498/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated498/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα διανομής δεν αναλώνεται εντός της Κοινότητας όσον αφορά τον υλικό φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, εκτός από την περίπτωση της πρώτης πώλησης εντός της Κοινότητας, που πραγματοποιείται από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του,δ) την εκμίσθωση και το δημόσιο δανεισμό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 498 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ψυχράμη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." (πρώην ... A.E.), που εδρεύει στο .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Δημήτριο Τσικρικά και 2) Αρχοντούλα Παπαπαναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2231/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση για να δικαστεί στο καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας πινάκιο ΣΤ1 του Εμπορικού Τμήματος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5448/2013 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 439/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 46 επ. του Ν. 2121/1993 "πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα" προστατεύονται τα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία δικαιώματα, ήτοι τα δικαιώματα σε εργασίες (εισφορές), που σχετίζονται με την πνευματική δημιουργία ή ακόμα έχουν και κάποιες ομοιότητες με αυτήν, δεν μπορούν, όμως, να αναχθούν σε αυτοτελή έργα, διότι δεν εμφανίζουν τα κρίσιμα στοιχεία της πνευματικής δημιουργίας, συμβάλλουν, όμως, και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά, στη δημόσια εκτέλεση ή στην αναπαραγωγή και γενικά τη διάδοση των έργων. 0 καθορισμός των δικαιούχων των συγγενικών δικαιωμάτων προκύπτει από τους κανόνες, οι οποίοι αναγνωρίζουν τα σχετικά δικαιώματα.
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, εισφορές παρέχουν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες που ερμηνεύουν ή εκτελούν με οποιονδήποτε τρόπο έργα του πνεύματος, όπως οι ηθοποιοί. Το συγγενικό δικαίωμα αυτού αποκτάται πρωτογενώς με την ερμηνεία του έργου, ενόψει δε του ότι ο ερμηνευτής καλλιτέχνης, όπως και οι υπόλοιποι φορείς συγγενικών δικαιωμάτων,δεν απολαύει ενός γενικού περιεκτικού περιουσιακού δικαιώματος, εφόσον αυτό συντίθεται από τις μεμονωμένες και αποκλειστικές περιουσιακές εξουσίες που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 46παρ.2 του νόμου 2121/1993, έχει το δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη διενέργεια καθεμιάς από τις απαριθμούμενες στην ανωτέρω διάταξη πράξη και μόνο αυτές,δηλαδή:
α) την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους σε υλικό φορέα, β) την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, γ) τη διανομή στο κοινό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, με πώληση ή με άλλους τρόπους.
Το δικαίωμα διανομής δεν αναλώνεται εντός της Κοινότητας όσον αφορά τον υλικό φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, εκτός από την περίπτωση της πρώτης πώλησης εντός της Κοινότητας, που πραγματοποιείται από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του,δ) την εκμίσθωση και το δημόσιο δανεισμό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης.
Τα δικαιώματα αυτά δεν αναλώνονται από οποιαδήποτε πώληση ή άλλη πράξη διανομής των ως άνω υλικών φορέων, ε) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόροι^καλώδια, καθώς και την παρουσίαση στο κοινό του υλικού φορέα με την παράνομη εγγραφή της ζωντανής ερμηνείας ή εκτέλεσης, στ) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόρους, καλώδια, τη ζωντανή ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, εκτός αν η μετάδοση αυτή αποτελεί αναμετάδοση νόμιμης μετάδοσης, ζ) την παρουσίαση στο κοινό της ζωντανής ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός από ραδιοτηλεοπτική μετάδοση,και η) τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στην εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.
Το δικαίωμα αυτό δεν αναλώνεται με οποιαδήποτε πράξη διάθεσης στο κοινό με την έννοια της παρούσας ρύθμισης, (άρθρα 2, 3 παρ. 2 και 3, 4 Οδηγίας 2001/29).Σε περίπτωση, κατά την οποία η άδεια χρήσης ή εκμετάλλευσης μιάς από τις ανωτέρω εκφάνσεις του δικαιώματος του ερμηνευτή λαμβάνει χώρα σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας ,οπότε και πάλι βεβαίως οι περιουσιακές και ηθικές εξουσίες γεννώνται στο πρόσωπο του ερμηνευτή,είναι όμως και προφανές το συμφέρον του εργοδότη του να εκμεταλλευτεί κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο την ερμηνεία αυτού,εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 46 παρ.3 εδ.α του ν.2121/1993,που αποτελεί ειδική έκφανση της προβλεπόμενης από το άρθρο 15παρ.4 του ίδιου νόμου αρχής του σκοπού της μεταβίβασης.
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη,"η άδεια που απαιτείται για την ενέργεια των πράξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία στην οποία να ορίζονται συγκεκριμένα οι πράξεις για τις οποίες δίνεται η άδεια,θεωρείται ότι έχει δοθεί,όταν ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης συνδεεται μ' εκείνον που επιχειρεί αυτές τις πράξεις με σύμβαση εργασίας, που έχει ως σκοπό την ενέργεια αυτών των συγκεκριμένων πράξεων".Με βάση τον εισαγόμενο δηλαδή με την ανωτέρω διάταξη κανόνα,σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντίθετη ρητή συμφωνία, που να ορίζει συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες δίδεται η άδεια από τον καλλιτέχνη, θεωρείται ότι αυτός έχει μεταβιβάσει στον αντισυμβαλλόμενο εργοδότη, εκείνες που εξυπηρετούν και εντάσσονται στον σκοπό της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης (ΑΠ 670/2007).
Στην περίπτωση εξάλλου προσβολής του συγγενικού δικαιώματος με κάποιον από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 2 του άρθρου 46 του ν.2121/1993 τρόπους,ο ερμηνευτής καλλιτέχνης δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση ή και ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης κατά τους όρους του άρθρου 65παρ.2 και 3 του ίδιου νόμου. Επειδή δε, η προσβολή των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαίτια, συνιστά και αδικοπραξία, διότι ενέχει και εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου, ο ενάγων, δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος, δεν οφείλει να αποδείξει το γεγονός ότι η προσβολή έγινε χωρίς την άδεια του, καθόσον η ίδια πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο, αλλά ο εναγόμενος προσβολέας, που αρνείται τη συνδρομή της προσβολής, διότι επικαλείται νόμιμη άδεια εκμετάλλευσης, θα πρέπει να ισχυριστεί κατ' ένσταση και να αποδείξει τα γεγονότα που αποκλείουν τον
παράνομο χαρακτήρα
της προσβολής (ΑΠ552/2015). Σχετικά με τον τύπο των δικαιοπραξιών, στο άρθρο 14 του Ν 2121/1993 ορίζεται, ότι "δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα, την ανάθεση ή την άδεια εκμετάλλευσης και την άσκηση του ηθικού δικαιώματος είναι άκυρες, αν δεν καταρτιστούν εγγράφως. Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί μόνο ο πνευματικός δημιουργός".
Καθιερώνεται, συνεπώς, ως γενικός κανόνας ο έγγραφος τύπος, ο οποίος έχει συστατικό χαρακτήρα. Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση του τύπου επιφέρει ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών, η οποία, όμως, είναι σχετική, γιατί εναπόκειται στο δημιουργό να την επικαλεστεί .Αντίθετα, υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος δικαίου ίσχυε η αρχή του άτυπου των συμβάσεων και αδειών εκμετάλλευσης, ο δε έγγραφος τύπος ήταν εξαίρεση, αφού προβλεπόταν μόνο για τις συμβάσεις θεατρικής παράστασης και δημόσιας εκτέλεσης μουσικών συνθέσεων ενσωματωμένων σε κινηματογραφικές ταινίες.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68§3 ν. 2121/1993, που φέρει τον τίτλο "μη αναδρομικότητα νόμου", θεσπίζεται διαχρονικό δίκαιο, καθόσον ορίζεται ότι "οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται από το προγενέστερο δίκαιο για ένα χρόνο από την έναρξη ισχύος του νόμου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη ρύθμιση του νόμου αυτού υπάγονται και οι πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (5.3.1993) καταρτισθείσες συμβάσεις, αλλά μόνο για τον μετά την 5.3.94 και εφεξής χρόνο.
Απορρίπτεται, δηλαδή, η λύση της γνήσιας αναδρομικότητας του νόμου, κατά την οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της νέας ρύθμισης θα ίσχυαν και για τον παρελθόντα χρόνο και επιλέγεται η λύση της άμεσης εφαρμογής του νόμου (μη γνήσια αναδρομικότητα), με αποτέλεσμα μέχρι στις 4.3.94 οι μεν δικαιούχοι να περιορισθούν σε όσα δικαιώματα τους έδινε το προϊσχύσαν δίκαιο, οι δε υπόχρεοι να μην έχουν αναδρομική αύξηση των υποχρεώσεών τους.
Μετά την παρέλευση, όμως, έτους από την ισχύ του ως άνω νόμου, δηλαδή από 5.3.1994 (ο νόμος 2121/1993 δημοσιεύθηκε στις 4.3.1993 - βλ. ΦΕΚ 25/4.3.1993 τ. ΑΧ - και άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του, κατ' άρθρο 77 αυτού και επομένως, η εφαρμογή του προγενέστερου δίκαιου για τις παλαιές συμβάσεις λήγει στις 4.3.1994 ), οι σχέσεις των δικαιούχων και των υπόχρεων διέπονται πλέον από το νέο νόμο .
Η αναδρομικότητα, όμως, αυτή του νέου νόμου δεν αφορά και τον τύπο των δικαιοπραξιών αυτών, ενόψει και της γενικότερης αρχής του διαχρονικού δικαίου, ότι ο τύπος των συμβάσεων εξακολουθεί να διέπεται από το δίκαιο, που ίσχυε κατά την κατάρτισή τους(ΑΠ1065/2014).Επομένως,οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν έστω και προφορικά ,υπό την ισχύ του προισχύσαντος δικαίου,δεν είναι ανάγκη για την εγκυρότητα αυτών υπό την ισχύ του νέου νόμου να επανακαταρτισθούν εγγράφως.
Περαιτέρω,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.ΙΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί, ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του,ή αν εφαρμοστεί,ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία,είτε με κακή εφαρμογή,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ΟλΑΠ7/2006,ΑΠ609/2013).
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών και ιδρύεται ο από την άνω διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1εδ.β αναιρετικός λόγος,και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση,κατά την ανέλεγκτη κρίση του κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και την συνεπεία αυτής προσφυγή του στις διατάξεις των άρθων 173 και 200ΑΚ,δεν τις εφαρμόζει ορθά, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης,προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση ,δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός αυτής, που θα προταθούν από τους διαδίκους,χωρίς να αποκλείεται και η λήψη υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων,εφόσον τείνουν στην διασάφηση της ατελούς υπό ερμηνεία δήλωση βούλησης.
Η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη στο χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο συμπεριφορά, λαμβάνεται με την έννοια που απαιτεί η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα. Σε κάθε περίπτωση δε, που το δικαστήριο οδηγείται στην ερμηνεία ασαφούς δικαιοπραξίας, μπορεί να αντλήσει αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα ή να συναγάγει συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (ΑΠ220/2016, 892/2013, 1588/2013).Σε περίπτωση δε χρησιμοποίησης των κανόνων αυτών(173 και 200ΑΚ) για την ερμηνεία του σκοπού της σύμβασης κατά το άρθρο 46παρ.3εδ.
α' του ν.2121/1993, λαμβάνονται υπόψη και η φύση της σύμβασης, οι συμβατικές υποχρεώσεις του εργαζόμενου ερμηνευτή ή εκτελεστή με βάση το είδος και το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργοδότη ,η θέση του εργαζόμενου σε αυτή ,όπως και ο συνήθης τρόπος χρήσης ή και εκμετάλλευσης αντίστοιχων καλλιτεχνικών παροχών.Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ)εξάλλου, παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ220/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση,το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση,κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία,τα ακόλουθα: "Ο ενάγων(ήδη αναιρεσείων) είναι ηθοποιός ήδη από το έτος 1979 ,έχοντας από τότε αναπτύξει έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία(ήδη αναιρεσίβλητη) έχει στην ιδιοκτησία της τον εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "...",τον οποίον λειτουργεί και εκμεταλλεύεται και είναι η παραγωγός της γνωστής καθημερινής τηλεοπτικής σειράς "...",η οποία προβαλλόταν από τον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό σε καθημερινή βάση συνεχώς επί μία 15ετία και συγκεκριμένα από το 1991 μέχρι και το 2005. Συγκεκριμένα, κατά το έτος 1992, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης καταρτίστηκε προφορική σύμβαση εργασίας, με βάση την οποία ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στην εναγομένη - παραγωγό της ως άνω τηλεοπτικής σειράς τις καλλιτεχνικές του υπηρεσίες ως ηθοποιός, λαμβάνοντας μέρος σε διάφορα επεισόδια και σύμφωνα με τις ανάγκες της πλοκής, έναντι αμοιβής περίπου 40.000 δρχ. ανά επεισόδιο, στο οποίο θα συμμετείχε, η οποία είχε συμφωνηθεί ότι θα ήταν η ελάχιστη προβλεπόμενη, προς τον σκοπό δε αυτό θα εξέδιδε τις ανάλογες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών
Πράγματι ο ενάγων συμμετείχε στα επεισόδια της ως άνω τηλεοπτικής σειράς καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1992 μέχρι τον Αύγουστο του 2005, όχι όμως σε πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά σε δευτερεύοντα, η δε αμοιβή του καταβαλλόταν κάθε μήνα και ήταν ανάλογη του αριθμού των επεισοδίων, στα οποία μηνιαίως συμμετείχε
Από τις ίδιες αυτές αποδείξεις προκύπτει ότι η καταβληθείσα αμοιβή του, η οποία αυξήθηκε από τον Απρίλιο του 2009 σε 60.000 δρχ. το επεισόδιο, για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ανήλθε, όπως δεν αμφισβητείται, στο συνολικό ποσό των 107.724,67 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του παρακρατούσε ποσοστό 15% για φόρο αλλά και 15,8% υπέρ ΙΚΑ.
Δηλαδή ο ενάγων έλαβε αναλογικά για κάθε χρόνο ως αμοιβή το ποσό των (107.724,67 ευρώ δια 13 χρόνια)= 8.286,51 ευρώ το χρόνο και μηνιαίως το ποσό των 690,5 ευρώ ή 235.302 δρχ. Ενώ συνεπώς η εναγομένη δεν είχε καταρτίσει έγγραφη σύμβαση με τον ενάγοντα, αλλά μόνο προφορική, με τους άλλους ηθοποιούς, που συμμετείχαν στην τηλεοπτική σειρά "..." ήδη από το 1991, είχε καταρτίσει έγγραφες συμβάσεις, στα πλαίσια των οποίων συμφωνούσαν ένα ποσό ως μηνιαία απολαβή, ανεξαρτήτως του αριθμού επεισοδίων, στα οποία θα συμμετείχαν τον μήνα και συγκεκριμένα οκτώ (8) συμβάσεις στις 12-6-1991, μία στις 6-9- 1991, και τρεις το 1992.
Το ύφος του μηνιαίου μισθού του κάθε ηθοποιού ήταν διαφορετικό για κάθε ηθοποιό και ανάλογο της αναγνωρισιμότητάς του αλλά και του βαθμού συμμετοχής του στη σειρά, εκτός δε από τους βασικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους, που αμείβονταν με μεγάλα ποσά από 600.000 δρχ. έως 2.000.000 δρχ. τον μήνα, ο μισθός των υπολοίπων ηθοποιών ήταν χαμηλότερος και κυμαινόταν από 110.000 δρχ.
έως 350.000 δρχ. Με την πάροδο του χρόνου και επειδή η σειρά αυτή γνώρισε μεγάλη επιτυχία, η εναγομένη υπέγραφε και νέες συμβάσεις και με άλλους ηθοποιούς, που ενσάρκωναν βασικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους και συγκεκριμένα στις 6-9-2001 τρεις συμβάσεις και μία την 1-1-2004. Στις συμβάσεις αυτές προβλεπόταν ένα ποσό ως μηνιαία απολαβή του ηθοποιού, ανεξαρτήτως του αριθμού επεισοδίων, στα οποία θα συμμετείχε τον μήνα, το οποίο και αφορούσε την αμοιβή της προσωπικής του εργασίας για την εκτέλεση της ερμηνείας του στην τηλεοπτική σειρά και ένα επιπλέον ποσό, το οποίο ισούταν με το 100% του μηνιαίου μισθού και αφορούσε την προεξόφληση των αξιώσεων των ηθοποιών αυτών για την αρχική μετάδοση και τις είκοσι επόμενες αναμεταδόσεις, καθώς και τις πάσης φύσεως συρραφές ή τεμαχισμούς αυτοτελών επεισοδίων ή και τμημάτων αυτών και τη μετάδοσή τους.
Από το ποσό αυτό θα γινόταν από την εναγομένη όλες οι νόμιμες παρακρατήσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ηθοποιό, ο οποίος θα εξέδιδε και το νόμιμο παραστατικό καταβολής της αμοιβής του κάθε μήνα. Οι ως άνω συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, περιείχαν και τον όρο ότι στη συγκεκριμένη αμοιβή περιλαμβανόταν και η αντιπαροχή για τις διάφορες δυνατές εμπορικές χρήσεις του έργου ή αποσπασμάτων ή εικόνων αυτού, η δε παραγωγός εταιρία καθίστατο ιδιοκτήτης των πνευματικών δικαιωμάτων των εικόνων και των σκηνών της σειράς και μπορούσε περαιτέρω άνευ περιορισμού να μεταβιβάζει σε τρίτους τα εν λόγω δικαιώματα, να επιφέρει οποιεσδήποτε μεταβολές, τροποποιήσεις, και περικοπές και να εκδίδει, δημοσιεύει, αναπαράγει, διαθέτει και εκμεταλλεύεται το έργο σε όλο τον κόσμο.
Ο ηθοποιός δηλαδή εκχωρούσε έναντι αμοιβής όλα τα συγγενικά δικαιώματά του από την ερμηνεία του στην εν λόγω σειρά στην εναγόμενη για κάθε είδους τηλεοπτικές αναμεταδόσεις (πομποί, δορυφόροι, καλωδιακά δίκτυα) αλλά και για μεταδόσεις με άλλους υλικούς φορείς ήχου και εικόνας (βίντεο, σιντί κλπ), συναινώντας και στην μεταβίβαση των δικαιωμάτων αυτών σε τρίτους τόσο για την Ελλάδα όσο και για το εξωτερικό.
Ο ενάγων όμως, όπως και η ίδια η εναγομένη εταιρία συνομολογεί, προφανώς από παραδρομή, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε καταρτίσει έγγραφη σύμβαση με την εναγομένη. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο των έγγραφων συμβάσεων των άλλων ηθοποιών, που μετείχαν στη σειρά και συνεπώς δεν γνώριζε ότι οι τελευταίοι είχαν παραχωρήσει την άδεια της εκμετάλλευσης των συγγενικών τους δικαιωμάτων στην εναγομένη, ισχυρισμό, που αντικρούει με σχετικό λόγο έφεσης η εναγομένη.
Αναφορικά με την γνώση του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι αυτός δεν γνώριζε τις απολαβές του κάθε ηθοποιού..... Από τις προσκομιζόμενες ως άνω έγγραφες συμβάσεις των άλλων ηθοποιών της σειράς προκύπτει ότι αυτές ήταν πανομοιότυπες ενώ στα κενά, που υπήρχαν σ' αυτές η εναγομένη συμπλήρωνε μόνο την ημερομηνία, το ονοματεπώνυμο του κάθε ηθοποιού και το μηνιαίο ποσό, που αυτός θα λάμβανε ως μισθό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η τηλεοπτική σειρά "..." προβαλλόταν καθημερινά από το έτος 1992 στην Κύπρο, στην Αυστραλία, στην Αμερική, στον Καναδά καθώς και στην Γερμανία, Γαλλία και μεταγλωττισμένη στην Βουλγαρία. Εξάλλου και η ίδια η εναγομένη συνομολογεί ότι η προβολή της σειράς στο εξωτερικό πραγματοποιείται από τρίτους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και όχι από την ίδια, σημειώνεται δε ότι η προβολή αυτή συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2007.
Συγκεκριμένα, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η εναγομένη - παραγωγός της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς, κατήρτισε με τρίτες εταιρίες συμβάσεις, με βάση τις οποίες παραχώρησε (και δη εκμίσθωσε) τη χρήση του υλικού φορέα ήχου και εικόνας, στον οποίο είχε αποτυπωθεί η τηλεοπτική σειρά "...", έναντι οικονομικού ανταλλάγματος (μισθώματος), το οποίο εισέπραξε για τη χορήγηση της άδειας καθημερινής προβολής της από τις εν λόγω εταιρίες, οι οποίες λειτουργούν τρίτους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς σε διάφορες χώρες της αλλοδαπής, όπως επιβεβαίωσε....και ο Δ.
Τ. ότι η συνεργασία της εναγομένης με τους τρίτους τηλεοπτικούς σταθμούς είχε τη μορφή (royalty fees), δηλαδή πληρωμή τελών για παραχώρηση του σήματος της με τη μορφή της σύμβασης (franchise) φραντσάϊζ. Εξάλλου, προέκυψε ότι όλοι οι ηθοποιοί με τις έγγραφες συμβάσεις, που είχαν συνάψει με την εναγομένη, είχαν εκχωρήσει στην τελευταία το συγγενικό τους δικαίωμα να εκμεταλλεύεται την ερμηνεία τους στην εν λόγω σειρά τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό έναντι αμοιβής, που ρητά αναγραφόταν στις συμβάσεις αυτές...
Η σύμβαση, που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη ήταν προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις καλλιτεχνικές του υπηρεσίες σε στούντιο, όπου πραγματοποιούνταν τα γυρίσματα της τηλεοπτικής αυτής σειράς, σε προκαθορισμένο από την εργοδότρια εναγομένη χρόνο και σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και τις εντολές του παραγωγού και του σκηνοθέτη, χωρίς να έχει την παραμικρή ανάμιξη στο σενάριο, στο καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό, στον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο της παραγωγής, στη μέθοδο λήψης της και στην εν γένει οργάνωση και εκτέλεση της παραγωγής, που καθοριζόταν αποκλειστικά από την εναγομένη......Περαιτέρω, εφόσον πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 46 παρ.3 Ν.2121/1993, σύμφωνα με την οποίαν η άδεια που απαιτείται για την ενέργεια των πράξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, στην οποία να ορίζονται συγκεκριμένα οι πράξεις, για τις οποίες δίνεται η άδεια, θεωρείται ότι έχει δοθεί, όταν ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης συνδέεται μ' εκείνον που επιχειρεί αυτές τις πράξεις με σύμβαση εργασίας, που έχει ως σκοπό την ενέργεια αυτών των συγκεκριμένων πράξεων.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις έγγραφες συμβάσεις, που η εναγομένη κατήρτισε με τους λοιπούς ηθοποιούς που συμμετείχαν στην εν λόγω σειρά εξασφάλισε και την παραχώρηση της άδειάς τους για την εκμετάλλευση των συγγενικών τους δικαιωμάτων από την προβολή της στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.
Στο σημείο αυτό, ανακύπτει κενό της κρινόμενης σύμβασης του ενάγοντος λόγω της προφορικότητάς της και ανάγκη συμπλήρωσή της σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Με εφαρμογή λοιπόν αυτών, συνάγεται ότι αντίκειται στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής η εναγομένη να εξασφάλισε έναντι αμοιβής την παροχή άδειας εκμετάλλευσης των συγγενικών δικαιωμάτων όλων των άλλων ηθοποιών, που είχαν καταρτίσει έγγραφες συμβάσεις και να μην περιέλαβε τέτοια προφορική συμφωνία για παροχή της άδειας αυτής και από τον ενάγοντα ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ούτε άλλωστε ο τελευταίος επικαλείται ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιος ιδιαίτερος λόγος εξαιτίας του οποίου μόνον αυτός να μην είχε παραχωρήσει την άδεια αυτή στην εναγομένη.
Και ναι μεν, δεν υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση έγγραφη συμφωνία για την παραχώρηση της άδειας εκμετάλλευσης των συγγενικών δικαιωμάτων του ενάγοντος στην εναγομένη για τον τρόπο της τηλεοπτικής μετάδοσης της σειράς, στην οποίαν συμμετείχε, στο εξωτερικό είτε μέσω δορυφόρου είτε καλωδιακά σε συνδρομητικούς τηλεοπτικούς σταθμούς του εξωτερικού, η άδεια αυτή, δέχεται το Δικαστήριο τούτο ερμηνευτικά (ΑΚ 173 και 200) ότι εκχωρήθηκε προφορικά, από τον ερμηνευτή- ενάγοντα στην εργοδότρια- εναγομένη και τούτο διότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι μισθωτός συνδεόμενος με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας......Σύμφωνα δε με την αρχή του σκοπού της σύμβασης, όπως συμβαίνει και στην κρινόμενη περίπτωση, θεωρείται ότι ο ερμηνευτής έχει δώσει άδεια στον εργοδότη να ασκήσει εκείνες μόνον τις εξουσίες ,που συνάδουν με το σκοπό της σύμβασης,δηλαδή με τον σκοπό των δράσεων του εργοδότη, οι οποίες δράσεις, εφόσον στη προκειμένη περίπτωσηδεν έχουν αποτυπωθεί ρητά σε έγγραφη σύμβαση εργασίας, θα ανακύψουν και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει υπόφη του αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο.
Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι στο σκοπό της σύμβασης εργασίας, που η εναγομένη- παραγωγός της ένδικης τηλεοπτικής σειράς συνήψε με τον ηθοποιό- ενάγοντα εμπίπτει η προβολή της σειράς αυτής και στο εξωτερικό, αφού η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε με σκοπό την εκμετάλλευση της ερμηνείας του ενάγοντα, ο οποίος τεκμαίρεται ότι έδωσε την άδειά του για προβολή της σειράς στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, καθώς η προβολή του προγράμματος της εναγομένης στο εξωτερικό εντάσσεται στον κύκλο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εναγομένης και δεν αποτελεί αυτοτελή μορφή εκμετάλλευσης η προβολή αυτή.
Λαμβανομένων δε υπόψη και των αμοιβών που η εναγομένη είχε συμφωνήσει να καταβάλει σε κάθε ηθοποιό, σύμφωνα με τις έγγραφες συμβάσεις τους, που δεν αφίστανται κατά πολύ από αυτήν (την αμοιβή) του ενάγοντα με βάση την συμμετοχή και τον ρόλο του στην εν λόγω σειρά, η προβολή της σειράς αυτής στο εξωτερικό έγινε νόμιμα από την εναγομένη,καθώς δεν αποδείχθηκε παράνομη προσβολή,δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασής αυτής ως ουσιαστικά βάσιμης.Τέλος αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και η μη ύπαρξή του συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα για κάθε παραχώρηση κατά χρήση συγγενικών δικαιωμάτων, στην ένδικη υπόθεση θα εφαρμοστεί,.....το προϊσχύσαν δίκαιο ως προς τον τύπο της σύμβασης, δηλαδή ο Ν. 2387/1920 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας", στον οποίον δεν είναι απαραίτητος ο έγγραφος τύπος για την ισχύ της σύμβασης με την οποίαν παραχωρείται κατά χρήση η άδεια εκμετάλλευσης της ερμηνείας, δεδομένου ότι η παραπάνω (προφορική) σύμβαση εργασίας του καταρτίστηκε τον Ιούλιο του 1992, ήτοι πριν την ισχύ του νόμου 2121/1993 και επομένως και ο τύπος ,αποτελεί νομικό γεγονός που έχει συμβεί και αποπερατωθεί στο παρελθόν....ενώ τα νομικά αποτελέσματα της σύμβασης που δεν έχουν περατωθεί,...και παραμένουν εκκρεμή θα κριθούν σύμφωνα με το νέο δίκαιο,όπως και κρίθηκαν".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ,το Εφετείο,ακολούθως,αφού δέχθηκε την από 8-5-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 5448/2013 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών)Δικαστηρίου,με την οποία,κατά μερική αποδοχή της από 17-11-2008 αγωγής του αναίρεσείοντος, είχε απαγορευτεί στην αναιρεσίβλητη να προβάλλει στο εξωτερικό σκηνές ,στις οποίες πρωταγωνιστεί αυτός, που περιέχονται στην προεκτεθείσα τηλεοπτική σειρά,καθώς και να προβαίνει σε μεταβίβαση και παροχή άδειας σε αλλοδαπές εταιρείες για την προβολή αυτών στο εξωτερικό χωρίς προηγούμενη κατάρτιση σχετικών συμβάσεων με τον αναιρεσείοντα και είχε επίσης αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να του καταβάλει,ως προβλεπόμενη από το άρθρο 65 παρ.1 και 2 αμοιβή,το ποσό των 47.398,78 ευρώ,με το νόμιμο τόκο από 3-8-2006,εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε την αγωγήίΕτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο,ότι δηλαδή, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας,δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων παρέσχε στην αναιρεσίβλητη την άδεια της τηλεοπτικής μετάδοσης και εκμετάλλευσης της ερμηνείας του(σε δευτερεύοντα ρόλο) στην προεκτεθείσα καθημερινή τηλεοπτική σειρά,έναντι της σ' αυτή αναφερόμενης αμοιβής, και ότι, στα πλαίσια της ερμηνείας του σκοπού της ένδικης σύμβασης, λόγω της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ασάφειάς της,( για την οποία-ερμηνεία- έλαβε υπόψη, αφενός μεν την επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης,που δραστηριοποιείτο ,κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης και στο εξωτερικό,αφετέρου δε, το περιεχόμενο όλων των λοιπών εγγράφων συμβάσεων των ηθοποιών της ίδιας τηλεοπτικής σειράς(και των πρωταγωνιστών αυτής),οι οποίες είχαν καταρτισθεί και πριν και μετά την σύναψη της ένδικης^και με τις οποίες, έναντι της ίδιας,τη ρου μένων των αναλογιών,αμοιβής με τον αναιρεσείοντα, οι τελευταίοι παρείχαν στην αναιρεσίβλητη ρητά την άδεια εκμετάλλευσης των συγγενικών τους δικαιωμάτων επ'αυτής,καθ'οιονδήποτε τρόπο σε όλο τον κόσμο), στο σκοπό αυτής ενέπιπτε η προβολή της ανωτέρω σειράς και στα συνδρομητικά δίκτυα του εξωτερικού,με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι ο αναιρεσείων έχει δώσει τη σχετική άδεια,κατά το πλάσμα δικαίου που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.3εδ, α' του ν.2121/1993,ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις.
Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση,για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης,του άρθρου 46 παρ.3 του ν.2121/1993 (σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 15παρ.4 και 52 του ίδιου νόμου), διότι θεώρησε ότι ο σκοπός της σύμβασης ταυτίζεται με τον σκοπό δράσεων του εργοδότη και ότι αν και δέχθηκε ότι η εκμετάλλευση που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη συνιστά εκμίσθωση και μάλιστα με τη μορφή της δικαιόχρησης ,θεώρησε ότι αυτό δεν συνιστά αυτοτελή μορφή εκμετάλλευσης αλλά ενέργεια που εντάσσεται στον κύκλο των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος,εφόσον,όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο,προκειμένου να προσδιορίσει το σκοπό της ένδικης σύμβασης, δεν έλαβε υπόψη μόνο την επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης ,αλλά τον από κοινού επιδιωκόμενο με την ένδικη σύμβαση σκοπό,ο οποίος με βάση τις ειδικότερες αιτιολογίες της, καθιστούσε αναμενόμενη την περιλαμβανόμενη στην παρασχεθείσα άδεια του αναίρεσείοντος, τηλεοπτική προβολή αυτής και στο εξωτερικό.
Εξάλλου,δεν παρεβίασε τις ίδιες ως άνω διατάξεις, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η προβολή της σειράς στο εξωτερικό, με το συγκεκριμένο τρόπο που δέχθηκε ότι πραγματοποιείτο,ήτοι από τρίτους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, μετά από κατάρτιση συμβάσεων από την αναιρεσίβλητη με τις ιδιοκτήτριες εταιρίες αυτών, με τις οποίες(συμβάσεις) παραχώρησε(εκμίσθωσε) τη χρήση του υλικού φορέα ήχου και εικόνας ,στον οποίο είχε αποτυπωθεί η εν λόγω τηλεοπτική σειρά ,έναντι οικονομικού ανταλλάγματος (μισθώματος) που εισέπραξε για τη χορήγηση της άδειας καθημερινής προβολής της, "εντάσσεται στον κύκλο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εναγομένης και δεν αποτελεί αυτοτελή μορφή εκμετάλλευσης η προβολή αυτή".Είναι δε σαφές, ότι η παραδοχή περί μη αυτοτελούς μορφής εκμετάλλευσης ,έγινε στο πλαίσιο του σκοπού της ένδικης σύμβασης και με την έννοια, ότι καλυπτόταν από αυτόν και όχι μεμονωμένα, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει ο αναιρεσείων.
Επίσης, η αναφορά της περί δικαιόχρησης, δεν αποτελεί παραδοχή της απόφασης ,αλλά καταγραφή μιας μαρτυρικής κατάθεσης. Η αιτίαση (στο πλαίσιο του ίδιου λόγου περί αντιφατικής παραδοχής στην προσβαλλόμενη, "λίγο παραπάνω", ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη πρόβαλλε τη σειρά στο εξωτερικό,είναι αβάσιμη, εφόσον δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή.
Αναφορικά με την επισήμανση του αναιρεσείοντος που ,στα πλαίσια του ίδιου επίσης αναιρετικού λόγου,εκθέτει,ότι ,παρά την παραδοχή της προσβαλλόμενης για σύναψη πανομοιότυπων συμβάσεων με τους λοιπούς ηθοποιούς της σειράς, η αναιρεσίβλητη κατέβαλε,όπως συνομολογεί, συγγενικά δικαιώματα για την προβολή της σειράς στην Ελλάδα, στον Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης των συγγενικών δικαιωμάτων των ηθοποιών,….,του οποίου ο αναιρεσείων δεν είναι μέλος, πρέπει να αναφερθούν τα εξής:Εκτός του ότι δεν συνδέεται με αναιρετικό λόγο,είναι προφανές ότι η καταβολή αυτή, δεν αποτελεί την οφειλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 65παρ.2 του νόμου 2121/1993 αποζημίωση,που διεκδικούσε με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων ,αλλά την εύλογη αμοιβή που οφείλεται σε κάθε περίπτωση στον ερμηνευτή καλλιτέχνη, όταν μετά την πρώτη νόμιμη εγγραφή της ερμηνείας του σε υλικό φορέα ,αυτή επαναχρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο και την οποία μόνοι δικαιούμενοι να την εισπράξουν είναι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης των σχετικών δικαιωμάτων (αρθρ.46 παρ 2, 3 εδβ, 49 του ν.2121/1993).Εξάλλου,η αναφορά από τον αναιρεσείοντα,στο πλαίσιο του ίδιου αναιρετικού λόγου ότι απόρροια των παραδοχών της προσβαλλόμενης είναι ότι η άπαξ χορηγηθείσα άδεια για την εγγραφή και μετάδοση εντός Ελλάδος της ερμηνείας ενός ηθοποιού μπορεί να καταστεί αντικείμενο οιουδήποτε είδους εκμετάλλευσης για όλο το χρονικό διάστημα προστασίας των συγγενικών του δικαιωμάτων παντού ανά την υφήλιο,εκτός του ότι δεν συνδέεται με αναιρετική πλημμέλεια, είναι και αβάσιμη,εφόσον οι παραδοχές της απόφασης αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση και τον σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης εργασίας και όχι γενικώς και αορίστως τις συμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση εν γένει των συγγενικών δικαιωμάτων των ηθοποιών.
Περαιτέρω,από τις ίδιες ως άνω προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι σαφές ότι το Εφετείο,χρησιμοποίησε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ ,όχι για να διαπιστώσει την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων,αλλά για να ερμηνεύσει αυτή ως προς το σκοπό στον οποίο απέβλεπε,χρησιμοποιώντας νόμιμα προς τούτο και στοιχεία, εκτός αυτής, όπως τις πανομοιότυπες συμβάσεις άλλων ηθοποιών,προκειμένου να εφαρμόσει το από τη διάταξη του άρθρου 43παρ.3α πλάσμα δικαίου.
Το σχετικό αποδεικτικό της πόρισμα δε, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία ,αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ,με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων,των οποίων έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Το ότι σε ένα σημείο του νομικού συλλογισμού αναφέρεται ότι δέχεται το Δικαστήριο ερμηνευτικά ότι η άδεια (εκχωρήθηκε προφορικά στην εναγομένη", είναι σαφές από το τελικό αποδεικτικό της πόρισμα, πως έχει την έννοια,ότι η ερμηνεία του σκοπού της προφορικής σύμβασης δικαιολογούσε τη χορήγηση της επίμαχης άδειας στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της κρινόμενης αίτησής του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ7 αντίστοιχα, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, δεχόμενο το Εφετείο,ότι η προφορικώς κατά τον Ιούλιο του έτους 1992,ήτοι πριν την ισχύ του νόμου 2121/1993, προφορική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, ήταν έγκυρη,αφού ο τότε ισχύων νόμος 2387/1920 δεν προέβλεπε τον έγγραφο ως συστατικό εν προκειμένω τύπο,λόγω της μη γνήσιας αναδρομικότητας του άρθρου 68παρ.3 του ν.2121/1992,ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 2ΑΚ.Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚπολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησής του είναι αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.
Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 5 v. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.
Π.575/2015, 485/2010).Στην προκειμένη περίπτωση,ο αναίρεσε ίων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση,κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.13 και όχι και αριθμ.1 ΚΠολΔ, αφού, με την αναφορά ότι,"δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε ο τελευταίος (ενάγων) επικαλείται, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιος ιδιαίτερος λόγος εξαιτίας του οποίου μόνο αυτός να μην είχε παραχωρήσει την άδεια στην εναγομένη", επέρριψε στον ίδιο το βάρος της απόδειξης της παράνομης προσβολής του συγγενικού του δικαιώματος.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο σαφώς εκθέτει, ότι δεν αποδείχθηκε παράνομη προσβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης λόγω χορηγήσεως σ' αυτήν της σχετικής άδειας και ότι για το λόγο αυτό, δέχθηκε τη σχετική ένσταση της. Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης ,που το είχε η αναιρεσίβλητη χωρίς τούτο να αναιρείται από την μεμονωμένη και επιλεκτικά αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα αναφορά της προσβαλλόμενης περί έλλειψης, προφανώς, ανταπόδειξης εκ μέρους του τελευταίου.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος,προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν,αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη."Πράγματα"δε,θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων,που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής,ανταγωγής,ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι ισχυρισμούς που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών, δηλαδή ισχυρισμούς που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.ΑΠ3/1997, 3/2008, ΑΠ 11/2017).
Για τον ίδιο λόγο η αιτιολογημένη άρνηση δεν εμπίπτει στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 527ΚΠολΔ απαγόρευση προβολής ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ364/2018). Στην προκειμένη περίπτωση,ο αναιρεσείων,με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο,ότι έλαβε υπόψη τον προταθέντα για πρώτη φορά ενώπιον του από την αναιρεσίβλητη,με την έφεσή της και συνεπώς απαράδεκτο, κατ' άρθρο 527ΚΠολΔ, ισχυρισμό, ότι "εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η προφορική σύμβαση των διαδίκων ήταν σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 46 παρ.3 του ν.2121/1993 περί αυτοδίκαιης μεταβίβασης των συγγενικών δικαιωμάτων στον εργοδότη.".Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος,εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός, με τη συνακόλουθη συνέπεια της εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί σύναψης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΑΠ 602/2017Μ 668/2015), και συνεπώς η προβολή του για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου δεν καταλαμβάνεται από το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.ΠολΔ, απαράδεκτο.
Από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, η οποία πρέπει να είναι σαφής^ορισμένη και να μην εξαρτάται από αίρεση, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε για όσα γεγονότα ομολογήθηκαν από αυτόν και κρίνεται αντικειμενικά?χωρίς να αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ530/2015).κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων του.
Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία η άρνηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγομένης έμμεσης δικαστικής ομολογίας των διαδίκων σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός.
Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνον ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο,(με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559αριθμ.11ΚΠολΔ, ΑΠ530/2015) το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία. (ΑΠ 1453/2003, 885/2002) Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί αυτού,ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(ΑΠ653/2008).Στην προκειμένη περίπτωση,ο αναιρεσείων,με τον έβδομο λόγο της κρινομένης αίτησής της,μέμφεται το Εφετείο, επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.12ΚΠολΔ,διότι δεν έλαβε υπόψη έμμεση ομολογία περί της αναγνώρισης από την αναιρεσίβλητη του αιτούμενου με την αγωγή δικαιώματος του,προερχόμενη,αφενός μεν από την ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, την οποία η τελευταία υπέβαλε κυρίως και όχι επικουρικώς και συνεπώς εμμέσως το ανεγνώρισε, αφετέρου δε από τη συνομολόγηση εκ μέρους της, της ήδη προαναφερθείσας καταβολής συγγενικών δικαιωμάτων των ηθοποιών στον προαναφερθέντα οργανισμό συλλογικής διαχείρισης αυτών.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του εμμέσως δεν δέχθηκε ότι από τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης συναγόταν έμμεση ομολογία των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Τέλος, δεν υφίσταται ανάγκη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ για το αν η εξαρτημένη εργασιακή σχέση του ηθοποιού προς τον παραγωγό συνιστά αυτοδίκαιη εκ μέρους του παραχώρηση άδειας για οποιαδήποτε εκμετάλλευση της ερμηνείας του από τον τελευταίο και σε καταφατική περίπτωση πώς καθορίζεται η αμοιβή του ηθοποιού ή εάν μία τέτοια παραδοχή εξαιρεί τον ηθοποιό από την προστασία του συγγενικού του δικαιώματος, με δεδομένο μάλιστα ότι η ένδικη σύμβαση είναι προφορική και σε ποιό είδος επίσης εκμετάλλευσης εντάσσεται η γενόμενη από την αναιρεσίβλητη χρήση,όπως ζητεί ο αναιρεσείων.
Ειδικότερα η έννοια της διάταξης του άρθρου 46παρ.3 του ν.2121/1993 είναι σαφής ,ενώ το είδος της παραχωρούμενης στα πλαίσια αυτής εκμετάλλευσης του συγγενικού δικαιώματος του ηθοποιού ερευνάται και διαγιγνώσκεται από το περιεχόμενο της ισχύουσας, σε κάθε περίπτωση, σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού και του αντισυμβαλλομένου του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2017 αίτηση του Ι. Ν. για αναίρεση της 439/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ