Legislator Case Law & Legislation
498/2017 AI generated

498/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 498/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και τους από 13/9/2012 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

498/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 498 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 498/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Τσιάντη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "... πρώην "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεράσιμο Σπυρόπουλου και Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και τους από 13/9/2012 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1474/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 485/2014 μη οριστική και 7002/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/3/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 παράγραφοι 2 εδ. α’ και 4 εδ. ε’ του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων: "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά τον χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο" (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. α’ ), "Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως" (άρθρο 17 παρ. 4 εδ.

ε’ ). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 11 παρ. 3 ν. 2882/2001 [Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων], όπως η τελευταία (11 παρ. 3) αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3α του άρθρου 39 ν.4024/11, και ισχύουν για τις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής (άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου): "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση, η δικαστική δαπάνη, η οποία επιδικάζεται κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8... "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας. Οι διατάξεις του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και σε απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και έχει επέλθει αυτοδίκαιη άρση, λόγω παρέλευσης της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας.

Στην περίπτωση αυτή οι ενδιαφερόμενοι μπορεί να υποβάλλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012" (άρθρο 11 παρ. 3, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 3α άρθρου 39 ν.4024/2011. Ενόψει του ότι οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προς το συμφέρον του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από τη μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του, η αυτοδίκαιη άρση (ανάκληση) της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκτάμηνου δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 7/2007).

Ο υπέρ ου και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλλουν την ανωτέρω αυτοδίκαιη άρση (ανάκλησή) της και ιδίως μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, κατά την οποία είναι πλέον γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση για αποζημίωση του ιδιοκτήτη, και μάλιστα κατά την εκδίκαση της αγωγής του τελευταίου για επιδίκαση της κατά την ανωτέρω αιτία αποζημίωσης ή ως λόγο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε προς ικανοποίηση της απαίτησης αποζημίωσης.

Ο σχετικός ισχυρισμός, εάν προβληθεί προς αντίκρουση της αγωγής ή ανακοπής, είναι απαράδεκτος (Α.Π. 802/2012, Α.Π. 754/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με την συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι, αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση δε που, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται υστέρα από ανακοπή του οφειλέτου κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας να αποδειχθεί η απαίτηση από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1378/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, των ανακοπών (αρθρ.583 επ. 632, 933,979 Κ.Πολ.Δ.

και των πρόσθετων λόγων αυτών, της προβολής αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 1014/2010) καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ., δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ. ΑΠ 10/97, Ολ. ΑΠ 43/2005, ΑΠ 412/99). Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα Δήμο η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο (άρθρα 623, 624 Κ.Πολ.Δ.), απέρριψε, αποδεχομένη την από την αναιρεσίβλητη ασκηθείσα κατά της αντιθέτως αποφανθείσας πρωτοδίκου αποφάσεως (1474/2013 Μ.Πρ.

Αθηνών) έφεση, τον, περί μη συνδρομής της κατά τις παραπάνω διατάξεις των αρθ. 623 και 624 ΚΠολΔ απαιτουμένης για την έκδοση της ανακοπτομένης με αριθμό 12303/12 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτ. Αθηνών προϋπόθεση της ύπαρξη χρηματικής σε βάρος του (αναιρεσείοντος) απαίτηση από την κηρυχθείσα αρμοδίως υπέρ αυτού απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης [για την οποία καθορίστηκε, με την 6458/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η αναφερομένη σ’ αυτήν οριστική τιμή αποζημιώσεως, συνολικού ποσού 3.978.895,30 ευρώ, και με βάση την οποία, καθώς και την 189/2011 απόφαση του Μον.

Πρ. Αθηνών περί αναγνωρίσεως της αναιρεσίβλητης ως δικαιούχου της εν λόγω αποζημίωση εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής], πρώτο λόγο της ασκηθείσας κατά της τελευταίας από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) ενδίκου ανακοπής, θεμελιούμενο στο ότι κατά τον χρόνο (12-6-12) έκδοσης της, (διαταγής πληρωμής) είχε ήδη (από 30-7-11) επέλθει η αυτοδίκαιη άρση αυτής (απαλλοτριώσεως) εξαιτίας απράκτου παρόδου της από το άρθρο 11 παρ. 3 ν.2882/2001 τασσομένης για τη συντέλεσή της προθεσμίας (μη καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης εντός 18 μηνών από τον προσωρινό καθορισμό αυτής) και, συνεπώς, είχε αποσβεσθεί η προς είσπραξη της παραπάνω αποζημιώσεως αξίωση της αναιρεσίβλητης, καθόσον δέχθηκε [εσφαλμένως κατά την προβαλλομένη αιτίαση], ότι είναι απαράδεκτη η από τον αναιρεσείοντα-υπέρ ου η απαλλοτρίωση προβολή του περί αυτοδικαίας άρσεως της κηρυχθείσας απαλλοτριώσεως ισχυρισμού παραλείποντας παρά το νόμο, να ακυρώσει την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, κάνοντας δεκτή την προς θεμελίωση του προβληθέντος ως άνω λόγου επικληθείσα απ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) αιτίαση.

Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η, προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθ. 39 παρ. 3α ν.4024/2011, στην οποία ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στον υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσας σχετικής αποζημίωσης αναιρεσείοντα-ανακόπτοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτος ο, προς αντίκρουση της σχετικής αξίωσης της δικαιούχου της αποζημιώσεως αναιρεσίβλητης-καθής η ανακοπή προβαλλόμενος κατά της σχετικώς εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, λόγος ανακοπής, όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, επικυρώνοντας ακολούθως την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.

Η παραπάνω κρίση, δεν αναιρείται από το ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, δεν είχε παρέλθει η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 ν.2882/2001 προθεσμία εντός της οποίας η θιγόμενη από την απαλλοτρίωση αναιρεσίβλητη μπορούσε να υποβάλλει αίτηση διατήρησης της απαλλοτρίωσης, ούτε έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή απόφαση περί αποδοχής αυτής, από την οποία (υποβολή αίτησης) και μόνο συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες η επιθυμία του καθού η απαλλοτρίωση για διατήρησή της (ΑΕΔ 26/2010), αφού, και στην περίπτωση αυτή η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού προϋποθέτουσα την επίκληση της ήδη επελθούσας αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτριώσεως, καθίσταται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, απαράδεκτη.

Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν μπορεί να θεμελιωθεί, ούτε στη διάταξη του άρθρου 131 ν.4070/2012, με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001 και ορίστηκε ότι "Εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ’ ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης", καθόσον και η εν λόγω ρύθμιση, η οποία καθιστά παραδεκτή την προβολή της αυτοδικαίως επελθούσας άρσης της απαλλοτρίωσης ως αμυντικού ισχυρισμού του υπέρ’ ου η απαλλοτρίωση και υποχρέου προς καταβολή της αποζημίωσης για την αντίκρουση σχετικής αγωγής του καθ’ ου η απαλλοτρίωση προς επιδίκαση της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ως λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε προς ικανοποίηση της απαίτησης αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται, κατά τη σύμφωνη με το Σύνταγμα διάταξη του άρθρου 146 παρ. 1 του ως άνω νόμου (4070/12), στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος αυτού (10-4-12) και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής στη ένδικη περίπτωση κατά την οποία, και καθ’ ομολογία του αναιρεσείοντος, η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε πριν από την 10-4-12 με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλομένη με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος της, ως άνω λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 αιτίαση.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προέρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και αρθρ. 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 16.3.15 και με αριθ. καταθ. ...2015 αίτηση του Δήμου Παλλήνης Αττικής προς αναίρεση της 7002/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ