/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 152/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ..., ..., ..., ..., ..., από ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ... και της ...έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, με την σ` αυτό πράξη ορισμού δικασίμου της 21-11-2007 και κλήση για συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους έβδομη, όγδοο, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατο τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Ψ1Α χήρα Ψ1, ... του Ψ1, Θ1Ε, ...του Θ1Ζ, ...του Θ1Ζ και ... του Θ1Ζ. Επομένως, εφόσον οι εν λόγω διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη νόμιμη μετ' αναβολή από το οικείο πινάκιο δικάσιμο (19-11-2008) κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν αυτοί παρόντες (άρθρ. 226 παρ.4 εδ. α, β, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 479 ΚΠολΔ, κατά την οποία, στην αγωγή διανομής το δικαστήριο προσδιορίζει τη μερίδα κάθε κοινωνού, τα αντικείμενα που πρέπει να διανεμηθούν και τις απαιτήσεις κάθε κοινωνού από την κοινωνία, καθώς και από τη συνεισφορά, σαφώς προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται στο περιεχόμενο της απόφασης, που δέχεται την αγωγή διανομής και διατάσσει τη διανομή του επικοίνου, ως προς τη μερίδα κάθε κοινωνού, τα αντικείμενα της διανομής και τις αξιώσεις κάθε κοινωνού που απορρέουν από την κοινωνία και τη συνεισφορά.
Εξάλλου, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, από δε τις διατάξεις των άρθρων 983, 1872 παρ.1, 1846 του ίδιου Κώδικα συνάγεται, ότι με τον θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου.
Περαιτέρω,, από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 984 επ. και 994 ΑΚ, που εφαρμόζονται για την ταυτότητα του λόγου και επί κληρονομιαίων ακινήτων, προκύπτει, ότι ο συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει τούτο στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού τους καταστήσει γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό ως κύριος.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη αγωγή περί διανομής κοινών ακινήτων : 0 Θ1, που απεβίωσε στις ..., είχε στην κυριότητά του, κατά το χρόνο του θανάτου του, τα περιγραφόμενα στην απόφαση επίδικα ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια...., και ειδικότερα, 1) ένα οικόπεδο, εμβαδού 171 τ.μ.
με την σ' αυτό οικία, εμβαδού 45 τ.μ., 2) ένα οικόπεδο, εμβαδού 390 τ.μ., με την σ' αυτό σταυλαποθήκη, εμβαδού 30 τ.μ. με στέγη από λαμαρίνα, 3) ένα οικόπεδο εμβαδού 359 τ.μ., 4) ένα οικόπεδο στη θέση "...",εμβαδού 3.250 τ.μ, με τα σ' αυτό παλαιά κτίσματα τριών σταυλαποθηκών, 5) ένα αγρό στη θέση "...", εμβαδού 22.454 τ.μ., 6) ένα αγρό στη θέση "..." και 7) ένα αγρό στη θέση "κλεισμένο".
Ο ανωτέρω αποβιώσας κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Θ1Α, κατά τα 4/28 εξ αδιαιρέτου, τα τέκνα του Θ1Β, Θ1Γ, Θ1Δ, Ψ1, Θ1Ε και Χ1, κατά τα 3/28 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, και τα τέκνα του προαποβιώσαντος γιου του Θ1Ζ, ..., ... και ..., κατά το 1/28 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Το έτος 1985 απεβίωσε η Θ1Α χήρα Θ1 καικληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Θ1Γ, Θ1Δ, Ψ1, Θ1Ε και Χ1 κατά τα 7/168 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα και τα τέκνα του προαποβιώσαντος γιου της Θ1Ζ, ..., ...
και..., κατά τα 2/168 από τον καθένα. Το έτος 1988 απεβίωσε η Θ1Β και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της ... και ...,κατά τα 3/56 εξ αδιαιρέτου από το καθένα. Το έτος 1987 απεβίωσε ο Θ1Γ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του ..., κατά 25/672 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του ... και ..., κατά τα 75/1344 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία .
Το έτος 1992 απεβίωσε ο Ψ1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ψ1Α, κατά τα 25/672 εξ αδιαιρέτου, και τα τέκνα του ... και ..., κατά τα 75/1344 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. 'Έτσι οι ανωτέρω διάδοχοι του Θ1, δηλ. οι εκκαλούντες και οι πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι, έγιναν συγκύριοι των ανωτέρω ακινήτων, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 216/4032 καθένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες, 150/4032 η τρίτη ενάγουσα, 225/4032 καθεμία από τις τετάρτη και πέμπτη ενάγουσες, 600/4032, ο έκτος ενάγων, 150/4032 η έβδομη ενάγουσα, 225/4032 καθένας από τους όγδοοκαι ένατη ενάγοντες, 600/4032 καθένας από τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους και 200/4032 καθένας από τους τρίτο, τέταρτη και πέμπτο εναγομένους.
Και τούτο, διότι οι προαναφερθέντες διάδικοι αποδέχθηκαν τις επαχθείσες σ' αυτούς κληρονομίες, με τις μνημονευόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, που. έχουν μεταγραφεί νομίμως και με την έκδοση και μεταγραφή των μνημονευόμενων κληρονομητηρίων. Αντιθέτως οι τρίτη έως ένατη των εναγομένων -εφεσιβλήτων δεν απέδειξαν την ένσταση τους περί ιδίας αποκλειστικής κυριότητας, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων της αγωγής με αριθμούς 1,2 και 4.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, είναι αβάσιμος κατ' ουσία και απορριπτέος ο ισχυρισμός των τρίτης, τετάρτης και πέμπτουτων εναγομένων ότι απέκτησαν αποκλειστική κυριότητα επί του υπ' αριθ. 1 ακινήτου και επί τμήματος 500 τ.μ. εκ του υπ' αριθμ.4 ακινήτου, διότι αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος τους Θ1Ζ ουδέποτε έλαβε την νομή των ακινήτων αυτών με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του Θ1, αλλά ούτε γνωστοποίησαν οι εφεσίβλητοι αυτοί στους άλλους συγκυρίους των κοινών ακινήτων την πρόθεσή τους να νέμονται αυτά για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό και κατά το ποσοστό συγκυριότητας των άλλων συγκυρίων, χωρίς οι τελευταίοι να εναντιωθούν.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των έκτου έως ενάτης των εναγομένων ότι αυτοί απέκτησαν, με έκτακτη χρησικτησία, αποκλειστική κυριότητα επί του υπ' αριθμ. 2 ακινήτου και του υπολοίπου (πέραν των 500 τ.μ.) τμήματος του υπ' αριθμ. 4 ακινήτου, ως νεμηθέντες αυτά οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχος τους Χ1 από το έτος 1967 μέχρι το έτος 1994, κατόπιν άτυπης παραχωρήσεως αυτών στο δικαιοπάροχό τους από τον πατέρα του Θ1.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι oι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά τα άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, καθόσον αυτοί αμέσως μετά την επαγωγή των κληρονομιών προέβησαν σε διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους (αποδοχές κληρονομιών, μεταγραφές, επιδίωξη κατ' επανάληψη της εξώδικης διανομής των επιδίκων ακινήτων),όπως με το ...
ειδικό πληρεξούσιο η πρώτη εναγομένη καθώς και η μητέρα και γιαγιά των διαδίκων Θ1Α χήρα Θ1 διόρισαν ειδικό πληρεξούσιό τους τον Ψ1, προκειμένου αυτός να προβεί μαζί με τους άλλους συγκληρονόμους σε εκούσια διανομή της όλης περιουσίας που περιήλθε σ' αυτούς από την κληρονομία του Θ1, ενώ αν είχε χωρίσει άτυπη παραχώρηση και ο Θ1Ζ και Χ1 είχαν λάβει τη νομή των υπ' αριθ. 1,2 και 4 ακινήτων έπρεπε να εξαιρεθούν της εξώδικης διανομής τα ακίνητα αυτά.
Βεβαίως, οι ενάγοντες έβλεπαν την επισκευή και συντήρηση των κτισμάτων που υπάρχουν στα επίδικα, καθώς και την ανέγερση διαφόρων αποθηκών για την καλύτερη λειτουργικότητα και οικονομική αξιοποίησή τους, δεν έφεραν όμως αντίρρηση, λόγω των ηθικών δεσμών που υπήρχαν μεταξύ τους. Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο,ότι οι εναγόμενοι δεν συμφωνούν σε εξώδικη διανομή των επίδικων κοινών ακινήτων και ότι η αυτούσια διανομή τους είναι προδήλως ανέφικτη, εν όψει του αριθμού των διανεμητέων ακινήτων, της ιδιότητας αυτών ως κληροτεμαχίων και του αριθμού των διαδίκων κοινωνών, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, η οποία είχε κρίνει βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση ιδίας κυριότητας επί των ως άνω με αριθμούς 1, 2, 4 επίκοινων ακινήτων, που προβλήθηκε από τους τρίτη, τετάρτη και πέμπτη των ήδη αναιρεσειόντων και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή και διέταξε την αυτούσια διανομή όλων των επίκοινων ακινήτων με πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό και τη διανομή του πλειστηριάσματος, κατά το ποσοστό συγκυριότητας κάθε διαδίκου, όπως αυτά πιο πάνω αναφέρονται.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, προέβη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε προσδιορισμό των μερίδων, επί των διανεμητέων ακινήτων, των αναιρεσιβλήτων και της πρώτης των αναιρεσειόντων, όχι όμως και των λοιπών αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους δε διέλαβε στην απόφαση καμία αιτιολογία αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα, αν κατέστησαν συγκύριοι των επίκοινων ακινήτων από κληρονομία του (αρχικού εναγομένου) Χ1 και κατά ποίο ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 479 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, όπως εκτιμήθηκε, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του άρθρου αυτού που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες), είναι βάσιμος. Αντίθετα, το δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας, επί των επίκοινων με αριθ.2, 4 (πλην ενός τμήματος 500 τ.μ.) ακινήτων, την οποία είχαν προβάλλει οι τέσσερις τελευταίοι των αναιρεσειόντων, με τις παραδοχές ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εν λόγω διαδίκων ότι απέκτησαν αποκλειστική κυριότητα επί των ως άνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία ως νεμηθέντες αυτά, από το έτος 1967 μέχρι το έτος 1994 κατόπιν άτυπης παραχώρησής τους από τον απώτερο δικαιοπάροχο Θ1 στον άμεσο δικαιοπάροχό τους Χ1, η οποία δεν έλαβε χώρα, διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές μεν, πλήρεις όμως, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν ευχερή τον έλεγχο των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045, 1051 ΑΚ που δεν εφαρμόσθηκαν.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, επίσης από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, διότι δεν αναφέρεται, δυνάμει ποίας σχέσης ο δικαιοπάροχός των ανωτέρω αναιρεσειόντων Χ1 είχε την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση των ανωτέρω ακινήτων, ποία είναι τα κτίσματα που οι αναιρεσείοντες ανήγειραν στα ως άνω ακίνητα και ποίοι οι ηθικοί δεσμοί που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων, οι οποίο εμπόδισαν τους ενάγοντες να φέρουν αντιρρήσεις για τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσαν οι αναιρεσείοντες επί των ακινήτων αυτών, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ., που έχει εφαρμογή και επί δικών διανομής κοινού πράγματος, η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική και όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή η διαμορφωθείσα εξαιτίας της, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, πραγματική κατάσταση, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση του δικαιώματος ή να επάγονται την απόσβεσή του, καθιστούν την μεταγενέστερη άσκησή του μη ανεκτή, ως τείνουσα στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρόν με επακόλουθες δυσμενείς για τον υπόχρεο συνέπειες, εφόσον από την συμπεριφορά του δικαιούχου, συναρτώμενη με εκείνη του υποχρέου, έχει δημιουργηθεί ευλόγως στον υπόχρεο η πεποίθηση πως δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει πως οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι προέβαλε πρωτοδίκως, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής περί διανομής κοινών ακινήτων, και επανέφεραν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προς απόκρουση της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, επικουρικώς, για την περίπτωση που απορριφθεί η περί ιδίας κυριότητάς τους ένστασή τους επί των ανωτέρω, με αριθ.2,4 επίκοινων ακινήτων, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων, αναφορικά με τα εν λόγω, με αριθ.2,4 ακίνητα, διότι, ειδικότερα, σύμφωνα με αυτήν, με την συμπεριφορά τους, που αποδείχθηκε από τα περιστατικά που αναλύονται στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου, την πάροδο τόσων πολλών ετών και τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν υπό τα όμματά τους, εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση τόσο στον αποβιώσαντα δικαιοπάροχό τους Χ1, όσο και στους ίδιους ότι οι αντίδικοι, και αν ακόμη είχαν κάποιο δικαίωμα στα δύο αυτά ακίνητα, δεν θα το ασκούσαν.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ενώ απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, περί κατάχρησης δικαιώματος, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στην έρευνα της οποίας δεν προχώρησε. Επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Επειδή, συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, πρώτου, πρώτο μέρος και δεύτερου, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 152/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ