498/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated498/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 522, 552, 553 και 556 § 2 Κ.Πολ.Δ., με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι αποφάσεις που υπόκεινται σ' αναίρεση και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά πλειόνων αποφάσεων, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται σ' αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη.
Full text
Απόφαση 498 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αργυρακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κικίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υπεισελθέντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION ΑΕΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-2-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με τις από 26-3-2009 και 5-11-2009 αγωγές των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2012 του Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 27-9-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-2-2014 αίτησης αναίρεσης του Φ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 156/2012 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δικ. τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1373/2009).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 522, 552, 553 και 556 § 2 Κ.Πολ.Δ., με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι αποφάσεις που υπόκεινται σ' αναίρεση και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά πλειόνων αποφάσεων, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται σ' αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη.
Τούτο δε διότι η απόφαση αυτή σε περίπτωση μεν παραδοχής της έφεσης εξαφανίζεται, σε περίπτωση δε απόρριψης της έφεσης στην ουσία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς σ' αναίρεση υπόκειται μόνον η τελευταία (ΑΠ 107/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πλήττονται τόσο η 156/2012 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας όσο και η πρωτόδικη 183/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Με την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν εν μέρει δεκτές αντίθετες αγωγές αποζημίωσης από το αυτό αυτοκινητικό ατύχημα, η πρώτη του αναιρεσείοντος κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της ασφαλιστικής εταιρείας General Union, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια μετά την άσκηση της αγωγής και στη θέση της υπεισήλθε το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, και η δεύτερη του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και του Επικουρικού Κεφαλαίου, ενώ έγινε δεκτή παρεμπίπτουσα αγωγή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του αναιρεσείοντος.
Με την 156/2012 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, αφού κρίθηκαν όπως και πρωτόδικα συνυπαίτιοι κατά 50% οι δύο οδηγοί (αναιρεσείων και πρώτος αναιρεσίβλητος), απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι 348/2010 και 63/2011 εφέσεις των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν οι 363/2010 και 362/2010 εφέσεις του αναιρεσείοντος και του Επικουρικού Κεφαλαίου, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αφορά στην αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατ' αυτών, και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο 35.051,66 ευρώ αντί του ποσού των 36.051,66 ευρώ, που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως.
Υπό τα ως άνω δεδομένα και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη καθ' όσο μέρος απευθύνεται κατά της πρωτόδικης 183/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία κατά το μέρος της που αφορά στην από 26-3-2009 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου Δ.
Ν. εξαφανίσθηκε με την παραδοχή της έφεσης, ενώ καθ' όσο μέρος απορρίφθηκαν με αυτήν οι ανωτέρω εφέσεις, η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, η οποία και μόνον αυτή υπόκειται σε αναίρεση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθεντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ευβοίας έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: "Στις 20-6-2007 και περί ώρα 06.05, υπό συνθήκες επαρκούς φυσικού φωτισμού ημέρας, ο ενάγων της πρώτης αγωγής - εναγόμενος της δεύτερης Φ. Μ. οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ... ΔΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εκινείτο επί της διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση επαρχιακής οδού Χαλκίδας - Λεπούρων με κατεύθυνση από Λέπουρα προς Χαλκίδα, έχοντας προσεγγίσει την 12,4 χ/θ της εν λόγω οδού, η οποία στο σημείο αυτό έχει πλάτος περίπου 9,60 μέτρων, ήτοι 4,80 μ.
ανά ρεύμα (με επιπλέον ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,70 μ. στο ρεύμα προς Χαλκίδα), και όπου χωρίζονται οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται βάσει ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-32 στα 60 χλμ. ανά ώρα. Κατά τον αυτό χρόνο στην ίδια οδό αλλά με αντίθετη κατεύθυνση (προς Λέπουρα) εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής - ενάγων της δεύτερης Δ.
Ν. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την κάλυψη ζημιών προς τρίτους στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GENERAL UNION" (ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.), της οποίας η άδεια ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 15275/21-9-2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Ε (ΦΕΚ Β' 2028/21-9-2009) και στη θέση αυτής υποκαταστάθηκε το ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Ο Δ. Ν. θέλοντας να εισέλθει στο εργοστάσιο της "ΕΒΙΟΠ ΤΕΜΠΟ", το οποίο βρισκόταν αριστερά σε σχέση με την πορεία του, επιβράδυνε το όχημά του και το ακινητοποίησε αρχικά παράλληλα προς τη διαχωριστική γραμμή, απέναντι ακριβώς από την έξοδο του εργοστασίου.
Στη θέση αυτή ο Δ. Ν. παρέμεινε αναμένοντας την διέλευση άλλων οχημάτων, που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα προς Χαλκίδα, και στη συνέχεια εκκίνησε το όχημά του και παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή επιχείρησε αριστερή στροφή εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα καταλαμβάνοντας τμήμα αυτού πλάτους 1,80 μ.
από τη διαχωριστική γραμμή. Τότε αντιλήφθηκε το επερχόμενο με μεγάλη ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα αυτοκίνητο του Φ. Μ., το οποίο τη στιγμή εκείνη εξερχόταν της στροφής, που σχημάτιζε ο δρόμος σε απόσταση περί τα 100 μ., έχοντας μόλις πραγματοποιήσει προσπέραση άλλου προπορευόμενου αυτοκινήτου και ακινητοποίησε το όχημά του σε διαγώνια ως προς τον άξονα του δρόμου θέση 45°.
Ο Φ. Μ. όμως είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ το ανώτατο όριο των 60 χλμ/ώρα, για το λόγο δε αυτό, παρ' ότι τροχοπέδησε, δεν μπόρεσε να επιχειρήσει με επιτυχία αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με μεγάλη σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματός του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του Δ.
Ν., το οποίο μετά τη σύγκρουση διέγραψε αριστερή περιστροφή 180° και ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Λέπουρα, σχεδόν κάθετα προς το έρεισμα του δρόμου. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ανωτέρω τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών ανερχόμενη σε ποσοστό 50% για έκαστο εξ αυτών.
Ειδικότερα: α) Αναφορικά με τον Φ. Μ., η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, η οποία δεν δύναται μεν να διαπιστωθεί με ακρίβεια, αφού δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης (λόγω του ότι το όχημά του διέθετε σύστημα ΑΒS), αλλά εκτιμάται υπερβαίνουσα κατά πολύ τα 60 χλμ/ώρα, που έθετε ως όριο η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, με αποτέλεσμα να μην έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορέσει να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (παράβαση των άρθρων 4 παρ. 3 και 19 Κ.Ο.Κ).
Η υπερβολική ταχύτητα του οδηγούμενου από τον Φ. Μ. οχήματος αποδεικνύεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, εξ αιτίας της οποίας το αυτοκίνητο του Δ. Ν. εκτοξεύθηκε 11,20 μ. μακριά από το σημείο της σύγκρουσης, και τούτο μάλιστα παρ' ότι διέγραψε περιστροφή 180°, που απορρόφησε, λόγω της τριβής, μεγάλο μέρος της ορμής που απέκτησε από την πρόσκρουση.
Αντίθετα είναι βέβαιο, ότι αν εκινείτο με σύννομη ταχύτητα 60 χλμ./ώρα, το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, αφού θα μπορούσε να εκτελέσει με επιτυχία αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αξιοποιώντας το μεγάλο πλάτος του ελεύθερου οδοστρώματος που ανερχόταν στο σημείο της σύγκρουσης σε [(4,80 - 1,80 μ. =) 3,00 μ. + 2,70 μ.
το ασφάλτινο έρεισμα =] 5,70 μ. β) Αναφορικά με τον Δ. Ν., η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Χαλκίδα) παραβιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή (άρθρο 5 παρ. 8 περ. α' Κ.Ο.Κ). Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι ανευρέθησαν ίχνη νερού και λαδιού από το όχημά του, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Χαλκίδα και μάλιστα σε απόσταση 1,80 μ.
από τη διαχωριστική γραμμή, σύμφωνα με το σχετικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ. Χαλκίδας. Εν όψει αυτού δεν κρίνονται πειστικές ούτε η κατάθεση του (φερομένου ως αυτόπτη) μάρτυρα Α. Γ., αλλά ούτε και η προανακριτική κατάθεση της συνεπιβαίνουσας στο όχημα του Δ. Ν., Α. Σ., που τοποθετούν το σημείο σύγκρουσης εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του τελευταίου, αφού έρχονται σε πλήρη αντίθεση προς τα αντικειμενικά ευρήματα, που διαπιστώθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, όπως αυτά καταχωρήθηκαν στη σχετική από 20/7/2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και αποτυπώθηκαν στο προαναφερθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ Χαλκίδας".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κριθείσας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι αγωγές που είχαν ασκήσει ο ίδιος και ο αντίδικός του πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Ν., αφού κρίθηκαν και οι δυο συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος κατά 50% ο καθένας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 932, 914 ΑΚ και 4 παρ. 3, 19 παρ. 1, 5 παρ. 8 περ.
α' του ΚΟΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την υπερβολική ταχύτητα του αναιρεσείοντα Φ. Μ. άνω των 60 χιλιομέτρων την ώρα που καθόριζε η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 και για την είσοδο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μετά την παραβίαση συνεχόμενης διπλής διαχωριστικής γραμμής πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς των δυο οδηγών που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος και των δυο οδηγών όπως και της προβληθείσας αντίστοιχα ενστάσεως συνυπαιτιότητας που προβλήθηκε από καθένα των εναγομένων αντιδίκων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, και του πρώτου αναιρεσίβλητου και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί δικαιοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Εξάλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή συνέτρεξε συνυπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη η υπερβολική ταχύτητα του δικού του αυτοκινήτου, ενώ η κρίση το αυτοκίνητό του εκτοξεύθηκε σε απόσταση 11,20 μ. δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, β) η κίνηση του πρώτου αναιρεσίβλητου στο δικό του ρεύμα πορείας ήταν αιφνίδια και απρόβλεπτη και δεν μπορούσε ν' αντιδράσει είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά ουσιαστικές παραδοχές της με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο Λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθεντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 9β' που αναφέρει το αναιρετήριο) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: 1) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος επεχείρησε να εκτελέσει αιφνιδιαστικά ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του για να εισέλθει στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου ΕΒΙΟΠ - ΤΕΜΠΟ, χωρίς να καταστήσει έγκαιρα την πρόθεσή του αυτή με τη χρήση των δεικτών κατεύθυνσης του οχήματός του (άρθρο 21 παρ. 2 του ΚΟΚ) και 2) επιχείρησε να εισέλθει στο ίδιο εργοστάσιο από είσοδο που απαγορευόταν σε όλα τα οχήματα κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 3 του ΚΟΚ (πινακίδα Ρ-7).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί τα ίδια πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα τους αυτοτελείς αγωγίκούς ισχυρισμούς του αναιρεσειόντος από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθ' όσο μέρος στρέφεται κατά της 156/2012 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) για κάθε αναιρεσίβλητο, και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 61/25-2-2014 αίτηση για αναίρεση της 156/2012 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας και της 183/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα εξ αυτών. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ