499/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 13 Σεπτεμβρίου 2000 πρόσθετης παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1711/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4030/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/12/2002 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανάγνωσε την από 25 Ιουλίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated499/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις παραγράφους 5 και 6 του ίδιου παραπάνω άρθρου τα ειδικά σχολεία και οι μονάδες ειδικής αγωγής, που κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του νόμου αυτού υπάγονται στην αρμοδιότητα ή εποπτεία του Υπ. Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, ιδρύονται με Π.Δ/τα τα οποία καθορίζουν την οργάνωση και λειτουργία τους, όπως και την κατάταξή τους σε βαθμίδα εκπαίδευσης, χρόνο φοιτήσεως, τίτλους σπουδών κ.λ.π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 499 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους Τάσο Μπάνο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : ..... , η οποία παραστάθηκε με τη δικηγόρο της Άννα Τσίτουρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 13 Σεπτεμβρίου 2000 πρόσθετης παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1711/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4030/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/12/2002 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανάγνωσε την από 25 Ιουλίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 32 παρ. 3 και 4 του Ν. 1566/1985 «δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» στα άτομα που έχουν ειδικές ανάγκες παρέχεται δωρεάν από το κράτος σε δημόσια σχολεία ειδική αγωγή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση.
Η εκπαίδευση αυτή παρέχεται είτε σε κανονικά σχολεία όπου εντάσσονται τα άτομα ειδικών αναγκών, είτε σε ειδικές τάξεις, τμήματα ή ομάδες που λειτουργούν μέσα σε κανονικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις ή τμήματα παρατήρησης που λειτουργούν με σκοπό τη βαθύτερη διάγνωση δύσκολων περιπτώσεων και εφαρμόζουν ειδικά προγράμματα, είτε σε ειδικά νηπιαγωγεία και σε αυτοτελή ειδικά σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είτε σε ειδικά σχολεία, ειδικές τάξεις ή τμήματα ή ομάδες που λειτουργούν ως παραρτήματα σε νευροψυχιατρικά, ορθοπεδικά νοσοκομεία και κλινικής ή ιατροπαιδαγωγικά κέντρα ή θεραπευτικά καταστήματα ανηλίκων, είτε σε ειδικές επαγγελματικές σχολές ή σε ειδικά τμήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης μέσα σε κανονικά σχολεία καθώς και σε ειδικά επαγγελματικά εργαστήρια είτε σε οποιονδήποτε χρόνο και χώρο εκτός της οικογενείας ιδίως σε θεραπευτήρια χρονίων παθήσεων ή θεραπευτικά καταστήματα ανηλίκων, όπου τα νήπια, τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν για οποιονδήποτε λόγο ειδικές συνθήκες διαβίωσης.
Με τις παραγράφους 5 και 6 του ίδιου παραπάνω άρθρου τα ειδικά σχολεία και οι μονάδες ειδικής αγωγής, που κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του νόμου αυτού υπάγονται στην αρμοδιότητα ή εποπτεία του Υπ. Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, ιδρύονται με Π.Δ/τα τα οποία καθορίζουν την οργάνωση και λειτουργία τους, όπως και την κατάταξή τους σε βαθμίδα εκπαίδευσης, χρόνο φοιτήσεως, τίτλους σπουδών κ.λ.π.
Στις παραγράφους 2, 5 και 6 του άρθρου 35 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι για τη στελέχωση των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως χρησιμοποιείται εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά περίπτωση ως και ειδικό προσωπικό των κλάδων ψυχολόγων, επιμελητών, εργασιοθεραπευτών και κοινωνικών λειτουργών.
Οι διατάξεις που ισχύουν για το εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολείων ιδιωτικής εκπαίδευσης εφαρμόζονται αναλόγως και στο εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολικών μονάδων ειδικής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Στο προσωπικό που υπηρετεί στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως καταβάλλεται κατά μήνα και για όλο το έτος επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας ίσο με 30% των μηνιαίων αποδοχών του κατωτέρου μισθολογικού κλιμακίου του εισαγωγικού βαθμού κάθε κλάδου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 10 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 2470/1997 «αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» που σύμφωνα με το άρθρο 33 του νόμου αυτού ισχύει από 1.1.1997, διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος τα ειδικά επιδόματα του εκπαιδευτικού προσωπικού μειονοτικών σχολείων και σχολείων ειδικής αγωγής, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το παραπάνω επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας καταβάλλεται στο εκπαιδευτικό και στο ειδικό προσωπικό που απασχολείται μόνο σε σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, μετά δε την ισχύ του Ν. 2470/1997 το παραπάνω επίδομα καταβάλλεται μόνο στο εκπαιδευτικό προσωπικό.
Προκειμένου περί δημοσίων σχολικών μονάδων το επίδομα καταβάλλεται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, στη τελευταία όμως περίπτωση πρέπει να εξομοιώνεται βαθμολογικά ή μισθολογικά με τους δημοσίους υπαλλήλους. Στις ιδιωτικές σχολικές μονάδες το επίδομα καταβάλλεται όταν με διάταξη ουσιαστικού νόμου ή συμβατικώς το προσωπικό έχει μισθολογική αντιστοιχία με τους δημόσιους υπαλλήλους.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 2 του ΒΔ 579/1971 σκοπός του Σικιαριδείου Ιδρύματος Απροσαρμόστων Παιδιών είναι η ψυχοπαιδαγωγική και κοινωνιοθεραπευτική μέριμνα του εξελίξιμου απροσάρμοστου παιδιού που υστερεί νοητικά, η επάνοδός του στην οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία μετά τη βελτίωση και την αποθεραπεία του.
Ειδικότερα σκοπός του είναι η στοιχειώδης ειδική προσχολική και σχολική εκπαίδευση και η επαγγελματική καθοδήγηση και εκπαίδευση του παιδιού όταν φθάσει στην εφηβική ηλικία και καταστεί δυνατή η προσαρμογή του στις πραγματικές συνθήκες εργασίας. Ότι η λειτουργία του ιδρύματος διέπεται από εσωτερικό κανονισμό με τον οποίο κατανέμονται οι αρμοδιότητες σε κλάδους και τμήματα (κοινωνικής θεραπευτικής, εργασιοθεραπείας, ψυχολογίας, κοινωνικής υπηρεσίας κ.λ.π.) όπου υπηρετούν ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδαγωγοί, εκπαιδευτικοί κ.λ.π.
Ότι το προσωπικό του ιδρύματος έχει εξομοιωθεί και βρίσκεται σε μισθολογική αντιστοιχία με τους δημόσιους υπαλλήλους βάσει της από 20.11.1989 συμβάσεως εργασίας, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ιδρύματος και του συλλόγου των εργαζομένων, χωρίς μεν να τηρηθούν οι διατυπώσεις του ισχύοντος τότε Ν 3229/1955, αλλά η οποία δεσμεύει το Ίδρυμα ως σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.
Ότι η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 18.3.1976 ως κοινωνική θεραπεύτρια με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αποχώρησε στις 18.4.99 λόγω συνταξιοδοτήσεως. Ότι είναι διπλωματούχος βρεφοκόμος, η δε εργασία της συνίστατο στην εκπαίδευση των τροφίμων του ιδρύματος, που μεταξύ άλλων περιελάμβανε και ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γεωγραφία, κοινωνική αγωγή, ιστορία κ.λ.π., δηλαδή παρείχε στους τροφίμους ειδική αγωγή και επαγγελματική εκπαίδευση και τους δίδασκε κάποιο επάγγελμα αναλόγως με τις δυνατότητες που τους επέτρεπε να έχουν η συγκεκριμένη πάθησή τους.
Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη εργαζόταν για την πραγματοποίηση των σκοπών του ιδρύματος σε μονάδα ειδικής αγωγής και επαγγελματικής τεχνικής εκπαίδευσης των τροφίμων του και αμειβόταν με βάση το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση, δικαιούται το ένδικο επίδομα δυσμενών συνθηκών του άρθρου 35 παρ.6 του Ν 1566/1985.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο επί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρ. 35 παρ. 6 Ν 1566/1985 και 10 παρ. 1 εδαφ. β' Ν 2470/1997, καθόσον δεν περιλαμβάνονται στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης περί του εάν :
α)στο παραπάνω ίδρυμα λειτουργούσε σχολική μονάδα ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως β)η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε στην εν λόγω σχολική μονάδα ως εκπαιδευτικό ή ειδικό προσωπικό και μάλιστα για το χρονικό διάστημα μετά την 1-1-1997 ως εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι στην ουσία τους, οι σχετικοί πρώτοι και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Σε βάρος της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1975.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 4030/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα πέντε (295) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ