Legislator Case Law & Legislation
497/2022 AI generated

Supreme Court dismisses public hospital's appeal and rejects employees' claim for holiday bonuses.

Case Number 497/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the public hospital's appeal against the First Instance Court's decision to deny holiday bonuses to eight employees. The employees argued that a specific clause in the public sector salary law was unconstitutional, but the First Instance Court ruled it valid and applied newer salary regulations that excluded such bonuses. The Court upheld this ruling, finding the hospital's appeal based on the unconstitutionality of the law to be unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, paragraph 1, and 16 of Law 4024/2011; Article 1, paragraph 1, sub-paragraph G.1, of Law 4093/2012: The Supreme Court held that the specific clause abolishing holiday bonuses in the public sector salary law is not unconstitutional and remains applicable, thereby rejecting the employees' claim for such payments.

Keywords

AI generated
public sector salary law holiday bonus entitlement unconstitutionality challenge public hospital employees labor dispute outcome

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 sub-paragraph G.1 of Law 4093/2012
Article 16 of Law 4024/2011
Article 141 of Law 4270/2014
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 497 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 497/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΡΑΜΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Δράμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Μουκανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Μ. του Χ., 2) Σ. Χ. του Β., 3) Η. Κ. του Π., 4) Τ. Τ. του Κ., 5) Α. Τ. του Α., 6) Γ. Ε. του Ι., 7) Γ. Μ. του Κ. και 8) Σ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίας δικηγόρου Ευμορφίας Ρήγα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 144/15-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν η 16/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 166/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση και των δύο αποφάσεων, ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Η πληρεξούσια αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται κατά τη συζήτηση.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία στον Άρειο Πάγο η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Ειδικά όμως για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4509/2017 (ΑΠ 838/2019).

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης επισπεύδεται από το αναιρεσείον νπδδ με την επωνυμία Γενικό Νοσοκομείο Δράμας, με επιμέλεια του οποίου αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (κατ' άρθρα 143 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ) στην αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Ελένη Μαργαρίτου, δικηγόρο του ΔΣ Δράμας (βλ.

την 4904γ/27.10.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Β. Μ.), για τη δικάσιμο της 12.1.2021 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Εκ των συνολικά οκτώ αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα σύμφωνα με δήλωση της τελευταίας κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ.

πρακτικά συνεδριάσεως), μόνον δυο, οι Σίμος Χατζησυμεών και Ηλίας Κωνσταντινίδης, έχουν χορηγήσει σε αυτήν τη σχετική πληρεξουσιότητα και παρίστανται προσηκόντως. Όμως η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να είναι και οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι παρόντες. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση:

Αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση μόνον ως προς το σχετικό με την απόρριψη της έφεσης κεφάλαιο, ενώ ως προς το σχετικό με την απόρριψη της αγωγής κεφάλαιο σε αναίρεση υπόκειται η πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1549/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 16/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με τη διαδικασία των μικροδιαφορών και της 166/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτη, καθ'οσον η εκκαλουμένη ήταν ανέκκλητη, έχει ασκηθεί νόμιμα, με κατάθεση του δικογράφου της αναιρέσεως στη γραμματεία αμφοτέρων των δικαστηρίων, και εμπρόθεσμα (564 παρ. 3 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκε την 11.12.2019, δηλαδή εντός του ιδίου έτους και συνεπώς εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δυο ετών από την έκδοση της τελευταίας προσβαλλόμενης απόφασης, επίδοση της οποίας, δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Σημειωτέον ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης της αναιρεσιβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης σε περίπτωση άσκησης εμπροθέσμως έφεσης εκκινεί από το χρονικό σημείο της έκδοσης της απόφασης του εφετείου, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, καθόσον με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση αποφάσεως, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη ως προς τα ζητήματα που έκρινε (ΑΠ 1158/1980, 1000/2009).

Επομένως η αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν προβάλλεται σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, τέσσερις λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων (ΑΠ 97/2013).

Ειδικότερα, ο προβλεπόμενος του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, 1/2016).

Παρέπεται ότι ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων (πρβλ. ΑΠ 617/2019 που αναφέρεται στην ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1). Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης που στρέφεται κατά της 166/2019 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται ότι το δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη, επειδή εσφαλμένα θεώρησε ότι εφαρμοστέα επί της διαφοράς ήταν η διαδικασία των μικροδιαφορών και ότι κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 512 ΚΠολΔ δεν συγχωρούνταν η άσκηση εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Οι ειδικές περί μικροδιαφορών διατάξεις αποτελούν διαδικαστική απόκλιση από την γενική (τακτική) διαδικασία (ΑΠ 932/2004) και δεν εφαρμόζονται στις ειδικές διαδικασίες που αποτελούν ειδικό κεφάλαιο του ΚΠολΔ, στις διατάξεις του οποίου δεν περιλαμβάνεται παραπομπή στις διαδικαστικές αποκλίσεις των μικροδιαφορών.

Η τήρηση των ειδικών διαδικασιών είναι υποχρεωτική για τις υποθέσεις που υπάγονται σε αυτές, λόγω της ρητής πρόβλεψης της παρ. 6 του άρθρου 591 του ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία "Εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί το δικαστήριο αποφαίνεται για αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται".

Ο ενάγων δεν έχει δικαίωμα να επιλέξει αντί της ειδικής διαδικασίας τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών ή άλλη ειδική διαδικασία, ακόμη κι αν συμφωνεί ο εναγόμενος, γιατί η θέσπιση των ειδικών διαδικασιών εξέρχεται από τα όρια της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, την δε τήρησή της ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.

Τούτο δεν αναιρείται από την κατάργηση των άρθρων 642 και 666 παρ. 3 του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, από την οποία δεν συνάγεται βούληση του νομοθέτη για εφαρμογή των διατάξεων των μικροδιαφορών και στις ειδικές διαδικασίες, επειδή το διαδικαστικό περιβάλλον των μικροδιαφορών, συνέχισε, και μετά τις τροποποιήσεις του Ν.4335/2015, να είναι ασύμβατο με τις ρυθμίσεις των ειδικών διαδικασιών, ώστε να μη χωρεί αλληλοσυμπληρούμενη εφαρμογή των δύο διαδικαστικών πλαισίων.

Ειδικότερα εάν εφαρμοσθούν οι ειδικές διατάξεις των άρθρ. 466 επ. του ΚΠολΔ και στις ειδικές διαδικασίες, τότε για τα μη ρυθμιζόμενα ειδικά ζητήματα, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, απόκλιση των οποίων θα θεωρούνται οι ρυθμίσεις των μικροδιαφορών, όπως η δυνατότητα παράστασης του διαδίκου στο δικαστήριο χωρίς δικηγόρο, η προθεσμία άσκησης ανταγωγής με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου οκτώ μέρες πριν από τη δικάσιμο ή η προθεσμία για την άσκηση παρεμβάσεως, προσεπικλήσεως και ανακοινώσεως της δίκης, για τις οποίες, ορίζεται προθεσμία επίδοσης στους διαδίκους 10 ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρ. 591 παρ. 1 περ.

β του ΚΠολΔ) όση δηλαδή είναι και η προθεσμία επιδόσεως της αγωγής που ισχύει στις μικροδιαφορές, οπότε είναι αδύνατη η άσκησή τους όταν η αγωγή μικροδιαφοράς επιδίδεται στο όριο της προθεσμίας, ενώ προσβάλλεται το δικαίωμα ακροάσεως που προβλέπεται από το άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ.

Ακόμη, στις μικροδιαφορές προβλέπεται η απόλυτη αποδέσμευση όχι μόνον από τους κανόνες απόδειξης, αλλά και από τους εν γένει δικονομικούς κανόνες (άρθρο 469 παρ 2 του ΚΠολΔ), συντρέχουν ειδικοί όροι δημοσίευσης των αποφάσεων κατά το άρθρο 471 του ΚΠολΔ (προφορική δημοσίευση της απόφασης κατά κανόνα αμέσως μετά την συζήτηση κ.λπ.), οι αποφάσεις είναι ανέκκλητες (άρθρ. 512 του ΚΠολΔ) και δεν ισχύουν οι δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας, η δε συζήτηση προχωρεί ως ο απών διάδικος να ήταν παρών (άρθρ. 469 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ρύθμιση η οποία ταυτίζεται μόνο με την υποκατηγορία των εργατικών διαφορών και όχι τις υπόλοιπες περιουσιακές διαφορές).

Τέλος η απλοποιημένη διαδικασία των ειδικών διατάξεων των μικροδιαφορών, που θεσπίσθηκε και ίσχυσε ως θεσμική εξαίρεση, δεν δύναται χωρίς ρητή νομοθετική πρόβλεψη και συμπληρωματικές ρυθμίσεις να αποτελέσει μία νέα ολοκληρωμένη διαδικασία γενικής εφαρμογής για όλες τις διαφορές το αντικείμενο των οποίων δεν ξεπερνά τις 5.000 €.

Επομένως και μετά την αναμόρφωση των ειδικών διαδικασιών με τον Ν 4335/2015 δεν νοείται η επέκταση εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρ. 466 επ. του ΚΠολΔ και στις ειδικές διαδικασίες, καθόσον η συνδυαστική εφαρμογή τους, πλήττει βασικές αρχές της καλόπιστης και διεξαγωγής της δίκης και της ισότητας των διαδίκων μερών και το δικαίωμα ακροάσεώς τους.

Οι ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές δεν εφαρμόζονταν στις ειδικές διαδικασίες και ειδικότερα στη διαδικασία των εργατικών διαφορών με ρητή νομοθετική πρόβλεψη (άρθρ. 666 παρ. 3 του ΚΠολΔ) μέχρι τη σιωπηρή κατάργηση της διάταξης με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015). Η κατάργηση αυτή, όχι μόνο της διάταξης που αφορούσε στις εργατικές διαφορές αλλά και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας ή των ζημιών από αυτοκίνητα (άρθρ. 681 και 681 Δ του ΚΠολΔ) κ.λπ.

δημιούργησε διχογνωμία στη θεωρία ως προς το αν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις μικροδιαφορές στις ειδικότερες υποκατηγορίες των περιουσιακών διαφορών του νέου άρθρου 614 ΚΠολΔ και σε όσες αγωγές ασκήθηκαν υπό το καθεστώς του ν. 4335/2015, δηλ. από την 1.1.2016 και μετά, διχογνωμία που δεν επικράτησε στη νομολογία των κατώτερων δικαστηρίων, η συντριπτική πλειοψηφία των αποφάσεων των οποίων έκρινε ότι αυτές είναι ανεφάρμοστες στις περιουσιακές διαφορές.

Εν τέλει, η διχογνωμία επιλύθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4842/2021 με το οποίο προστέθηκε όγδοη παράγραφος στη διάταξη του άρθρου 591. Όπως ρητά αναφέρεται στη εισηγητική έκθεση του νόμου με την παράγραφο 8 που προστέθηκε στο εν λόγω άρθρο "διευκρινίζεται" ότι οι αποκλίσεις των άρθρων 466-472 για τις μικροδιαφορές δεν εφαρμόζονται στις υποθέσεις των ειδικών διαδικασιών.

Συνάγεται επομένως ότι με την παράγραφο 8 ο νομοθέτης δεν εισάγει νέα ρύθμιση αλλά αίρει τη διχογνωμία περί της εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, επεξηγώντας τους λόγους για τους οποίους οι διατάξεις περί μικροδιαφορών είναι ασυμβίβαστες με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών είτε αποκλείεται ρητά η εφαρμογή τους από το νόμο είτε όχι.

Περαιτέρω, αν η απόφαση εκδόθηκε με εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον τούτο επιτρέπεται είτε με βάση τη διαδικασία που εφαρμόστηκε είτε με βάση αυτή που έπρεπε να εφαρμοστεί (αρχή της μείζονος εύνοιας, κρατούσα γνώμη, ΟλΑΠ 5/1985, ΑΠ 1722/2005). Επομένως, στην περίπτωση που εργατική διαφορά εκδικάστηκε από το ειρηνοδικείο με εφαρμογή των διατάξεων περί μικροδιαφορών, συγχωρείται κατά της σχετικής απόφασης αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρο 560 περ. 1 ΚΠολΔ.

Στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας", στο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους" και στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 αυτού ότι: "1.

Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. [...] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4.

Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος" και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα όμως αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερωμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ. 6 και 16, 481/2018, σκ. 12, 4741/2014 σκ. 12, 668/2012, σκ. 37).

Με το ν. 2470/1997, οι διατάξεις του οποίου επεκτάθηκαν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., δυνάμει της 2026439/3480/0022/30.5-6.6.1997 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 462 με έναρξη ισχύος από 1.1.1997) προβλέφθηκε ειδικώς η χορήγηση επιδομάτων εορτών και αδείας, του μεν επιδόματος Χριστουγέννων ορισθέντος ίσου με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου του υπαλλήλου μετά των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης, των δε επιδομάτων Πάσχα και αδείας ορισθέντων, καθενός εξ αυτών, ίσων προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του εκάστοτε μισθολογικού κλιμακίου και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης (άρθρο 9).

Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέλαβε ο ν. 3205/2003 περί του μισθολογίου των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου (και των Ν.Π.Δ.Δ.) και των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, οι διατάξεις του οποίου επεκτάθηκαν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. (ΥΑ 2/7093/0022 - ΦΕΚ Β' 215/5.2.2004). Πριν από τις ανωτέρω ρυθμίσεις, παροχές επ' ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα είχαν χορηγηθεί και στον ιδιωτικό τομέα από τους εργοδότες, οικειοθελώς και ως έθιμο, σε είδος ή σε χρήμα (εξ ού και η ονομασία "δώρα"), στη συνέχεια με επαναλαμβανόμενες, κατ' έτος, υπουργικές αποφάσεις και μετά το ν.δ. 3239/1955 με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.

Στο Δημόσιο, τα επιδόματα εορτών είχαν αναγνωρισθεί υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων με τον α.ν. 1502/1950, άρθρο 9 παρ. 1, η ίδια δε ρύθμιση επαναλήφθηκε με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 1811/1951, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθιερώθηκε και το επίδομα αδείας. Αντίστοιχες ρυθμίσεις είχαν περιλάβει το ν.δ. 4548/1966, ο Υπαλληλικός Κώδικας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 611/1977) και ο ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Στο πλαίσιο της επίσημης αναγνώρισης, από τον Ιανουάριο του έτους 2010, της δημοσιονομικής κρίσεως και μετά τη διαπίστωση, με την 2010/182 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2010 (L 83/13), της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος στην οποία είχε περιέλθει η Ελληνική Δημοκρατία, καθώς και της ανάγκης λήψεως μέτρων για τη μείωση αυτού, δημοσιεύθηκε ο ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", με τις διατάξεις του οποίου, μεταξύ των άλλων μέτρων, μειώθηκαν οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1) αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και ορίσθηκε νέο όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2) αναδρομικά από 1.3.2010 (άρθρο 20 παρ. 2).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του ανωτέρω ν. 3833/2010 ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).

Τα επιδόματα των παραγράφων A3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 (για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων και για την αντιστάθμιση δαπανών) μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.

Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", στον οποίο προσαρτήθηκαν ως παραρτήματα το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, με τον οποίο θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος με τα ως άνω δύο Μνημόνια οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των θεσπισθέντων μέτρων περιελήφθησαν η περαιτέρω μείωση κατά 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου καθώς και η πρόβλεψη, για καθένα από τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ως άνω ν. 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από την 1.6.2010, σύμφωνα με το άρθρο έβδομο παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2.

Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...

καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους". Ακολούθως, με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015", ανεστάλησαν από 1.7.2011 και έως τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 5 του ανωτέρω ν. 3205/2003 περί του χρόνου μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Δημοσίου, ενώ, με το άρθρο 55 παρ. 23 περίπτ.

α` του ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - κ.λπ." μειώθηκε αναδρομικά από 1.7.2011 κατά ποσοστό 50% το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 παρ. 1 του ως άνω ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, "κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών".

Επακολούθησε ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", με τον οποίον επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας.

Οι ρυθμίσεις αυτές είχαν ως συνέπεια την περικοπή αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα (ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3372-3373/2015). Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, στις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του εν λόγω νόμου (Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης) υπάγονταν οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), μεταξύ άλλων, των Ν.Π.Δ.Δ. (περ.

γ). Στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου, για τα επιδόματα εορτών και αδείας, εισήχθη ρύθμιση όμοια με εκείνη του προαναφερθέντος ν. 3845/2010. Ειδικότερα, ορίσθηκαν, το επίδομα Χριστουγέννων στο ποσό των 500 ευρώ (παρ. 1) και καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας στο ποσό των 250 ευρώ (παρ. 2 και 3), επιπλέον δε, προβλέφθηκε ότι τα επιδόματα αυτά εορτών και αδείας θα καταβάλλονταν, εφόσον οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των εν λόγω επιδομάτων, δεν υπερέβαιναν κατά μήνα (υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση) το ποσό των 3.000 ευρώ, και ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου αυτού ορίου αποδοχών, τα επιδόματα αυτά θα καταβάλλονταν μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ, μειούμενα αναλόγως (παρ. 5).

Περαιτέρω, με το ν. 4046/2012 εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης ("Memorandum of Understanding") γνωστό ως Μνημόνιο II, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2) ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σε αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1).

Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής ("Memorandum of Economic and Financial Policies"), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής ("Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality") και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης ("Technical Memorandum of Understanding").

Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επιμέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στο ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής στο κεφάλαιο με τίτλο "Δημοσιονομική Πολιτική": "6.

Για να διασφαλίσει την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος, η κυβέρνηση θα αναλάβει τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά των δαπανών. Λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη πορεία ανάκαμψης, τα συνεχή προβλήματα της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση και την ανάγκη να προσαρμόσουμε κάποια από τα προηγούμενα μέτρα, θα απαιτηθούν επιπρόσθετα μέτρα πέραν εκείνων που έχουν ήδη εγκριθεί στο πλαίσιο της ΜΔΣ [εννοείται:

Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική] του 2011 και του προϋπολογισμού του 2012. ... Το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτευχθεί μέσω περικοπών δαπανών που αποσκοπούν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης... 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν:

Μειώσεις στη μισθολογική δαπάνη του δημοσίου τομέα... 8. Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση... 9. Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης.

Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες...". Στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει το ν. 4046/2012, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι παρά τις προσπάθειες των τελευταίων τριών ετών συνεχίσθηκε η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο ανήλθε για το έτος 2011 στα 368 δισ., υπερβαίνοντας το 169% του ΑΕΠ, και ότι τούτο επέβαλλε τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του, και ειδικότερα μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Στη συνέχεια, με το ν. 4051/2012 εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του, κατά τα ανωτέρω, Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με το ν. 4032/2011 προϋπολογισμό του έτους 2012. Ακολούθως, εκδόθηκε o v. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016".

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του μεσοπρόθεσμου πλαισίου (βλ. σχετ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών, Οκτωβρίου 2012) και ιδίως στην ενότητα 1 "Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές" του Κεφαλαίου 3 του μεσοπροθέσμου, υποενότητα 1.4 "Η νέα δημοσιονομική προσπάθεια στην περίοδο 2013-2016", καθώς και στους συνοδεύοντες αυτό πίνακες, οι οποίοι προσαρτήθηκαν ως παράρτημα στο ν. 4093/2012, "οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των πολιτικών, κυρίως στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών, και η περιορισμένη εφαρμογή ή/και χαμηλότερη αποδοτικότητα κάποιων μέτρων, που οδήγησαν σε πολύ χαμηλότερες αποδόσεις του συνολικού πακέτου των μέτρων της προηγούμενης περιόδου σε σχέση με τους αρχικούς υπολογισμούς, σε συνδυασμό και με τη βαθύτερη, από ότι προβλεπόταν, ύφεση, δημιούργησαν μεγάλες αποκλίσεις ακόμα και από τους χαμηλότερους (μετά την επιμήκυνση) στόχους του πρωτογενούς ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης της περιόδου 2013-2016.

Προκειμένου να επανέλθει το πρόγραμμα στις αρχικές του προβλέψεις, κρίθηκε απαραίτητο να συνεχισθεί και να ενταθεί η δημοσιονομική προσαρμογή...". Προβλέφθηκε δε, ότι το δημοσιονομικό όφελος από την κατάργηση δώρων στο Δημόσιο Τομέα θα ανερχόταν στα 431 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2013-2016. Τέλος, στην ενότητα 5 "Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού" του ίδιου Κεφαλαίου 3, υποενότητα 5.3.1, αναφέρεται ότι "Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατ.

ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψεως μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατ. ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατ. ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατ. ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατ. ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατ. ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων:...κατάργηση εξαιρέσεων του ενιαίου μισθολογίου και κατάργηση δώρων".

Περαιτέρω, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, ορισθέντος ειδικότερα ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται ότι: "Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, και των ΟΤΑ. Με τις ίδιες διατάξεις καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και για όλους τους υπαλλήλους και τους μισθωτούς των ΝΠΙΔ".

Εξάλλου, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, σχετικώς, τα εξής "Παράγραφος Γ: Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και άδειας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.

και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και υπέρ των μισθωτών των Ν.Π.Ι.Δ. 2. Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα: Α. Επί του κρατικού προϋπολογισμού 1. Ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ΕΥΡΩ από την κατάργηση των δώρων εορτών και επιδόματος άδειας στους εν ενεργεία υπαλλήλους και λειτουργούς (Παρ.

Γ)".

Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".

Καλύπτονται, κατ` αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους.

Περαιτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ` όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις. Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ.

Ε.Δ.Δ.Α. Α. Κ. κ.ά. κατά Ελλάδος της 20.9.2001, J. S. κατά Φινλανδίας No .69136/01, K. κατά Ουκρανίας της 8.2.2006-σκ. 23, V. E. και λοιποί κατά Φινλανδίας της 19.04.2007-σκ. 94, A. κατά Λετονίας της 18.2.2009-σκ. 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ` αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή της συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ` αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.

Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις J. και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 21.02.1986, No 8793/79-σκ. 46, ...

S.A. και λοιποί κατά Βελγίου της 20.11.1995-σκ. 37, S. κατά Φινλανδίας της 28.01.2003, Κ. και λοιποί κατά Ελλάδος της 8.7.2004-σκ. 25, A. κατά Λετονίας της 18.2.2009-σκ. 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ.

Ε.Δ.Δ.Α. J. και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου-σκ. 50, ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ. 13, 668/2012 σκ. 34). Από τα ανωτέρω παρατιθέμενα νομοθετήματα, σε συνδυασμό με τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, συνάγεται ότι με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ.1 και 20 παρ.1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παράγραφοι 1 και 6 του ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.

α' του ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012 - 2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο.

Σημειωτέον ότι, καταρχήν, ο νομοθέτης από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τις επίμαχες διατάξεις, ο νομοθέτης αφού επιχείρησε τη σταδιακή μείωση των επιδομάτων εορτών και αδείας, προέβη στην πλήρη κατάργηση αυτών για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτέλεσε τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπούσε τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο αρχικώς της μείωσης και στη συνέχεια της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. E. V., σκ. 67 και C-64/16, A. S. dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη των επίμαχων μέτρων, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων και μισθωτών του εν γένει δημοσίου τομέα που είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4014/2011, 4024/2011), που ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο (ΟλΣτΕ1310/2019 σκ.16).

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο (ΟλΣτΕ 3372-3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014, 1286/2012, 668/2012), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ. 16).

Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις με τη μείωση και τελικώς κατάργηση των επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας και για τους αναιρεσείοντες, μισθωτούς-υπαλλήλους συνδεόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ανωτέρω αναιρεσειόντων και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Ακόμη, η επίδικη διάταξη δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα.

Επίσης, δεν είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 2 αρ.1 με τις οποίες θεσπίζεται υποχρέωση της Πολιτείας σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου όπως και του άρθρου 4 αρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1426/1984, με το οποίο ορίζεται ότι για εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος για δίκαιη αμοιβή τα Συμβαλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αναγνωρίζουν το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ` αυτούς και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, καθόσον, ενόψει των προαναφερόμενων, δεν πλήττεται το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των αναιρεσειόντων.

Ούτε είναι αντίθετη προς τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 22 παρ.1, προστασίας δικαιώματος εργασίας, καθώς η επίμαχη ρύθμιση δεν πλήττει την προστασία του πυρήνα του σχετικού δικαιώματος (ΑΠ 1280/2020). Τέλος, με το νόμο 4354/2015, που ισχύει από 1.1.2016, εισήχθη νέο σύστημα μισθολογικής κατάταξης και εξέλιξης των μονίμων και δοκίμων πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, στο οποίο εμπίπτουν και οι υπάλληλοι των νπδδ (άρθρο 7 παρ. 1 περ.

ε' ν. 4354/2015), ενώ με το άρθρο 34 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Ν. 4024/2011, καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου στ' του άρθρου 33 του νόμου αυτού, του άρθρου 31 με την επιφύλαξη της περίπτωσης α' του άρθρου 33 του παρόντος και 32 με την επιφύλαξη της παραγράφου β' του άρθρου 33 του παρόντος".

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 15.11.2017 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 144/15.11.2017 αγωγής στο Ειρηνοδικείο Δράμας προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. Γενικό Νοσοκομείο Δράμας, συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου (ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011), που ρυθμίζουν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των ιδίων.

Ότι το εναγόμενο προέβη σε διαδοχικές περικοπές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας και τελικά στη πλήρη κατάργησή τους, καθώς και σε σημαντικές περικοπές των μισθών και των λοιπών επιδομάτων που επί σειρά ετών λάμβαναν. Ότι, ειδικότερα, οι εν λόγω περικοπές ξεκίνησαν με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, με τις οποίες περικόπηκαν κατά ποσοστό 30% τα επιδόματα δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2010.

Ότι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν περαιτέρω και καθορίσθηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 1.5.2010, ότι με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 1.11.2011 και ότι με την υποπαράγραφο Γ.1 "ΜΙΣΘΟΛΟΠΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΌΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" επήλθε η ολοσχερής κατάργηση τους από την 1.1.2013.

Ότι η διάταξη με την οποία καταργήθηκαν πλήρως τα επιδόματα εορτών και αδείας είναι αντίθετη στα άρθρα 4 παρ.5, 22 παρ.1, 25 παρ.1,4 και 106 του Συντάγματος, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, και στο άρθρο 4 παρ.1 του Μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και ως εκ τούτου ανίσχυρη.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα για επιδόματα δώρων εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017 το συνολικό ποσό των 2.675 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα πληρωμής κάθε μερικότερου ποσού και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 16/2018 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, κρίνοντας ότι η επίμαχη διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 "ΜΙΣΘΟΛΟΠΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΌΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, περί καταργήσεως των επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας, ήταν αντισυνταγματική και επομένως μη εφαρμόσιμη και ότι, αντιθέτως, εφαρμογή είχε η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, με την οποία τα επιδόματα μειώθηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, δεχόμενο δε, ταυτόχρονα, ότι το επίδομα αδείας του έτους 2015 είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 141 ν. 4270/2014, επιδίκασε σε καθέναν από τους ενάγοντες το ποσό των 2.425 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, ότι δηλαδή η επίμαχη διάταξη δεν είναι συνταγματικώς θεμιτή, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη Γ.1, περ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ενώ παράλληλα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τα άρθρα 7 έως 36 του ν. 4354/2015, τα οποία ήταν εφαρμοστέα, δεδομένου ότι από 1.1.2016 ισχύει ο ως άνω νόμος, στο κεφάλαιο Β' του οποίου θεσπίζονται οι νέες μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων ως υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες (μισθολογικές ρυθμίσεις) δεν περιλαμβάνουν επιδόματα δώρων εορτών και επίδομα αδείας.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, η δε εφαρμογή του δεν αποκλείεται (σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική μείζονα σκέψη) από το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις περί μικροδιαφορών αντί των διατάξεων των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614, αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, θα πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, η δε αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αναίρεση κατά της 166/2019 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας ΑΝΑΙΡΕΙ την 16/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ