498/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated498/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 975 του ίδιου Κώδικα, επί του δουλεύοντος ακινήτου, ασκήθηκε, υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, από τον κύριο αυτού, επί συνεχή εικοσαετία, μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας, με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 498 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. .... κατοίκων .... και 3. ...., κατοίκου ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.
Του αναιρεσίβλητου: ..., κατοίκου ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αλαφρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 27/9/2007 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 304/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ, συνάγεται ότι οι πραγματικές δουλείες, με βάση τις οποίες αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα σε βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, συνιστώνται και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 1045 επ.
ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 975 του ίδιου Κώδικα, επί του δουλεύοντος ακινήτου, ασκήθηκε, υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, από τον κύριο αυτού, επί συνεχή εικοσαετία, μερική φυσική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας, με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ήτοι αν, για την εφαρμογή του, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε έφεση κατά της 426/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων έχει στην κυριότητά του ένα ακίνητο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας..., εμβαδού περίπου ενός στρέμματος, που συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται, την κυριότητα του οποίου απέκτησε με αγορά, με το νομίμως μεταγεγραμμένο ....συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, από την ...., κυρία τούτου από δωρεά, δυνάμει του ...
συμβολαίου του επίσης αναφερόμενου συμβολαιογράφου. που μεταγράφηκε νόμιμα, καθώς και με έκτακτη χρησικτησία, διότι έκτοτε το νέμεται συνεχώς, καλλιεργώντας το αρχικά ως αμπέλι και στη συνέχεια έχοντας φυτέψει ελαιόδενδρα. Η αρχική εναγόμενη και δικαιοπάροχος των ήδη εναγομένων, ... συζ. Χ1, ήταν κυρία του γειτνιάζοντος, από ανατολικά, ακινήτου με το ακίνητο του ενάγοντος, εμβαδού 1 1/2 στρέμματος, που συνορεύει, όπως ειδικότερα στην απόφαση αναφέρεται.
Το ακίνητο του ενάγοντος δεν έχει πρόσβαση σε δρόμο και εξυπηρετείται, ως δεσπόζον, από δουλεία διάβασης, δια μέσου του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης, ως δουλεύοντος. Συγκεκριμένα εξυπηρετείται από δίοδο μήκους 83 μέτρων και πλάτους 2, 5 μέτρων περίπου, η οποία αρχίζει από το βορειοανατολικό όριο (άκρο) του ακινήτου του ενάγοντος, συνεχίζει μέσα από το ακίνητο της δεύτερης εναγομένης και σε επαφή με μέρος του νοτίου oρίou της ιδιοκτησίας του τρίτου, Ζ1, έχοντας κατεύθυνση, αρχικά, ανατολικά, σε μήκος περίπου 10 μέτρων, στη συνέχεια με στροφή προς αριστερά, με κατεύθυνση προς βορρά και σε επαφή με το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας Ζ1 σε μήκος 50 μέτρων περίπου, φθάνει μέχρι τον εκεί υπάρχοντα αγροτικό δρόμο και στη συνέχεια με στροφή προς τα δεξιά, λαμβάνει κατεύθυνση ανατολικά, παράπλευρα προς τον αγροτικό δρόμο σε μήκος 23 μέτρων και καταλήγει στο βορειοανατολικό άκρο του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης, όπου με ράμπα εισόδου συνδέεται με τον εκεί ευρισκόμενο αγροτικό δρόμο.
Τη δίοδο αυτή χρησιμοποιούσε η δικαιοπάροχος του ενάγοντος από το έτος 1939 έως το έτος 1970, οπότε το μεταβίβασε στον τελευταίο, αναφορά δε αυτής γίνεται και στο προαναφερόμενο ...συμβόλαιο, όπου κατά την περιγραφή του πωλούμενου ακινήτου στον ενάγοντα αναφέρεται "...με δικαίωμα διάβασης από το παρακείμενο κτήμα των κληρονόμων Σ1 ", από τους οποίους, και συγκεκριμένα από τον ...
του Σ1, η αρχική εναγομένη και δικαιοπάροχος της δεύτερης εναγομένης απέκτησε με αγορά, με το ...συμβόλαιο. Η αναφορά του δικαιώματος διάβασης υπέρ του ακινήτου του ενάγοντος από το ακίνητο της δεύτερης εναγομένης στο συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου αυτού, είναι καθοριστικής σημασίας καθώς από την αναφορά αυτή καταλύεται ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι το ακίνητο του ενάγοντος εξυπηρετούνταν από διάβαση διαμέσου άλλου ακινήτου και συγκεκριμένα από τη δυτική πλευρά του βόρειου του ενάγοντος και δυτικά της δεύτερης εναγομένης γειτονικού ακινήτου, ιδιοκτησίας Ζ1 Και αυτό διότι το όνομα Ζ1 ως ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου, αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο, το οποίο είναι σημαντικά προγενέστερο του τίτλου κτήσης της δικαιοπαρόχου των εναγομένων (το πρώτο καταρτίστηκε το έτος 1966, το δεύτερο το έτος 1983), δεν γίνεται όμως αναφορά για δικαίωμα διάβασης διαμέσου του ακινήτου ιδιοκτησίας Ζ1 αλλά διαμέσου του ακινήτου ιδιοκτησίας των κληρονόμων Σ1.
Από την αγορά του ακινήτου του ο ενάγων χρησιμοποιεί συνεχώς την επίδικη διάβαση, η οποία έως το έτος 1970 είχε πλάτος 2 μέτρων, έκτοτε δε, έχει πλάτος 2, 50 μέτρων λόγω διέλευσης από αυτήν με μηχανοκίνητα μέσα (τρακτέρ και αγροτικά αυτοκίνητα) προς καλλιέργεια και μεταφορά αγροτικών ειδών (λιπασμάτων, καρπών, κλπ).
Η αναφορά της επίδικης διάβασης στο ως άνω συμβόλαιο, συνεχίζει το Εφετείο, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο σύστασης δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του ενάγοντος. Ωστόσο, ακολούθως των ανωτέρω, ο ενάγων κατέστη κύριος της επίδικης δουλείας διάβασης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1986, οπότε συμπληρώθηκε εικοσαετία συνεχούς και αδιάλειπτης χρήσης της διόδου αυτής. 'Έκτοτε δε χρησιμοποιούσε συνεχώς τη συγκεκριμένη διάβαση προκειμένου να έχει πρόσβαση στο ακίνητό του, καθόσον δεν είναι δυνατή η πρόσβαση από άλλο σημείο, καθώς νότια του ακινήτου του υπάρχει δέτης, ύψους 2, 5 μέτρων, βόρεια δε, ήτοι στην πρόσοψη των ακινήτων ιδιοκτησίας Ζ1 και Ζ2 στον αγροτικό δρόμο υπάρχει επίσης δέτης, ο οποίος είναι ιδιαίτερα υψηλός, έχει δε κατηφορική κατεύθυνση από την ιδιοκτησία του Ζ2 προς του Ζ1 και στη συνέχεια χαμηλώνει ιδιαίτερα στο βορειοανατολικό άκρο του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης, από όπου δηλαδή αρχίζει (ή καταλήγει) η επίδικη δίοδος με τη βοήθεια μιας ράμπας.
Τη δίοδο αυτή χρησιμοποιούσε ο ενάγων έως το μήνα Ιούνιο του έτους 1998, οπότε η αρχικώς εναγομένη και δικαιοπάροχος των ήδη εναγομένων, φύτεψε στη διάβαση και περιέφραξε το δυτικό όριο του ακινήτου της με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα, καθιστώντας έτσι ανέφικτη τη χρήση της διόδου από τον ενάγοντα.
Την κατάσταση αυτή διατηρούν έως σήμερα και οι εναγόμενοι προσβάλλοντας το εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας του ενάγοντος επί της επίδικης διάβασης καθώς αμφισβητούν την ύπαρξή της και αναιρούν τη χρησιμότητά της για τον ενάγοντα, παρεμποδίζοντας τη διέλευσή του από αυτήν. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε βάσιμη την ένδικη, περί ομολογήσεως δουλείας αγωγή, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε διαφορετικά.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του ΑΚ, που στη αρχή αναφέρονται, καθόσον δέχτηκε ότι αποκτήθηκε δουλεία διόδου με έκτακτη χρησικτησία μόνο με τη διέλευση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, από το ακίνητο των αναιρεσειόντων, χωρίς να δέχεται και ότι η διέλευση αυτή γινόταν με διάνοια δικαιούχου της εν λόγω δουλείας επί μία εικοσαετία και έτσι, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα εκείνες απαιτούν.
Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ. κατά το βάσιμο σχετικό μοναδικό λόγο αναίρεσης, και συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 304/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ