Legislator Case Law & Legislation
498/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and evidence evaluation, rejecting constitutional complaints as inadmissible.

Case Number 498/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision regarding the termination of an employment contract. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding and violated constitutional rights by ignoring specific evidence, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it does not raise a legal error or a specific ground for review, and constitutional complaints are rejected when they fail to demonstrate a violation of legal principles or lack sufficient specificity regarding their impact on the judgment.

Keywords

AI generated
cassation appeal legal error review evidence evaluation constitutional complaint legal costs employment contract procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 143 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 498 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 498/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Κοκκονού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Επεξεργασίας Εσπεριδοειδών Αμυκλών Σπάρτης "Λακωνία" ΣΥΝΠΕ-ΕΓΑ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Αμύκλες Σπάρτης και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Αλικάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-6-2014, 18-9-2014 και 17-12-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν η 177/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης, η 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2017 αίτησή του και τον από 6-9-2019 πρόσθετο λόγο αναίρεσης.

Εκδόθηκε 470/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 15-6-2020 κλήση του και τους από 15-1-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15.6.2020 κλήση φέρεται προς συζήτηση η από 17.11.2017 αίτηση αναιρέσεως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, με την οποία καλούνται ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο [Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης] στη νέα δικάσιμο που ορίσθηκε για την 2.3.2021.

Όπως προκύπτει από τις υπ'αριθ. 8307Β/27.11.2020 και 8306Β/27.11.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης Δ. Τ., που προσκομίζει ο καλών -αναιρεσείων, αντίγραφο της πιο πάνω κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 2.3.2021 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο, πληρεξούσιο δικηγόρο των προσθέτως παρεμβαινόντων, ογδόντα επτά μελών του Συνεταιρισμού, κατ'άρθρ. 143 παρ.1 ΚΠολΔ, ως και στο προσθέτως παρεμβαίνον Σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Α.Σ.Ε.Ε.Α.

ΛΑΚΩΝΙΑ", που εδρεύει στη Σπάρτη και εκπροσωπείται νόμιμα. Κατά την ως άνω δικάσιμο της 2.3.2021 η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων [ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ.12639 ΦΕΚ Β'793/27.2.2021] και με την από 21.4.2021 πράξη της Προέδρου Τμήματος τούτου, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο και έγινε εγγραφή της στο πινάκιο χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των προσθέτως παρεμβαινόντων, αφού η εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr.

και στην κεντρική υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς ενημέρωση των διαδίκων. Ως εκ τούτου οι προσθέτως παρεμβαίνοντες , που αναφέρονται στην από 15.6.2020 αίτηση - κλήση, η οποία τους επιδόθηκε την 27.11.2020, έχουν λάβει γνώση της δικασίμου, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και δεν απαιτείται εκ νέου κλήτευση αυτών.

Με την υπό κρίση από 17.11.2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 365/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε τις από α] 17.12.2014 [με αριθ. 121/2014], β] 17.6.2014 [με αριθ. 54/2014] και γ] από 18.9.2014 [με αριθ. 90/2014] αγωγές του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με τις οποίες ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας από τον αναιρεσίβλητο της συμβάσεώς του, εξαρτημένης, εργασίας και να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας. Κατά την συζήτηση της από 17.6.2014 αγωγής άσκησαν την από 20.10.2014 πρόσθετη παρέμβασή τους υπέρ του εναγομένου τα ογδόντα επτά μέλη του συνεταιρισμού, που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, τα οποία ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή. Ακόμη άσκησε προφορικά στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτού το "Σωματείο Εργαζομένων Α.Σ.Ε.Ε.Α. ΛΑΚΩΝΙΑ". Όλες οι υποθέσεις συνεκδικάσθηκαν και με την υπ'αριθ. 177/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης , απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση του Σωματείου Εργαζομένων, έγινε δεκτή η από 20.10.2014 πρόσθετη παρέμβαση των μελών του συνεταιρισμού και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι αγωγές. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά της οποίας ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τον από 6.9.2019 πρόσθετο λόγο.

Εκδόθηκε η υπ'αριθ. 470/2020 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία α] απορρίφθηκε ο πρόσθετος λόγος ως απαράδεκτος, γιατί δεν τηρήθηκε η προθεσμία των τριάντα ημερών πριν της αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2.10.2018, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 17.9.2019, αλλά το δικόγραφο του προσθέτου λόγου κατατέθηκε μετά την αρχική δικάσιμο και επιδόθηκε επτά πλήρεις ημέρες πριν την μετά από αναβολή δικάσιμο και β] κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως , γιατί δεν είχαν κληθεί στη συζήτηση οι προσθέτως παρεμβαίνοντες. "Ηδη η αίτηση εισάγεται προς συζήτηση με την από 15.6.2020 κλήση, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, μαζί με τον από 15.1.2021 πρόσθετο λόγο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18.1.2021.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 556, 558 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Ο πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί παρότι με την από 15.6.2020 κλήση η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προσδιορίσθηκε εκ νέου για την 2.3.2021 και μετ' αναβολήν για την 19.10.2021, για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης των 30 ημερών πριν από τη δικάσιμο λαμβάνεται υπόψη η δικάσιμος εκείνη που αρχικά ορίσθηκε από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος με την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης δηλαδή η δικάσιμος της 2.10.2018, έστω και αν με την κλήση μεταγενέστερα προσδιορίσθηκε νέα δικάσιμος από τον πρόεδρο του τμήματος στις 2.3.2021 [ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 403/1995].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο Πρόεδρος, Αναπλ. Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, κλπ., κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα (1) χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους, που αναφέρονται στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου.

Η απαρίθμηση των λόγων είναι περιοριστική και έτσι κατ' αρχήν δεν επιτρέπεται η καταγγελία για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπει η παρ. 10 του άρθρου 44 ούτε με διεύρυνσή τους με την μέθοδο της αναλογίας. Εφόσον δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός της υποχρεώσεώς του προς καταβολή των αποδοχών του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους κατά το χρόνο της υπερημερίας του, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών των προβλεπομένων από το άρθρο 23.

Είναι αληθές, όπως προεκτέθηκε, ότι διεύρυνση των λόγων απολύσεως για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως, κατ'αρχήν δεν επιτρέπεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική.

Σε περίπτωση όμως που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική.

Γιατί είναι αλήθεια ότι οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσεώς του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.

Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 1481/2019, 424/2016, 860/2015, 364/2007] .

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.

Α.Π. 2/2013, 7/2006, 36/1988, Α.Π. 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, 38/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται ότι ο αναιρεσίβλητος κατήγγειλε στις 24.3.2014 τη σύμβαση εργασίας του, παρότι αυτός κατά τον χρόνο της καταγγελίας είχε εκλεγεί Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του νομίμως συνεστημένου και εδρεύοντος στην Κόρινθο εργατικού κλαδικού σωματείου με την επωνυμία "Συνδικάτο Μηχανικών - Θερμαστών Περιφέρειας Πελοποννήσου", κατά τις αρχαιρεσίες της 21-22 Οκτωβρίου 2012 με τριετή θητεία και αντιπρόσωπος αυτού στην δευτεροβάθμια επαγγελματική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Μηχανικών - Θερμαστών Ελλάδος" , γεγονός που γνώριζε ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, χωρίς να υποβάλει αίτηση και να λάβει άδεια από την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του Πρωτοδικείου Σπάρτης και ως εκ τούτου η απόλυσή του είναι άκυρη.

Ότι το Εφετείο Ναυπλίου απέρριψε τις αγωγές του δεχόμενο ότι τέλεσε σε βάρος του αντιδίκου του το αδίκημα της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίω και το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, ως και ότι η συμπεριφορά του προς τον αντίδικο, μετά την 16.7.2012, που επανήλθε στην εργασία του, εξήλθε από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως εξικνουμένη μέχρι του σημείου της διαπράξεως ποινικών αδικημάτων σε βάρος του και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο να διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 10 ν.δ. 1264/1982 κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του ιδίου νόμου.

Υποστηρίζει δε ο αναιρεσείων ότι εφόσον δεν τηρήθηκε η διαδικασία αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ , γιατί δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ.5 και 10 , 15 Ν. 1264/1982, ενώ εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 281 και 672 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.

Ειδικότερα σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε η διαδικασία του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982 απαιτείται για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός από τους λόγους καταγγελίας , που αναφέρονται στο άρθρο 14 παραγρ. 10 και όχι όταν η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους κρίνεται καταχρηστική, γιατί εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη , όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση η κρίση για τη συνδρομή ή μη της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του για επίκληση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους και για απόληψη αποδοχών υπερημερίας, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν.δ. 1264 αλλά του δικαστηρίου.

Οι δεύτερος και τρίτος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι είναι εσφαλμένη η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι "ουδέποτε στην επιχείρηση του εργοδότη του απασχολήθηκε ως θερμαστής ή βοηθός θερμαστή" είναι απαράδεκτοι, γιατί γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ χωρίς να γίνεται αναφορά σε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου αλλά προσβάλλεται η εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξ άλλου η επίκληση του λόγου εκ του αριθ.4 του ιδίου άρθρου δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση , που είναι η ακυρότητα της από 24.3.2014 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του [ΑΠ 212/2020].

Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων εκθέτει ότι κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ.1 και 2, 20 παρ.1, 22 παρ. 1β, 25 παρ.1, 17 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα το Εφετείο δεν δίκασε δίκαια και αμερόληπτα την υπόθεσή του, γιατί δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε [πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας του εργοδότη του, προγράμματα εργασίας του εργοδότη, πιστοποιητικά προϋπηρεσίας, βεβαίωση επιβλέποντος μηχανολόγου μηχανικού, την υπ'αριθ. πρωτ. 4603/25.7.2006 βεβαίωση του εργοδότη, την υπ' αριθ. πρωτ. 8357/27.9.2005 βεβαίωση ΙΚΑ Σπάρτης] από τα οποία συνάγεται ότι απασχολήθηκε ως βοηθός θερμαστή και θερμαστής και ως εκ τούτου υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί δεν αφορά νομικό σφάλμα της απόφασης του Εφετείου, ενώ αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος εκ του αριθ. 11 είναι αόριστος, γιατί δεν εκτίθεται ποια η ουσιώδης επιρροή των εγγράφων αυτών στο διατακτικό ενόψει του ότι κατά την προσβαλλομένη απόφαση η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του επήλθε για συμπεριφορά, που εξήλθε των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης.

Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.11.2017, με αριθ. εκθ. καταθ. 51/20.11.2017 αίτηση κατά της υπ' αριθ. 365/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ