Legislator Case Law & Legislation
498/2018 AI generated

498/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 498/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

498/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 498 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Κ. συζ. Μ. Δ., το γένος Γ. Τ., 2. Ι. χας Γ. Τ., το γένος Ν. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Μουλατσιώτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Θ. Ο. του Γ., κατοίκου ..., 2. Σ. συζ. Α. Ζ. το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., 3.Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., 4.Β. συζ. Σ. Ρ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα -Αλέξιο Αναγνωστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 22/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-3-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 9/2016, Ολ. Α.Π. 20/2005). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, και σε τι συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία, ποια δηλαδή επί πλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση ή, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 27/98). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι εσφαλμένα αυτή δεν δέχθηκε ότι η κυριότητα επί του επίδικου τμήματος, επιφάνειας 193,72 τ.μ., ανήκει στις αναιρεσείουσες τόσο κατά παράγωγο, όσο και πρωτότυπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στο αναιρετήριο.

Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, γιατί στο αναιρετήριο δεν μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές, υπό τις οποίες συνετελέσθη η παραβίαση των στο αναιρετήριο μνημονευόμενων ρητά ουσιαστικών διατάξεων, το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου καθώς και οι ελλείψεις ή η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, αλλά υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσης της απόφασης, πλήττεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος και η εκτίμηση των αποδείξεων, που αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 368-387 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά ''ιδιάζουσες'' γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο χωρίς αξιόπιστο λόγο δεν διέταξε την αιτηθείσα απ' αυτές πραγματογνωμοσύνη περί της χωρικής και τοπικής ταυτότητας των αναφερόμενων στο αναιρετήριο ακινήτων και αν αυτά ταυτίζονται ή όχι με την επίδικη εδαφική λωρίδα.

Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει κάποιο αναιρετικό λόγο, αφού η σχετική κρίση ανήκει στη διακριτική και συνακόλουθα ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψεως υπόψη ισχυρισμού που προτάθηκε, ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, μη στοιχειοθετούμενων εντεύθεν των αναιρετικών πλημμελειών των διατάξεων των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε ανέλεγκτα δεκτό ότι " το επίδικο εδαφικό τμήμα, επιφάνειας 193,72 τ.μ., δεν ταυτίζεται με την εδαφική λωρίδα των 138,60 τ.μ.

και ότι παρέλκει το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης", αφού δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις, τα δε προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ήταν επαρκή για τη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, ενώ δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του ζητήματος αυτού.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων - εναγόντων, προκύπτουσα από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ότι ''η δικαιοπάροχος μητέρα τους είχε αποκτήσει μέρος του επίδικου ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/1936 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χ. Λ. εξ αγοράς από τον Ι. Ο. πλην μιας λωρίδος εκτάσεως 138.60 τ.μ., που αφορούσε ρυμοτομούμενο τμήμα του εν λόγω ακινήτου, η οποία λωρίδα δεν πωλήθηκε αλλά παρακρατήθηκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή απ' αυτόν και για την οποία (λωρίδα) δεν επικαλέστηκαν δική τους κυριότητα αλλά ομολόγησαν την κυριότητα των εναγομένων'', πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, εφόσον τα προεκτεθέντα περιστατικά δεν συνιστούν ομολογία των εναγόντων, δεδομένου ότι αφορούν σε ουσιώδη - αγωγικό - ισχυρισμό των ίδιων και όχι των εναγομένων, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, επιφάνειας 193,72 τ.μ., δεν ταυτίζεται με την εδαφική λωρίδα των 138,60 τ.μ.

και ότι οι δύο αυτές εκτάσεις είναι ξεχωριστές. Τέλος, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο συγκεκριμένες πλημμέλειες αυτής σχετικά με την παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γίνεται δε μόνο επίκληση της διάταξης αυτής και επανάληψη του κειμένου της, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.-

Kατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και εάν ακόμη, ως αναγόμενος σε θέμα δημόσιας τάξεως, έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεώς του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο και μόνο εάν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000).

Ο λόγος δε ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται στις άνω εξαιρέσεις. Έτσι, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, και ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αρ. 14 σε συνδυασμό με τον αρ. 8 ΚΠολΔ., για να στηρίξει επαρκώς τον από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο δια του δικογράφου της εφέσεως ή των πρόσθετων λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., γιατί το Εφετείο ''παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και εξ επαγγέλματος λόγω μεταβολής της ιστορικής της βάσης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα, καθόσον οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες μετέβαλαν δια των προτάσεών τους στον πρώτο βαθμό την ιστορική βάση της αγωγής, με την προβολή του ισχυρισμού ότι η εδαφική λωρίδα των 193,72 τ.μ.

δεν ταυτίζεται με τη λωρίδα εκτάσεως 138,60 τ.μ., που αποκλείσθηκε από την πώληση προς τη δικαιοπάροχο αυτών και παρακρατήθηκε κατά κυριότητα από τον πωλητή Ι. Ο.''. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από τις αναιρεσείουσες-εναγόμενες και εκκαλούσες με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής τους ότι προτάθηκε με σχετικό λόγο έφεσης τέτοιος ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.

Α.Π. 2/2008, 42/2002). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, το από 30-6-1937 διάγραμμα ρυμοτομίας διανοίξεως της οδού … (μετονομασθείσα σε …) του Δήμου Καλαμάτας, το οποίο έγγραφο νομίμως προσκομίσθηκε απ' αυτές μετ' επικλήσεως στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκε νόμιμα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δεύτερο βαθμό, και από το οποίο προέκυπτε ότι το επίδικο τμήμα αποκλείσθηκε από την πώληση προς τη δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων και παρακρατήθηκε κατά κυριότητα από τον πωλητή Ι.

Ο., γεγονός που αποδεικνύει πλήρως την ταυτότητα των δύο εδαφικών τμημάτων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (14η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά το γεγονός του αποκλεισμού από την πώληση και παρακράτηση της κυριότητας από τον πωλητή Ι.

Ο., που κατά τις αναιρεσείουσες αποπειράται να αποδείξει το εν λόγω έγγραφο, είναι γεγονός παραδεδεγμένο απ' αυτήν (αναιρεσιβαλλομένη), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη των περιεχομένων στον επικαλούμενο λόγο εφέσεως ισχυρισμών των αναιρεσειουσών, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου.

Η άποψη των τελευταίων ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2017 αίτηση των Κ. συζ. Μ. Δ. και Ι. χήρας Γ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 22/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ