498/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated498/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 29/15-2-2022 Πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, επειδή, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, διαπιστώθηκε, μετά τη συζήτηση αυτής, αδυναμία έκδοσης αποφάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 498 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 498/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 695/2009 μη οριστική και 99/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 29/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την υπ' αριθμ. 29/15-2-2022 Πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, επειδή, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, διαπιστώθηκε, μετά τη συζήτηση αυτής, αδυναμία έκδοσης αποφάσεως.
Με την κρινόμενη από 23/6/2017 (αριθμ. καταθ. ...-6-2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 99/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της 877/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνε δεκτή η ασκηθείσα αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει το ποσό των 33.207,75€.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει επίδοση της ως άνω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και δεν παρήλθε, μέχρι την άσκησή της, η προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο για την άσκησή της (βλ. το αναφερόμενο στην πράξη καταθέσεώς της υπ'αριθμ.15256648795708250053 e-παράβολο), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, αφ'ενός μεν, για την ορισθείσα το πρώτον συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 15-10-2018 υπήρξε νόμιμη επίδοσή της προς την αναιρεσίβλητη (βλ.
υπ' αριθμ. .../28-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιά Κ. Τ.) και, επειδή αυτή δεν εμφανίστηκε, η διαδικασία προχώρησε νομίμως παρά την απουσία της (ΚΠολΔ 576 - ΑΠ 68/2023, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 608/2021), αφ'ετέρου δε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οι διάδικοι (ειδικότερα δε, ως προς την αναιρεσίβλητη ...", η οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, "...") κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως (βλ.
από 3-3-2022 και 15-4-2022, αντιστοίχως, εκθέσεις επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π.) και η νέα συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης (ΑΠ 337/2021, ΑΠ 936/2018, 869/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 555/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1551/2022).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, η αντιφατικότητα, πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1376/2011). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 610/2022).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεως τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (Ολ.
ΑΠ 31/1997, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 248/2014, ΑΠ 1352/2011). Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός), καθοριστικό, όμως, στοιχείο είναι ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών (ΑΠ 83/2023, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009].
Περαιτέρω, η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα.
Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 253/2022, ΑΠ 1524/1991, ΑΠ 79/1995). Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ) χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.
Πάντως, το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 Κ.Πολ.Δ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.
Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (ΑΠ 83/2023, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 97/2020, ΑΠ 1087/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως (υπό 1 Α'και Β'), η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, το δικαστήριο της ουσίας, πλημμελώς ερμήνευσε το νόμο και προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν κρίνοντας ότι η επίδικη σχέση δεν υπάγεται στις διατάξεις των άρθρ. 361, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 667 ΕμπΝ, ήτοι τις νομοθετικές διατάξεις που εισάγουν στην ελληνική έννομη τάξη, θεσπίζουν και ρυθμίζουν την έννοια και λειτουργία του αλληλόχρεου ή ανοιχτού ή τρεχούμενου λογαριασμού, όπως η ίδια προέβαλε, τόσο με το δικόγραφο των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και με το εφετήριο και τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου - μέσω ενστάσεως αοριστίας και ουσία και νόμω αβασίμου της αγωγής- και, ειδικότερα, προέβαλε ότι η επίδικη σχέση στηρίζεται στις διατάξεις του αλληλόχρεου (ανοικτού) λογαριασμού, γεγονός που επάγεται αφενός αοριστία της αγωγής καθ' ο μέρος επιδιώκεται η επιδίκαση κονδυλίων επιμέρους συναλλαγών αντί του ορθού που θα ήταν η διεκδίκηση του καταλοίπου και, λόγω της έλλειψης αναγνωρίσεως αυτού, υπήρχε ανάγκη παράθεσης των αναλυτικών στοιχείων χρεοπιστώσεων, με συνέπεια, λόγω μη υπάρξεως, όπως εκτιμάται, αυτών, να υφίσταται νομική και ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής.
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρία διατηρεί στην Αθήνα επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία πλαστικών ειδών και στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής διατηρούσε με την εδρεύουσα στο ...
εναγόμενη εταιρία σχέση εμπορικής συνεργασίας από το έτος 1997 μέχρι και το έτος 2003, που διακόπηκε οριστικά η συνεργασία τους. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα η ενάγουσα πωλούσε και παρέδιδε στην αντίδικό της, με τη σύναψη διαδοχικών ανεξάρτητων συμβάσεων πώλησης, τα εμπορευόμενα από αυτήν είδη, αντί του εκάστοτε συμφωνηθέντος τιμήματος, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια-δελτία αποστολής, το οποίο (τίμημα) είχε συμφωνηθεί να πιστώνεται (ολικά ή μερικά) και να καταβάλλεται με την παραλαβή των πωληθέντων ειδών, οπότε θα καθίστατο απαιτητό και ληξιπρόθεσμο.
Η αποπληρωμή του οφειλόμενου τιμήματος, βάσει της συμφωνίας των μερών, γινόταν με τμηματικές καταβολές είτε σε μετρητά είτε με την παράδοση και ακολούθως εξόφληση μεταχρονολογημένων συνήθως επιταγών, εκδόσεως της εναγομένης ή πελατών της, οι οποίες κάλυπταν ολικώς ή μερικώς το τίμημα περισσότερων προηγηθεισών συμβάσεων πωλήσεως, χωρίς όμως ποτέ να υπερκαλύπτουν τη συνολική οφειλή.
Οι διάδικες εταιρίες προς παρακολούθηση των δοσοληψιών τους τηρούσαν την αντίστοιχη καρτέλα πελάτη και προμηθευτή, στη χρέωση των οποίων καταχωρούνταν η αξία των εκδιδόμενων για τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεων τιμολογίων, στην πίστωση δε οι διενεργούμενες από την εναγομένη καταβολές χρημάτων και παραλαβή - παράδοση επιταγών έκδοσής της ή πελατών της και η αξία των εκδιδόμενων γιάχ-ΖΕ3] τις επιστροφές προϊόντων τιμολογίων.
Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν στην αρχή, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, παρά μόνο η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως με πίστωση του τιμήματος, για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των οποίων τηρούνταν απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, βασικά γνωρίσματα του οποίου ήταν ότι η εναγομένη είχε πάντοτε την ιδιότητα της οφειλέτιδας και ποτέ της δανείστριας, ότι οι καταβολές της είτε σε μετρητά είτε με την παράδοση μεταχρονολογημένων κατά το πλείστον επιταγών δεν κάλυπταν την αξία των πωληθέντων κάθε φορά προϊόντων, αλλά γινόταν έναντι λογαριασμού, ήτοι απέναντι στις απαιτήσεις της ενάγουσας, που δημιουργούνταν εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, χωρίς οι καταχωριζόμενες χρεώσεις να αποβάλουν την αυτοτέλειά τους, ώστε να οφείλεται και να μπορεί να επιδιωχθεί μόνο το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού, μετά το κλείσιμό του.
Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδεικνύεται από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της μάρτυρος της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία οι εξοφλητικές καταβολές της αγοράστριας δεν γινόταν ανεξάρτητα από το ύψος της οφειλής και ποτέ δεν κάλυπταν το υφιστάμενο χρεωστικό υπόλοιπο, έτσι ώστε να μην είναι καταρχήν εκ των προτέρων γνωστό το πρόσωπο του τελικού οφειλέτη καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους.
Εξάλλου, και ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης δεν κατέθεσε για ύπαρξη ρητής ή έστω σιωπηρής παρεπόμενης ρυθμιστικής συμφωνίας των διαδίκων για υπαγωγή σε αλληλόχρεο λογαριασμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, που θα προέκυπταν από τις μεταξύ τους όλες συναλλαγές, προϋπόθεση απαραίτητη για την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού, έτσι ώστε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού να επιδιώκεται μόνο το κατάλοιπο αυτού.
Επομένως, καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων η εναγομένη έφερε την ιδιότητα της αγοράστριας, που παρήγγειλε και αγόραζε εμπορεύματα και εντεύθεν της οφειλέτιδας του καταβλητέου τιμήματος που καταχωρούνταν στο λογαριασμό, η δε ενάγουσα έφερε την ιδιότητα της πωλήτριας και εντεύθεν της δανείστριας του τιμήματος, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι παρασχέθηκε στα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων και αποστολών και από τις δύο πλευρές ανεξάρτητα από το ύψος της οφειλής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν μεταξύ τους, κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2003 έως 19.11.2003, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη τα παρακάτω αναφερόμενα πλαστικά είδη, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος συνολικής αξίας, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α.
των εκδοθέντων τιμολογίων, όπως αυτός καθορίσθηκε και βάρυνε την εναγόμενη αγοράστρια, 34.563,56 ευρώ. Ειδικότερα, πώλησε και παρέδωσε: α) στις 24.10.2003, 44.688 φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 4.565,00 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ....10.2003 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, β) στις 03.11.2003, 44.688 φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 4.565,00 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ....11.2003 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, γ) στις 05.11.2003, 98.952 φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 10.108,20 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ...05.11.2003 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, δ) στις 05.11.2003, 44.688 φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 4.565,00 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ...05.11.2003 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, ε) στις 12.11.2003, 44.688 φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 4.565,00 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. .../12.11.2003 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, στ) στις 13.11.2003, 44.688 φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 4.565,00 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. .../13.11.2003 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, ζ) στις 19.11.2003, φιάλες ΡΕΤ 330 ML (διάφανη λουξ αναψυκτικού), συνολικής αξίας μετά' αναλογούντος ΦΠΑ 1.630,36 ευρώ, εκδοθέντος του υττ' αριθμ. .../19.11.2003' τιμολογίου-δελτίου αποστολής.
Ακολούθως, η ενάγουσα χορήγησε προς την εναγόμενη τα με αριθμούς ….2003 και …./2003 πιστωτικά τιμολόγια, αξίας 394,21 ευρώ και 13,27 ευρώ αντίστοιχα και συνεπώς η οφειλή της τελευταίας εκ των ανωτέρω τιμολογίων διαμορφώθηκε σε 34.156,08 ευρώ. Το συμφωνημένο τίμημα πιστώθηκε ολοσχερώς και, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη συμφωνία τους, έπρεπε να καταβληθεί με την παραλαβή των πωληθέντων ειδών, οπότε αυτό θα καθίστατο απαιτητό και ληξιπρόθεσμο, έναντι δε του εν λόγω οφειλόμενου τιμήματος η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 1.355,81 ευρώ, απομένοντος ως υπόλοιπο οφειλόμενου τιμήματος το ποσό των 33.207,75 (34.156,08-1.355,81) ευρώ.
Τις πωλήσεις και την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων καθώς και την αξία αυτών, συνομολογεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στο σύνολό τους. Όμως, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρότεινε την καταλυτική της αγωγής ένσταση εξόφλησης του διεκδικούμενου από την ενάγουσα με την αγωγή της ποσού και την ένσταση αυτή επαναφέρει με σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής της στο δικαστήριο τούτο.
Εξειδικεύοντας δε περαιτέρω την ένδικη καταβολή η εναγομένη επικαλείται, ότι το σύνολο της οφειλής της προς την ενάγουσα μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας τους περί τα τέλη του έτους 2003, προερχόμενη τόσο από τις προηγούμενες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης, όσο και από τις επίδικες, ανήρχετο στο ποσό των 209.796,36 ευρώ και ότι προς εξόφλησή της παρέδωσε στην ενάγουσα στις 12.11.2003 μία επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 90.000,00 ευρώ και στις 10.02.2004, 20.04.2004,17.05.2004 και 22.06.2004 επιταγές της ίδιας Τράπεζας ποσού 120.000,00 ευρώ, 30.000,00 ευρώ, 30.000,00 ευρώ και 29.796,35 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 299.796,35 ευρώ, οι οποίες έχουν όλες εισπραχθεί από την ενάγουσα.
Την παράδοση και την είσπραξη των εν λόγω επιταγών δεν αμφισβητεί ειδικά η ενάγουσα συναγομένης έτσι, σε συνδυασμό και με το σύνολο των ισχυρισμών της, σιωπηρής της ομολογίας (...............) και επομένως παρέλκει η εκ νέου αναφορά και αναγραφή καθεμιάς από τις επιταγές αυτές. Ωστόσο, από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι με τις επιταγές αυτές εξοφλήθηκε το σύνολο των μέχρι τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων οφειλών, συμπεριλαμβανομένου και του ένδικου τιμήματος, της εναγομένης προς την ενάγουσα.
Αντίθετα, από τη ρητή κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας-υπαλλήλου της, έχουσας ιδία γνώση, προκύπτει ότι το τίμημα από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως δεν εξοφλήθηκε και εξακολουθεί να το οφείλει η εναγομένη, ενώ και από τον μάρτυρα της τελευταίας υπάλληλο-λογιστή της, κατατέθηκε, μεταξύ άλλων, επί λέξει "...υπάρχει περίπτωση κάτι να μην έχουμε καταχωρήσει...", από τη συναξιολόγηση δε των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κρίνεται ότι στην τηρούμενη από την εναγομένη καρτέλα δεν καταχωρήθηκε κάποια συναλλαγή και εσφαλμένα καταχωρήθηκε ως πραγματική καταβολή η παράδοση ορισμένων επιταγών, που όμως δεν πληρώθηκαν (βλ.
και την με αριθμό …09.10.2014 έκθεση ελέγχου λογιστικής πραγματογνωμοσύνης) και συνεπώς η συνολική οφειλή της προς την ενάγουσα, τόσο από τις προηγούμενες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης, όσο και από τις επίδικες, ανέρχονταν μέχρι την ολοκλήρωση της συνεργασίας τους σε ύψος μεγαλύτερο από την αξία των επιταγών που παραδόθηκαν στην ενάγουσα και εισπράχθηκαν απ' αυτήν.
Εξάλλου, η αξιοπιστία του μάρτυρος ανταπόδειξης πλήττεται, όταν ενόρκως εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταθέτει ότι, κατόπιν προφορικής συνεννόησης με τον οικονομικό διευθυντή της ενάγουσας Π. Κ., επιβεβαιώθηκε το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής της εναγομένης μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας των μερών και παραδόθηκαν στην ενάγουσα οι άνω επιταγές προς ολοσχερή εξόφλησή της, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα έγγραφη αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτή προς τον ΟΑΕΔ, ο ανωτέρω Π.
Κ. αποχώρησε από την εργασία του στις 19.11.2002. Αλλά και όταν η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη στις 21.12.2004 την από 09.12.2004 εξώδικη διαμαρτυρία-όχληση-πρόσκλησή της (βλ. την με αριθμό ...21.12.2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Κ. Ρ.), με την οποία της έκανε αναφορά για την εκ μέρους αυτής (εναγομένης) οφειλή του επίδικου τιμήματος των 33.207,75 ευρώ απορρέουσα από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης και της δήλωνε ευθέως ότι, αν δεν την εξοφλήσει εντός τριών ημερών από τη λήψη της, προτίθεται να επιδιώξει με κάθε νόμιμο μέσο την είσπραξή της, η εναγομένη δεν απάντησε στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία-όχληση- πρόσκληση της ενάγουσας, προκειμένου να αποκρούσει τους αναφερόμενους σ' αυτή ισχυρισμούς της τελευταίας, ενέργεια στην οποία ασφαλώς σε κάθε περίπτωση προέβαινε - και μάλιστα άμεσα - εάν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και το ακριβές ήταν ότι κατόπιν συμφωνίας τους και παράδοσης των συγκεκριμένων επιταγών εκ μέρους της είχε αποσβεστεί ολοσχερώς η οφειλή της προς την ενάγουσα.
Ούτε, εξάλλου, παρίσταται λογικό να παραδίδει η εναγομένη στην ενάγουσα επιταγές συνολικής αξίας 299.796,36 (90.000,00+209.796,26) ευρώ προς απόσβεση οφειλής της ύψους 209.796,36 ευρώ μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας τους, αφού η έκδοση ή η μεταβίβαση των μεταχρονολογημένων επιταγών εκ μέρους της γίνονταν για την κάλυψη του τιμήματος εμπορευμάτων που αυτή είχε ήδη αγοράσει και παραλάβει και απλώς αναλάμβανε να εξοφλήσει το τίμημα σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως γίνεται συνήθως σε όλες τις συναλλαγές αυτού του είδους, ούτε ασφαλώς το επιπλέον ποσό των 90.000,00 ευρώ θα μπορούσε να αφορά προκαταβολή μελλοντικών αγορών, διότι, πέραν του ότι κάτι τέτοιο είναι εκτός συναλλακτικών συνηθειών και το σύνηθες είναι η μετά την παράδοση των εμπορευμάτων έκδοση ή μεταβίβαση επιταγών (μεταχρονολογημένων ή μη) γιατί η προπληρωμή των εμπορευμάτων ενέχει μεγάλο επαγγελματικό κίνδυνο, η συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε οριστικά στα τέλη του έτους 2003.
Αλλά και ούτε η εναγομένη, που επικαλείται την απόσβεση (και) των επίδικων οφειλών της ύψους 33.207,75 ευρώ με παράδοση στην ενάγουσα και στη συνέχεια είσπραξη πολλών επιταγών συνολικού ύψους 299.796,36 ευρώ, απέδειξε με μαρτυρική κατάθεση ή με προσκομιδή εγγράφου ότι, είτε βάσει συμφωνίας των μερών είτε κατόπιν ασκήσεως του προσδιοριστικού δικαιώματος της, με κάποια ή κάποιες από τις επιταγές αυτές και με ποια ή ποιες συγκεκριμένα εξοφλήθηκαν τα ένδικα επιμέρους ποσά, ώστε να αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι πράγματι οι καταβολές αυτές αντιστοιχούν και έγιναν για την ένδικη οφειλή και επέφεραν την απόσβεσή της.
Αλλά και στην προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Κ. Ξ. δεν αναφέρεται ότι οι επίδικες οφειλές εξοφλήθηκαν από την εναγομένη, αντίθετα ο πραγματογνώμονας κατά τη διενέργεια του ελέγχου όλων των στοιχείων που τέθηκαν στη διάθεσή του (καρτέλες, τιμολόγια, επιταγές κλπ), διαπιστώνει παραλείψεις και ελλιπείς ή λανθασμένες λογιστικές εγγραφές στην καρτέλα της εναγομένης από την έναρξη της συνεργασίας των μερών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το οφειλόμενο εκ μέρους της προς την ενάγουσα ποσό ανέρχεται σε 33.207,75 ευρώ, δηλαδή όσο ακριβώς και το διεκδικούμενο από αυτήν με την ένδικη αγωγή της ποσό.
Τα υποστηριζόμενα από την εναγομένη ότι το ποσό αυτό δεν απορρέει από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης, από την ανώμαλη εξέλιξη των οποίων ζητείται χρηματική παροχή, αλλά ανάγεται σε όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, δεν κρίνονται βάσιμα, διότι ο πραγματογνώμονας δεν καταλογίζει τις εκάστοτε καταβολές της εναγομένης σε συγκεκριμένες ανεξόφλητες απαιτήσεις της ενάγουσας, που δημιουργούνταν εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, τις οποίες η τελευταία, εφόσον δεν προέκυψε ότι η εναγομένη όριζε κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, καταλόγιζε στα προγενέστερα από τα επίδικα χρέη της προς αυτήν, ως αρχαιότερα.
Εξάλλου, από το παρόν δικαστήριο δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, κατά το προβαλλόμενο από την εναγομένη-εκκαλούσα αίτημα, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, για τα ίδια ή παρεμφερή θέματα, για τα οποία είχε διαταχθεί η ως άνω πραγματογνωμοσύνη, καθόσον η επανάληψη της πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται, όταν η αρχική πραγματογνωμοσύνη έχει ατέλειες ή ασάφειες και το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις για ελέγξει το περιεχόμενο της αρχικής γνωμοδοτήσεως, η ορθότητα της οποίας αμφισβητείται κατά τρόπο που κλονίζει το δικαστήριο (................), προϋποθέσεις που εν προκειμένω δεν συντρέχουν.
Ούτε άλλωστε προέκυψε ανάγκη επέκτασης τούτης και σε άλλα θέματα, ώστε να κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης ή συμπλήρωση αυτής από τον ίδιο ή άλλους πραγματογνώμονες (..................). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση εξόφλησης της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, αντίθετα ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως αβάσιμα παραπονείται για την απόρριψή της η εναγομένη, ως εκκαλούσα, με την έφεσή της, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη των αντίστοιχων (3ου, 4ου, 6ου και 7ου) λόγων, εκτιμώμενων ενιαία, της ένδικης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμων.
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, έτσι όπως εκτιμάται, η εκκαλούσα ψέγει την εκκαλουμένη, διότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, ήτοι εάν η επίδικη οφειλή απορρέει ή όχι από τις επικαλούμενες από την ενάγουσα συμβάσεις πωλήσεως, δεν εκτίμησε ορθώς την κατάθεση του μάρτυρός της, ούτε προσέδωσε την ανάλογη σημασία σε αντίστοιχη κατάθεση της μάρτυρός της αντιδίκου της.
Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η εκτίμηση των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του (...............). Σε κάθε δε περίπτωση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και στα λοιπά έγγραφα, που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις μαρτυρικές καταθέσεις.
Με τον όγδοο λόγο της εφέσεώς της, όπως εκτιμάται, η εκκαλούσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών και συγκεκριμένα ότι, ενώ η ενάγουσα είχε το βάρος της αποδείξεως της επίδικης οφειλής, εν τούτοις εσφαλμένα μετέθεσε το βάρος της αποδείξεώς της στην ίδια (εναγομένη) και απέρριψε την ένστασή της περί εξοφλήσεως της επίδικης οφειλής.
Ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι με αυτήν έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, διότι η ενάγουσα, που έφερε το δικονομικό βάρος απόδειξης της ιστορικής της βάσης της, ανταποκρίθηκε σ' αυτό, ενώ η εναγομένη δεν απέδειξε την ουσιαστική βασιμότητα της υπ' αυτής προβληθείσας ένστασης εξοφλήσεως.
Ενόψει όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, θα πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Επομένως, εφόσον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αφ'ενός μεν, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση κανόνα δικαίου, αιτιώμενη ότι έσφαλε μη απορρίπτοντας την αγωγή, δεχόμενο ότι δεν υπήρχε εν προκειμένω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, είτε γιατί δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στον ορθό κανόνα δικαίου, είτε λόγω αοριστίας, αφού οι απαιτήσεις της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης στηρίζονταν, κατά τους ισχυρισμούς της, σε αλληλόχρεο λογαριασμό και η ενάγουσα δεν επικαλείτο κλείσιμο του λογαριασμού αυτού και ποιο ήταν το οριστικό του κατάλοιπο, αφ'ετέρου δε, το δικαστήριο της ουσίας (δευτεροβάθμιο) δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πως υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, παρά μόνο καταρτίστηκαν διαδοχικές ανεξάρτητες συμβάσεις πωλήσεως με πίστωση του τιμήματος, για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των οποίων τηρούνταν απλός δοσοληπτικός λογαριασμός (βασικά γνωρίσματα του οποίου ήταν ότι η εναγόμενη είχε πάντοτε την ιδιότητα της οφειλέτιδας και ποτέ της δανείστριας και ότι οι καταβολές της είτε σε μετρητά είτε με την παράδοση μεταχρονολογημένων κατά το πλείστον επιταγών δεν κάλυπταν την αξία των πωληθέντων κάθε φορά προϊόντων, αλλά γινόταν έναντι λογαριασμού, ήτοι απέναντι στις απαιτήσεις της ενάγουσας, που δημιουργούνταν εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, χωρίς οι καταχωριζόμενες χρεώσεις να αποβάλουν την αυτοτέλειά τους, ώστε να οφείλεται και να μπορεί να επιδιωχθεί μόνο το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού, μετά το κλείσιμό του), ο εκτιμώμενος ενιαίως λόγος αυτός (υπό 1 Α'και Β') της αίτησης αναίρεσης, υπαγόμενος στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, αφού ερείδεται στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, αρκούμενο σε διαφορετικά στοιχεία και λιγότερα από αυτά που απαιτεί ο νόμος (πρβλ.
ΑΠ 5/2020) για τη θεμελίωσή της, που, κατά την αναιρεσείουσα, αφορούσε σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού και όχι διαδοχικές ανεξάρτητες συμβάσεις πωλήσεως με πίστωση του τιμήματος. Τούτο δε καθόσον, οι παραδοχές αυτές του Εφετείου δεν πληρούν τις προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με το εννοιολογικό περιεχόμενο τέτοιας σύμβασης (πρβλ.
ΑΠ 253/2022), ειδικότερα δε ως προς το καθοριστικό αυτής στοιχείο ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων δεν θα επιδιώκονταν μεμονωμένα αλλά θα φέρονταν σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονταν, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών, όπως εκτέθηκε στις πιο πάνω νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, ενώ, αντιθέτως, η αναιρεσείουσα επιχειρεί, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, να πλήξει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό.
Εξάλλου, για τον λόγο που παραπάνω αναφέρεται, ότι, δηλαδή, επειδή κρίθηκε, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας στηρίζονται σε διαδοχικές ανεξάρτητες συμβάσεις πωλήσεως με πίστωση του τιμήματος (όπως και η ενάγουσα ισχυρίστηκε με το αγωγικό δικόγραφο) και όχι σε αλληλόχρεο λογαριασμό, αλυσιτελώς - και σε κάθε περίπτωση αβασίμως - προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι υπάρχει ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής (διότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν τα απαιτούμενα στοιχεία - επιμέρους κονδύλια - από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο για τη θεμελίωση αλληλόχρεου λογαριασμού) και, επομένως, ο προβαλλόμενος με βάση, όπως εκτιμάται, τη διάταξη του αριθμ.14 του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον δεύτερο υπό στοιχείο Α'(υπό 2Α') από τους λόγους αναιρέσεως, τυγχάνει, για τους ίδιους λόγους, απορριπτέος.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται με τον υπό 2Β' από τους λόγους αναιρέσεως, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε, επίσης, στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, για τον λόγο ότι δεν κήρυξε απαράδεκτο, αλλά αντιθέτως εδέχθη τον όλως αορίστως προβληθέντα, το πρώτον (το οποίο καθιστά αυτόν απαράδεκτο κατ' άρθρ. 527 ΚΠολΔ) ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρισμό - αντένσταση της αναιρεσίβλητης, ότι οι καταβολές εξοφλούν αρχαιότερα χρέη και, συνεπώς, όχι τα επίδικα, αναφορικά με την ένσταση εξοφλήσεως που είχε η αναιρεσείουσα νομότυπα, παραδεκτά και βάσιμα προβάλει στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και επανέφερε με λόγο εφέσεως στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, σημειώνονται τα ακόλουθα: Κατ'αρχήν, η αναιρεσείουσα τον θεμελιώνει στο ότι αυτός προεβλήθη το πρώτον στο Εφετείο με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης και, ενώ επικαλείται, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της (βλ. σελίδα 23, αμέσως μετά την αρχή αυτής), ότι (αορίστως, χωρίς ημερομηνία) τις προσκομίζει (ως υπ'αριθμ. 5, στην κατάταξη από 1-7, μετά την τρίτη σειρά της ως άνω σελίδας), από τις μόνες περιεχόμενες στον φάκελο της δικογραφίας, από 17-3-2015, προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι προεβλήθη πανηγυρικώς τέτοιος ισχυρισμός (αντένσταση), ούτε περιλαμβάνεται αντίστοιχη παραδοχή (περί προβολής τέτοιου ισχυρισμού, ρητώς, από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη) στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι σε σχέση με την ένσταση εξοφλήσεως, που είναι καταχρηστική - και εφόσον, τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, προκύπτουν από τη δικογραφία - μπορεί το δικαστήριο της ουσίας να συναγάγει την έννομη συνέπεια αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 764/2015, ΑΠ 902/1994), για την ταυτότητα του νομικού λόγου το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και για την σχετική επ' αυτής αντένσταση, δηλαδή, ανεξαρτήτως εάν αυτή προτάθηκε ή όχι πανηγυρικώς.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, με βάση το αποδεικτικό του πόρισμα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς το ζήτημα αυτό, διέλαβε - και κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα - τα ακόλουθα (από την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, όπως αναλυτικά αυτό κατ'είδος αναφέρεται):... "Αλλά και ούτε η εναγομένη, που επικαλείται την απόσβεση (και) των επίδικων οφειλών της ύψους 33.207,75 ευρώ με παράδοση στην ενάγουσα και στη συνέχεια είσπραξη πολλών επιταγών συνολικού ύψους 299.796,36 ευρώ, απέδειξε με μαρτυρική κατάθεση ή με προσκομιδή εγγράφου ότι, είτε βάσει συμφωνίας των μερών είτε κατόπιν ασκήσεως του προσδιοριστικού δικαιώματος της, με κάποια ή κάποιες από τις επιταγές αυτές και με ποια ή ποιες συγκεκριμένα εξοφλήθηκαν τα ένδικα επιμέρους ποσά, ώστε να αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι πράγματι οι καταβολές αυτές αντιστοιχούν και έγιναν για την ένδικη οφειλή και επέφεραν την απόσβεσή της.
Αλλά και στην προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Κ. Ξ. δεν αναφέρεται ότι οι επίδικες οφειλές εξοφλήθηκαν από την εναγομένη, αντίθετα ο πραγματογνώμονας κατά τη διενέργεια του ελέγχου όλων των στοιχείων που τέθηκαν στη διάθεσή του (καρτέλες, τιμολόγια, επιταγές κλπ), διαπιστώνει παραλείψεις και ελλιπείς ή λανθασμένες λογιστικές εγγραφές στην καρτέλα της εναγομένης από την έναρξη της συνεργασίας των μερών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το οφειλόμενο εκ μέρους της προς την ενάγουσα ποσό ανέρχεται σε 33.207,75 ευρώ, δηλαδή όσο ακριβώς και το διεκδικούμενο από αυτήν με την ένδικη αγωγή της ποσό.
Τα υποστηριζόμενα από την εναγομένη ότι το ποσό αυτό δεν απορρέει από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης, από την ανώμαλη εξέλιξη των οποίων ζητείται χρηματική παροχή, αλλά ανάγεται σε όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, δεν κρίνονται βάσιμα, διότι ο πραγματογνώμονας δεν καταλογίζει τις εκάστοτε καταβολές της εναγομένης σε συγκεκριμένες ανεξόφλητες απαιτήσεις της ενάγουσας, που δημιουργούνταν εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, τις οποίες η τελευταία, εφόσον δεν προέκυψε ότι η εναγομένη όριζε κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, καταλόγιζε στα προγενέστερα από τα επίδικα χρέη της προς αυτήν, ως αρχαιότερα"...Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου εν προκειμένω, αφού καθίσταται σαφές ότι, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), εκτιμώντας τους εκατέρωθεν προβληθέντες ισχυρισμούς και σε συνάρτηση με την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, καθώς και τα προβλεπόμενα στο νόμο για τον καταλογισμό επί περισσοτέρων χρεών (ΑΚ 422), διέλαβε τα ανωτέρω στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την ένσταση εξοφλήσεως (για την οποία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε) και όχι σε σχέση με την αποδοχή αντενστάσεως και, επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επίσης δε, και ο επικουρικά προβληθείς λόγος (υπό 2Γ') αναιρέσεως, περί του ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι παραδεκτά ασκήθηκε αντένσταση, θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθώς ουδόλως εξειδικεύονται στο δικόγραφο των κατατεθεισών ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων της αναιρεσίβλητης ποια φερόμενα παλαιότερα χρέη εξοφλεί, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προέκυψαν από τη συνεκτίμηση των εκατέρωθεν προβληθέντων ισχυρισμών με το εν γένει αποδεικτικό υλικό και τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας της αναφερομένης από αυτήν αντενστάσεως.
Από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1469/2019, ΑΠ 96/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό 2Δ' λόγο αναίρεσης) αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, έτσι όπως εκτιμήθηκε, με την αιτιολογία ότι "η εκκαλούσα ψέγει την εκκαλουμένη, διότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, ήτοι εάν η επίδικη οφειλή απορρέει ή όχι από τις επικαλούμενες από την ενάγουσα συμβάσεις πωλήσεως, δεν εκτίμησε ορθώς την κατάθεση του μάρτυρός της, ούτε προσέδωσε την ανάλογη σημασία σε αντίστοιχη κατάθεση της μάρτυρός της αντιδίκου της" και, επομένως, έκρινε ότι "ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η εκτίμηση των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμηση", ενώ το δικαστήριο όφειλε να εκτιμήσει τον λόγο αυτό ως αφορώντα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και να μην απορρίψει τον λόγο εφέσεως ως απαράδεκτο.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης (πέραν και του ότι, προεισαγωγικώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, παραπονείται για την παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου της σε βάρος της, αποδίδοντας στο δικαστήριο που την εξέδωσε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ενώ, στη συνέχεια, προέβη στην κατ'ουσίαν έρευνα της εφέσεως σε σχέση και με την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η προβαλλόμενη αιτίαση, όπως εκτιμάται, ανάγεται στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την ελεύθερη εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν και δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης ούτε από τον αριθμό 12, ούτε πολύ περισσότερο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε ακόμη κι αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος προβαλλόμενος εκ του αριθμ. 8 (πρβλ.
ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 592/2022, ΑΠ 87/2013).
Με τον τρίτο (υπό 3 Α' και Β') από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια της περ. 8 (εδ. α') της ΚΠολΔ 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη τη λήψη υπόψη, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και την κατ' ουσίαν αποδοχή τής, κατά τα ανωτέρω, επικαλουμένης από αυτήν ως προβληθείσας απαραδέκτως αντενστάσεως της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, επί της ενστάσεως εξοφλήσεως που είχε προβάλει η ίδια (εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα), ζήτημα το οποίο ισχυρίζεται ότι επηρέασε ουσιωδώς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ήχθη σε απόρριψη της εφέσεως και αποδοχή της αγωγής, επίσης δε ότι, με την παραδοχή της ότι "Ούτε, εξάλλου, παρίσταται λογικό να παραδίδει η εναγομένη στην ενάγουσα επιταγές συνολικής αξίας 299.796,36 (90.000,00+209.796,26) ευρώ προς απόσβεση οφειλής της ύψους 209.796,36 ευρώ μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας τους, αφού η έκδοση ή η μεταβίβαση των μεταχρονολογημένων επιταγών εκ μέρους της γίνονταν για την κάλυψη του τιμήματος εμπορευμάτων που αυτή είχε ήδη αγοράσει και παραλάβει και απλώς αναλάμβανε να εξοφλήσει το τίμημα σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως γίνεται συνήθως σε όλες τις συναλλαγές αυτού του είδους, ούτε ασφαλώς το επιπλέον ποσό των 90.000,00 ευρώ θα μπορούσε να αφορά προκαταβολή μελλοντικών αγορών, διότι, πέραν του ότι κάτι τέτοιο είναι εκτός συναλλακτικών συνηθειών και το σύνηθες είναι η μετά την παράδοση των εμπορευμάτων έκδοση ή μεταβίβαση επιταγών (μεταχρονολογημένων ή μη) γιατί η προπληρωμή των εμπορευμάτων ενέχει μεγάλο επιχειρηματικό κίνδυνο, η συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε οριστικά στα τέλος του έτους 2003", έγινε από το δευτεροβάθμιο της ουσίας δεκτό ότι το ποσό των 299.796,36€ δόθηκε για λόγο άλλο πέρα από την εξόφληση των μεταξύ των μερών συναλλαγών, καθώς και ότι το ποσό των 90.000 ευρώ δόθηκε ως προκαταβολή μελλοντικών αγορών, το οποίο δεν είχε προταθεί από τα διάδικα μέρη.
Όπως, όμως, και παραπάνω εκτίθεται, αφ'ενός μεν, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προέκυψαν από τη συνεκτίμηση των εκατέρωθεν προβληθέντων ισχυρισμών με το εν γένει αποδεικτικό υλικό (μάρτυρες, τη σχετικά διεξαχθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη και τα λοιπά προσκομισθέντα νομίμως από τους διαδίκους έγγραφα) και τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως, η οποία κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε, ενώ η αντένσταση επί της τελευταίας δεν ήταν αναγκαίο να προβληθεί πανηγυρικώς, αφ'ετέρου δε, οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά από το δικαστήριο εν γένει εκτίμηση των αποδείξεων, όπως διατυπώθηκαν στο αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα του δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων (που δεν αποτελούν "πράγματα" - ΑΠ 1484/2021) και, επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, και κατά τα δύο σκέλη του, ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Τέλος, με τον τέταρτο (υπ'αριθμ. 4) από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έχει υποπέσει στην πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως υπό την ειδικότερη έκφανση της ύπαρξης αντιφατικής αιτιολογίας και, ειδικότερα, ότι με την σκέψη της (στο 7ο φύλλο αυτής), όπως αναλυτικά εκθέτει αυτήν, δέχεται ότι η οφειλή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ανάγεται στα επίδικα τιμολόγια, και ανέρχεται σε 33.207,75€, ωστόσο, στην αιτιολογία της (στο 8ο και 9ο φύλλο της) δέχεται αντιφατικά, την αναγνώριση του αιτούμενου κονδυλίου, επί τη βάσει του συνόλου των μεταξύ των μερών συναλλαγών και τον σχετικό τηρούμενο λογαριασμό και ότι τα ανωτέρω έρχονται και σε αντίφαση με τα όσα η προσβαλλομένη διαλαμβάνει στο 6ο φύλλο (12η σελίδα) όπου αναφέρει " Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν στην αρχή, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού..." και ότι μεταξύ των ανωτέρω σκέψεων υπάρχει εγγενής αντίφαση, καθώς αφενός η προσβαλλομένη απορρίπτει την σχετική της ένσταση και βασικό της ισχυρισμό ότι μεταξύ των μερών έχει συναφθεί αλληλόχρεος και το αγωγικό αίτημα συνίσταται κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής στην καταψήφιση του καταλοίπου αυτού, την ίδια στιγμή που τελικώς η ίδια αναγνωρίζει ότι "η συνολική οφειλή της προς την ενάγουσα, τόσο από τις προηγούμενες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης, όσο και από τις επίδικες" ανήλθε τελικώς στο διεκδικούμενο κονδύλι.
Δηλαδή, εκθέτει ότι, η προσβαλλομένη ρητώς δέχεται ότι το υπόλοιπο-κατάλοιπο της οφειλής προκύπτει από το σύνολο των συναλλαγών, στις οποίες περιλαμβάνονται και συναλλαγές προ της εκδόσεως των επίδικων τιμολογίων, αλλά τελικώς δέχεται ότι το διεκδικούμενο ποσό προκύπτει από τα εν λόγω τιμολόγια. Όπως, όμως, σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου που παραπάνω (αναφορικά με τους υπό 1 Α' και Β' λόγους αναιρέσεως) εκτίθενται στο σύνολό τους, το δικαστήριο της ουσίας (τριμελές Εφετείο Πατρών) εκθέτει το αποδεικτικό του πόρισμα με σαφήνεια και κατά λογική ακολουθία, ως προς το ότι εν προκειμένω συνήφθησαν διαδοχικές ανεξάρτητες συμβάσεις πωλήσεως, ως προς τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα τιμολόγια, ενώ η αναφορά στο σύνολο των μεταξύ των διαδίκων συναλλαγών και στις καταβολές χρηματικών ποσών δι'επιταγών γίνεται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν περιλαμβάνονταν σε αυτές τις καταβολές και τα ποσά που αφορούσαν τα επίδικα τιμολόγια και, κατά τα λοιπά, με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, πλήττονται κατ'ουσίαν οι παραδοχές και τα επιχειρήματα, όπως και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, που αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος, αφού έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης (και, επομένως, μετά ταύτα, είναι άνευ αντικειμένου το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατ'άρθρον 579 παρ.2 ΚΠολΔ, ως προς το επιδικασθέν συνολικώς ποσό που ήδη καταβλήθηκε - όπως αναφέρει στις προτάσεις της - στην αναιρεσίβλητη για την ένδικη οφειλή) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Ζήτημα επιδικάσεως δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας δεν υφίσταται, λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ούτε κατά την πρώτη συζήτηση (αφού στη δεύτερη, που αφορούσε αυτεπάγγελτη ανασυζήτηση δεν παρέστη ουδεμία των διαδίκων) και, επομένως, ούτε υφίσταται σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) ούτε υποβλήθηκε η τελευταία σε δικαστικές δαπάνες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/6/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 99/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του αναφερομένου στο σκεπτικό παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ