498/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 397/1997 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/11/2000 αίτησή του και τους από 8/9/2003 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated498/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο υπό στοιχεία β΄ λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι άφησε αδίκαστο το δεύτερο λόγο της εφέσεως του με τον οποίο παρεπονείτο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας απέρριψε την ένσταση του περί ελλείψεως της κατά τόπο αρμοδιότητάς του προς εκδίκαση της υποθέσεως.
Full text
Απόφαση 498 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Γεώργιο-Φώτιο Κώτσο, ο οποίος ανακάλεσε την από 12/12/2005 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου : Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 397/1997 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/11/2000 αίτησή του και τους από 8/9/2003 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολομ.ΑΠ 57/1998, Ολομ.Α.Π. 32/1996).
Επομένως σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ως ορισμένη ενώ αυτή ήταν αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και να προσδιορίζονται οι αοριστίες αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ενώ αυτή ήταν απαράδεκτη λόγω των αοριστιών της. Ωστόσο όμως στον ως άνω λόγο δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχε επικαλεσθεί το ενάγον ΤΕΕ προς θεμελίωση της αγωγής του, αλλά απλώς εκτίθεται ότι «ολόκληρο στο ιστορικό της αγωγής δεν υπήρχε ούτε ένα δραχμικό κονδύλι και από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η αξίωση του ποσού των δρχ. 950.453 που ανέγραψε η αγωγή μόνο στο διατακτικό του».
Επομένως ο λόγος αυτός υπό στοιχεία α' πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ, γ΄ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο υπό στοιχεία β΄ λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι άφησε αδίκαστο το δεύτερο λόγο της εφέσεως του με τον οποίο παρεπονείτο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας απέρριψε την ένσταση του περί ελλείψεως της κατά τόπο αρμοδιότητάς του προς εκδίκαση της υποθέσεως.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη τοπικής αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δια της παραδοχής θεμελιωτικού αυτής πραγματικού περιστατικού και δη ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίσθηκε στην Άρτα, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί ο αναιρεσείων στην αίτηση αναιρέσεως του («η προσβαλλόμενη απόφαση αποδέχεται ότι εγώ ο κάτοικος Αθηνών μετέβην στην Άρτα για να αναθέσω σε πολιτικό μηχανικό την εκπόνηση μελέτης και έκδοση οικοδομικής αδείας για δημιουργία οργανωμένου χώρου κατασκήνωσης (camping) σε ακίνητο μου που βρισκόταν στο .....) και εντεύθεν ερεύνησε τον άνω λόγο εφέσεως.
Συνεπώς ο από το ως άνω άρθρο πρώτος υπό στοιχεία β΄ λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη οικοδομικού έργου φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και επιβλέποντας τις οικοδομικές εργασίες (άρθρ. 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ), που δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερη από τη νόμιμη.
Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή δικαιούται τη νόμιμη την καθοριζόμενη από το ΠΔ 696/1974 ή το β.δ. της 19/21-2-1938, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε. Την αμοιβή δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του β.δ. της 30/31-5-1956, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (ΑΠ 270/1998).
Τα αυτά διαλαμβάνει και το άρθρο 2 του ΠΔ 48 της 7/11-3-1994. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ψέγεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή γι'έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, γιατί ο πολιτικός μηχανικός....., δικαιούχος της υποτιθέμενης αμοιβής, δεν είχε παράσχει στο ΤΕΕ εντολή ασκήσεως της, ούτε είχε παραιτηθεί του δικαιώματος να ασκήσει ο ίδιος την αγωγή και ότι εσφαλμένα επιδίκασε ολόκληρη την αμοιβή του άνω μέλους του ΤΕΕ στο ΤΕΕ ενώ όφειλε να επιδικάσει μόνο ποσοστό 2%.
Ο άνω λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το ΤΕΕ, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομιμοποιείται προς δικαστική επιδίωξη της οφειλόμενης αμοιβής καθ΄ υποκατάσταση του δικαιούχου αυτής.
Ο από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ΄εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη τοιαύτα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 13/1995, Ολ.ΑΠ 294/1981).
Για να είναι όμως ορισμένος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σ'αυτόν τα «πράγματα» που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα «πράγματα» ήταν ουσιώδη.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 577 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ΄ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Η άνω αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολομ.ΑΠ 27/1998 ΟΛ.
ΑΠ 32/1996). Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι τούτο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, καθώς και οι αιτιολογίες που λείπουν ή είναι ανεπαρκείς, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8, 1 και 19 ΚΠολΔ, ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ....., πολιτικός μηχανικός, συνέταξε αρχιτεκτονική μελέτη και τη γενική του έργου σε στατικές, θερμομονωτικές, υδραυλικές και ηλεκτρικές κατασκευές και στις 9-12-1987 τις υπέβαλε μαζί με τη μελέτη πυροπροστασίας στον ΕΟΤ, ο οποίος στις 5-2-1989 προέβη στην έγκριση τους, ενώ το ενάγον ΤΕΕ ισχυρίσθηκε στην αγωγή του ότι ο άνω πολιτικός μηχανικός υπέβαλε μόνο την αρχιτεκτονική μελέτη στον ΕΟΤ και ότι στις 11-3-1988 ειδοποίησε τον εναγόμενο να καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα δρχ. 950.955 για να υποβληθούν τα δικαιολογητικά στην Πολεοδομία.
Επίσης δέχθηκε ότι οι συνταγείσες από τον ..... μελέτες ήταν οι ενδεδειγμένες για την έκδοση αδείας «ΚΑΜΠΙΝΓΚ», αν και ο ίδιος ο πραγματογνώμονας εκθέτει ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν και στην συνέχεια χαρακτηρίζει την εκπονηθείσα εργασία του ..... αυθαίρετα συμπληρωματική της εργασίας του......, αν και η πραγματογνωμοσύνη ανέφερε ότι οι εργασίες στο ακίνητο μου έγιναν σύμφωνα με την μελέτη του πολιτικού μηχανικού ....., μετά την άρνηση του πρώτου να υλοποιήσει την δοθείσα εντολή, από τον οποίον και εκδόθηκε η με αριθμ. .....
άδεια οικοδομής και για την εργασία αυτήν καταβληθέντος ποσού δρχ. 438.261. Και ότι το Εφετείο, παραβλέποντας όλα αυτά, δέχθηκε ότι ο προύπολογισμός του έργου ήταν 15.400.000 δρχ. και όχι 2.150.000 δρχ. σύμφωνα με την εκδοθείσα και υλοποιηθείσα άδεια οικοδομής. Με την κρίση δε αυτή το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα β) παραβίασε τον νόμο και γ) στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, γιατί περιέλαβε σ'αυτή ασαφείς, αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίας που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Και οι τρεις ως άνω λόγοι αναιρέσεως, που συνιστούν μέρη του τρίτου λόγου αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως α) ποία επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν τα «πράγματα» στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα «πράγματα» ήταν ουσιώδη (άρθρ. 559 αρ.8) β)ποία διάταξη του ουσιαστικού νόμου παραβιάσθηκε (άρθρ. 559 αρ.1) και γ) η διάταξη του ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα και σε τι συνίσταται η ασάφεια, ανεπάρκεια και η αντίφαση των αιτιολογιών της αποφάσεως (άρθρ. 559 αρ.19).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, καίτοι είχε προτείνει αυτήν με τις προτάσεις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της υπ΄ αριθμ. 1/1990 πράξεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου μέχρις της πρώτης μετ΄ αυτήν διαδικαστικής πράξεως).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός προτάθηκε παραδεκτά και στο Εφετείο (Ολ. ΑΠ 43/1990). Από τα άρθρα 552 και 553 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά τα οποία αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών και τελεσιδίκων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας για τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ιδίου κώδικα περιοριστικώς λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς το άρθρο 562 παρ.2 αυτού, κατά τον οποίον είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται προβολή ενώπιον του Αρείου Πάγου ενστάσεων που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς της επιδίκου απαιτήσεως, είτε αυτοί γεννήθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είτε προϋπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, διότι ο 'Αρειος Πάγος δικάζει όχι την υπόθεση, αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση όπως αυτή διεξήχθη ενώπιον του ουσιαστικού δικαστηρίου, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων περί των οποίων δεν κλήθηκε να κρίνει τούτο.
Επομένως η ένταση του αναιρεσείοντος, που διατυπώθηκε με το δικόγραφο του προσθέτου λόγου, κατά την οποία η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου παραγράφηκε, διότι από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μέχρι του ορισμού δικασίμου για την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας κατ΄άρθρο 250 αρ.5 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2000, αίτηση του ....., για αναίρεση της 397/1997 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ