Supreme Court dismisses appeal against bank contract damages ruling due to inadmissible vague complaints and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to the individual plaintiff. The court found the appellant's arguments regarding the plaintiff's alleged negligence in investment choices and failure to request contract cancellation were legally unfounded and already addressed by the lower court. Furthermore, specific complaints about procedural errors were rejected as inadmissible due to their vague and indeterminate nature.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument is inadmissible if it fails to specify the exact procedural error and is legally unfounded when the lower court has already considered and rejected the underlying substantive claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 498 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Π., κατοίκου Λαμίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Μαρία Μπακάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.03.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/4/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 132/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων και αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσειούσης και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 107/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, εξαφάνισε αυτή και δέχθηκε εν όλω την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 69.300 ευρώ προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη αφενός από την πλημμελή εκτέλεση της υφιστάμενης μεταξύ τους συμβάσεως και αφετέρου από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της σε βάρος του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ].
[ΙΙ] Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1350/2018).
Εξάλλου με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
[ΙΙΙ] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπέβαλε την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το επιδικασθησόμενο ποσό, το οποίο θα αφορά την ζημία του ενάγοντος, το εισπραχθέν από τον τελευταίο ποσό των αποδόσεων του επίδικου ομολόγου, το οποίο ανερχόταν μέχρι την εξαγορά του στο ποσό των 41.044,52 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 107/2015 απόφασή του δέχθηκε την ένσταση αυτή. Την παραδοχή αυτή της άνω αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος προσέβαλε με τον μοναδικό λόγο της εφέσεώς του.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί της ενστάσεως αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: «| […] οι τόκοι των 30.334,61 ευρώ που έλαβε ο ενάγων ως απόδοση του επίδικου προϊόντος είναι μεν κέρδος του από την κυριότητα του επενδυτικού αυτού προϊόντος, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από την ζημία που υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον ενάγοντα. Άλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία του ενάγοντος, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστεως, αφού ο τελευταίος τους έχει ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησομένη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου του ή του μεγαλυτέρου μέρους της, αν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει το χρεόγραφο, η δε καλή πίστη δεν ανέχεται, όπως προαναφέρθηκε, το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε τον παραπάνω λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και την έφεσή του στο σύνολό της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ανωτέρω ένσταση σχετικά με το ποσό των τόκων που έλαβε ο αναιρεσίβλητος ως απόδοση των επίδικων ομολόγων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδ. α' , 914 και 930 παρ. 3 του ΑΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε, καθόσον υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πράγματι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο διότι ναι μεν το ως άνω ποσό των 30.334,61 ευρώ αποτελεί κέρδος του αναιρεσίβλητου από τον ανωτέρω τίτλο, πλην όμως το κέρδος αυτό, (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην εκδότρια του τίτλου τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον αναιρεσίβλητο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία του τελευταίου και σε κάθε περίπτωση, διότι ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Περαιτέρω, το Εφετείο περιέλαβε ως προς το παραπάνω ζήτημα επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφασή του, καθόσον διέλαβε σ’ αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (297, 298, 914 ΑΚ), που εφάρμοσε και δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της απόφασης η παράθεση άλλων αιτιολογιών.
Από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης, με βάση την οποία το Εφετείο απέρριψε την άνω ένσταση της αναιρεσείουσας περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους ότι οι τόκοι, ύψους 30.334,61 ευρώ, που έλαβε ο αναιρεσίβλητος ως απόδοση του επιδίκου ομολόγου, δεν προήλθε από τη ζημία που υπέστη από την απώλεια του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύτηκε με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε ουδόλως συνάγεται παραδοχή ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση από την οποία προήλθε η άνω απόδοση στον αναιρεσίβλητο ήταν αυτή της προθεσμιακής κατάθεσης με ανώμαλη παρακαταθήκη και συνεπώς η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση, ότι η παραδοχή αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι η μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί σύμβαση εντολής για αγορά ομολόγων, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του και ο τρίτος λόγος αυτής από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι για τους παραπάνω λόγους αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση» νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος «επιδίκασε» σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, κατά το οικείο σκέλος του, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την υποβαλλόμενη από αυτή κατά της αγωγής του αναιρεσίβλητου περί επιδίκασης υπέρ του αποζημίωσης, ποσού 69.300 ευρώ, ένσταση περί συνυπολογισμού στη ζημία του κέρδους αυτού (αναιρεσίβλητου), ποσού 30.334,61 ευρώ, που αποτελούσε τους τόκους, που έλαβε αυτός ως απόδοση του επιδίκου ομολόγου, αναγνώρισε έτσι ότι είναι νόμιμη η διακράτηση εκ μέρους του, του άνω ποσού και επιδίκασε σ’ αυτόν κάτι που δεν ζήτησε ή του επιδίκασε περισσότερα από όσα ζήτησε. Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το παραπάνω περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη μη νόμιμος, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθόσον με το να απορρίψει το Εφετείο την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, που υπέβαλε η αναιρεσείουσα και να δεχθεί στη συνέχεια την αγωγή του αναιρεσίβλητου δεν επιδίκασε στον τελευταίο κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθόσον ο αναιρεσίβλητος με την έφεσή του, με την οποία παραπονείτο για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της προβληθείσας εκ μέρους της ένστασης περί συνυπολογισμού στη ζημία του του κέρδους αυτού, που αποτελούσε τους τόκους που έλαβε ως απόδοση του επιδίκου ομολόγου, δεν προέβαλε με λόγο έφεσης ότι ο συνυπολογισμός αυτός αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης, πράγμα όμως, που δέχτηκε το Εφετείο και απέρριψε την ένστασή του. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι η απόρριψη της ένστασης αυτής της αναιρεσείουσας έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση και με την επάλληλη αιτιολογία, ότι το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από τη ζημία, που υπέστη εξαιτίας απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύτηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν επλήγη αποτελεσματικά με την αναίρεση.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ιδίου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται μόνον όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2020).
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την από τον αριθμ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αποδίδει στο Εφετείο ότι άφησε αδίκαστο το λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της υποβληθείσας απ’ αυτήν ενστάσεως ιδίου πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην προκληθείσα ζημία του, με την οποία ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος με δική του πρωτοβουλία επέλεξε να επενδύσει στο επίδικο προϊόν, αφού έλαβε εμπεριστατωμένη ενημέρωση από αυτήν σχετικά με τους κινδύνους της επενδύσεως, αποβλέποντας σε μεγάλη κερδοφορία• ότι ακόμη και αν δεν είχε λάβει τέτοια ενημέρωση, όφειλε να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες και εξηγήσεις, τις οποίες όμως δεν ζήτησε• ότι ο ίδιος γνώριζε το άληκτο του ομολόγου από προηγούμενη εμπειρία του• ότι δεν διαμαρτυρήθηκε και δεν ζήτησε την ακύρωση της συμβάσεως, και ότι ο ίδιος θεώρησε ως πλέον συμφέρουσα την προσφορά της εκδότριας Τράπεζας Πειραιώς για την εξαγορά του ομολόγου στο 37% της αξίας του και δεν θέλησε να αναμείνει, ώστε μακροπρόθεσμα να ελάμβανε πίσω το σύνολο του κεφαλαίου του.
Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, ως λόγος από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ.9) ανεξαρτήτως του ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς της υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και όχι πράγματα υπό την έννοια του αριθ.8, ώστε να υποχρεούται το Εφετείο να απαντήσει, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το λόγο αυτό της έφεσης και τον απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές του.
Τέλος οι προβαλλόμενες με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αιτιάσεις από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες, λόγω αορίστου προβολής, δεδομένου ότι αναφέρονται μόνον αριθμητικά, χωρίς την παράθεση των συγκεκριμένων από τους αριθμούς αυτούς πλημμελειών.
[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.04.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 132/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ