Greek Supreme Court allows appeal against dismissal of foreign currency damages claims due to lack of causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claims for damages. The plaintiffs argued that the defendants' wrongful acts caused their losses, but the lower court rejected the claims as vague and failed to establish the foreign currency exchange rate as the primary cause of the loss. The Court found the lower court's reasoning flawed because it did not properly identify the exchange rate fluctuation as the dominant factor linking the defendants' actions to the plaintiffs' financial harm, thereby necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 179, 183, and 176-182 of the Code of Civil Procedure; The court must determine whether the alleged causal link between the defendant's wrongful act and the plaintiff's loss is established by identifying the dominant factor causing the damage, and if the lower court fails to do so, the appeal is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 497 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 497/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Αμπελάκια Σαλαμίνας και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ό. συζύγου Ν. Κ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., 5) Γ. Κ. του Ν., 6) Σ. - Δ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., 7) Α. θυγατέρας Γ. Κ., 8) Α. Α. χήρας Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "SPL TREASURY (AT1) IC LIMITED", που εδρεύει στο Γκέρνσευ Νήσων Μάγχης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "BROOKS MCDONALD ASSET MANAGEMENT (INTERNATIONAL) LIMITED" (πρώην "SPEARPOINT LIMITED"), που εδρεύει στο Γκέρνσευ Νήσων Μάγχης και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Πλιάτσικα και Παναγιώτη Βρυώνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποίηση: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "TEREN INVESTMENTS INC", που εδρεύει στη Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "HILLROCK COMMERCIAL INC", που εδρεύει στη Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "ROZNY TRADING LTD", που εδρεύει στα Νησιά Μάρσαλ και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας με την επωνυμία "PAULETTE ENTERPRISES LIMITED", που εδρεύει στη Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Εταιρείας με την επωνυμία "BLUE FLAG CHARTERING LTD", που εδρεύει στη Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Εταιρείας με την επωνυμία "BLUE FLAG TANKERS LIMITED", που εδρεύει στη Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Εταιρείας με την επωνυμία "DAY LIGHT YACHT COMPANY LIMITED", που εδρεύει στo Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/8/2011 και 20/6/2012 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6178/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2018 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2018 αίτησή τους και τους από 4/2/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Εν προκειμένω, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 26-11-2018 (με αρ. κατάθεσης 35/5/2019) αίτηση αναίρεσης και, β) οι από 04-02-2020 (με αρ. κατάθεσης 16/2020) πρόσθετοι λόγοι της. Η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 297/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ' άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση του εναγομένου πρέπει να απευθύνεται κατά του ενάγοντος, έναντι του οποίου έχει ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον να ανατρέψει υπέρ αυτού την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν αυτή περιέχει δυσμενή διάταξη ή αιτιολογία κατ' αυτού και υπέρ του αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε, οπότε, αν και νίκησε, έχει έννομο συμφέρον να στρέψει την αναίρεση κατά του ενάγοντος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε (άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει και αν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, εναγόμενο, αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά η ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1850/2007, ΑΠ 175/2000). Εφόσον, επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ότι οι εναντίον τους δύο (ένδικες) αγωγές των αναιρεσιβλήτων, κατά το κεφάλαιο και αίτημα αυτών περί αποζημιώσεως των θετικών ζημιών τους από αδικοπραξία, εκπεφρασμένων σε αλλοδαπό νόμισμα, εσφαλμένως απορρίφθηκαν, από το Εφετείο, ως αόριστες, ενώ έπρεπε να απορριφθούν ως μη νόμιμες, θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον τους, προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και παραδεκτώς τη στρέφουν κατά των αντιδίκων τους.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε αυτό.
Συνεπώς η έννομη σχέση, που δημιουργείται από τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Εντεύθεν παρέπεται, ότι, για τον υπολογισμό της ζημίας και την καταβολή της, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, αποζημίωσης, εφαρμόζονται τα άρθρα 297 εδ. α' και 298 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν. 5422/1932, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέας στην Ελλάδα, ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει και ο δανειστής δικαιούται να την ζητήσει από 01.01.2001 μόνο σε ευρώ (μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το κοινό αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 2842/2000), με τη συναλλαγματική ισοτιμία αυτού (ευρώ) προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά την ημέρα εξοφλήσεως.
Οι διατάξεις αυτές, που προϋποθέτουν έγκυρη σε ξένο νόμισμα συμβατική οφειλή, εφαρμόζονται και στις αποζημιωτικές από ενδοσυμβατική ευθύνη αξιώσεις. Αντιθέτως, επί διεπομένων από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεων από αδικοπραξία, η αποζημίωση από τη γενόμενη (προς αποκατάσταση της ζημίας) δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος, είναι εκφραστέα μόνο σε ευρώ, κατά την ισοτιμία, που ίσχυε στο χρόνο επαγωγής της ζημίας (ΟλΑΠ 14/1997,15-16/1996, ΑΠ 388/2015).
Εφόσον δε η ζημία συνίσταται σε απώλεια ξένων νομισμάτων, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και ο δανειστής δικαιούται να το ζητήσει μόνο σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) με βάση την αξία τον ξένου νομίσματος, κατά το χρόνο της απώλειας, δηλαδή της επαγωγής της ζημίας (ΑΠ 388/2015). Επομένως, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ξένου νομίσματος ως αποζημίωση από αδικοπραξία, εφόσον η ζημία συνίσταται στην απώλεια χρηματικού ποσού, σε αλλοδαπό νόμιμσμα, είναι μη νόμιμη, αν δεν ζητείται το ισάξιο αυτού σε ευρώ, σύμφωνα με την ισοτιμία, που ίσχυε κατά το χρόνο της απώλειας.
Περαιτέρω, το αίτημα της αγωγής αυτής, περί επιδικάσεως του αλλοδαπού νομίσματος σε ευρώ με την κατά το χρόνο της πληρωμής συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων, δεν είναι "μείζον" και δεν νοείται, ως εκ τούτου, ότι συμπεριλαμβάνεται σ' αυτό, ως "έλασσον", το αίτημα, περί επιδικάσεως του αλλοδαπού νομίσματος με βάση την ισοτιμία του, με το ευρώ, κατά το χρόνο της απώλειας.
Και τούτο, διότι, ενόψει της διακυμάνσεως της συναλλαγματικής ισοτιμίας του εθνικού και του αλλοδαπού νομίσματος, η αξία του τελευταίου σε ευρώ μπορεί κατά το πρώτο χρονικό σημείο (απώλειας) να είναι όχι μόνο μεγαλύτερη αλλά και μικρότερη απ' ό,τι κατά το δεύτερο χρονικό σημείο (της πληρωμής), με συνέπεια, στην τελευταία περίπτωση, να μεταπίπτει το κρίσιμο αίτημα από "μείζον" σε "έλασσον" (ΑΠ 343/2019, ΑΠ 1203/2010).
Τέλος, η νομική βασιμότητα της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 της ίδιας διάταξης (ΑΠ 1044/12, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 489/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το αναγκαίο για τον αναιρετικό έλεγχο περιεχόμενό της, το Εφετείο, κατά την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων των ενδίκων αγωγών, που ανταποκρίνεται και στο πραγματικό τους περιεχόμενο, δέχθηκε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητες, εταιρείες, που εδρεύουν στην αλλοδαπή: "...κατά του πρώτου εναγομένου της πρώτης εξ αυτών (αγωγών) Ν.
Κ. του Γ. έχουν, εκάστη εις ολόκληρον, χρηματική απαίτηση ύψους 86.850.012 δολαρίων ΗΠΑ, προερχόμενη από σύμβαση εγγυήσεως, επιδικασθείσα σε βάρος του δυνάμει της από 18-7-2011 τελεσίδικης αποφάσεως τον αγγλικού δικαστηρίου "High Court οf Justice" του Λονδίνου. Ότι για την ίδια απαίτηση, μετά από αίτησή τους διαρκούσης της ανωτέρω δίκης στο βρετανικό δικαστήριο, εκδόθηκε, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, η υπ' αριθ. 2147/2011 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του ανωτέρω οφειλέτη τους μέχρι του ποσού των 120.000.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Ότι παρά τις έρευνες των εν Ελλάδι πληρεξουσίων δικηγόρων τους προκειμένου να εντοπίσουν περιουσιακά στοιχεία τον ανωτέρω οφειλέτη τους ώστε αρχικώς να τα δεσμεύσουν και στη συνέχεια να τα υποβάλλουν σε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσουν κανένα περιουσιακό στοιχείο του προαναφερόμενου.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν να ματαιωθεί η ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς τους, καθόσον είναι αδύνατη η εναντίον του οφειλέτη τους διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, με συνέπεια να υποστούν ισόποση με την ανωτέρω απαίτηση ζημία. Ακολούθως, εκθέτουν ότι οι λοιπές εναγόμενες (πλην της έκτης ως προς την οποία παραιτήθηκαν από το δικόγραφο) της πρώτης εν των ανωτέρω αγωγών και η έβδομη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής είναι, άλλες από αυτές, εξωχώριες και άλλες, ενδοχώριες εταιρείες, των οποίων μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι είναι, κατά περίπτωση, η πρώτη έως και έκτος εναγόμενος της δεύτερης αγωγής - σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα του πρώτου εναγομένου - οφειλέτη τους, (πλην της όγδοης εξ αυτών της οποίας μέτοχος είναι ο ίδιος) ελεγχόμενες στην πραγματικότητα από αυτόν, ο οποίος τις χρησιμοποιεί, κατά παράβαση των χρηστών ηθών, προκειμένου να αποκρύπτει σε αυτές τα περιουσιακά στοιχεία του, με πρόθεση τη βλάβη των δανειστών του, οι οποίοι έτσι αδυνατούν να ικανοποιήσουν με αναγκαστική εκτέλεση οποιαδήποτε σε βάρος τον απαίτηση.
Ότι τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα της δεύτερης αγωγής (η πρώτη είναι σύζυγός του, ο δεύτερος και τρίτος τέκνα του, η τέταρτη αδελφή του, ο πέμπτος πατέρας του και η έκτη μητέρα του), με πρόθεση συνέπραξαν στην πρόκληση της ανωτέρω βλάβης, καθόσον εμφανίζονται είτε ως μέτοχοι είτε ως εκπρόσωποι ή και τα δύο των ως άνω εταιρειών, γνωρίζοντας όμως ότι στην πραγματικότητα βασικός μέτοχος είναι ο πρώτος, ο οποίος τις χρησιμοποιεί για να αποκρύπτει σε αυτές τα περιουσιακά τον στοιχεία προς βλάβη των δανειστών του.
Ότι οι ανωτέρω εναγόμενες εταιρείες είναι εικονικές καθόσον ουδεμία συναλλακτική δραστηριότητα παρουσιάζουν, αλλά συστήθηκαν αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό αποκτήσεως στο πρόσωπό τους περιουσιακών στοιχείων, τα οποία στην πραγματικότητα έχουν κτηθεί από τον εναγόμενο Ν. Κ. και ανήκουν σε αυτόν.
Επικουρικά δε ισχυρίζονται οι ενάγουσες (κατ' εκτίμηση του δικογράφου) ότι, ακόμα κι αν κριθεί ότι η συμπεριφορά των εναγομένων εταιρειών δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, εντούτοις, εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής, ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, συμπεριφοράς του εναγομένου Ν. Κ., ο οποίος χρησιμοποιεί τη νομική τους προσωπικότητα ως κάλυμμα για την άσκηση της ατομικής επιχειρηματικής του δραστηριότητας και επομένως είναι ο αληθής και βασικός μέτοχος αυτών, προκαλείται πλήρης σύγχυση μεταξύ της ατομικής περιουσίας αυτού και της περιουσίας καθεμίας από τις εναγόμενες εταιρείες, με αποτέλεσμα οι περιουσίες αυτές να ταυτίζονται κι έτσι να στερούνται οι εταιρείες νομικής προσωπικότητας και αυτοτέλειας, με συνέπεια την επέκταση της ευθύνης των εταιρειών αυτών έναντι των εναγουσών για την επίδικη (εξ αδικοπραξίας) απαίτησή τους κατά του προαναφερόμενου οφειλέτη τους.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα και μετά παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος εκάστης αγωγής ζητούν ως προς την πρώτη εκ των ανωτέρω αγωγών να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν το ισότιμο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής ποσό των 7.500.000 δολαρίων ΗΠΑ ως αποζημίωσή τους..., νομιμοτόκως από την επίδοσή της και ως προς τη δεύτερη εκ των ανωτέρω αγωγών να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αυτής, έκαστος εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν το ισότιμο σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής ποσό των 2.500.000 δολλαρίων ΗΠΑ ως αποζημίωσή τους...".
Περαιτέρω, αφού δέχθηκε ότι "...το αίτημα των υπό κρίση αγωγών, για τις οποίες εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο ως εκ του τόπου επελεύσεως της ένδικης εξ αδικοπραξίας ζημίας..., με το οποίο ζητείται η επιδίκαση σε ευρώ των αναφερόμενων ποσών δολαρίων ΗΠΑ, ως αποζημίωση, σύμφωνα με την ισοτιμία των ανωτέρω νομισμάτων κατά το χρόνο πληρωμής, δεν είναι νόμιμο, εφόσον πρόκειται για αγωγή αποκαταστάσεως της ζημίας από αδικοπραξία και η ζημία συνίσταται στην απώλεια ορισμένου χρηματικού ποσού...", κατέληξε στην κρίση ότι: "...δεν είναι δε δυνατή η από το Δικαστήριο εκτίμηση του αιτήματος έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι σε αυτό περιλαμβάνεται ως έλασσον και το αίτημα προσδιορισμού αυτού με βάση την ισοτιμία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της απώλειας, καθόσον στις αγωγές δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ο χρόνος αυτής της απώλειας αλλά γενικά αναφέρεται ότι αυτός συμπίπτει με το χρόνο διαπιστώσεως της ανυπαρξίας περιουσιακών στοιχείων του Ν.
Κ. στην Ελλάδα και της ματαιώσεως της εις βάρος τον αναγκαστικής εκτελέσεως, που όμως ούτε αυτός προσδιορίζεται...". Με την αιτιολογία του αυτή, το Εφετείο, έκρινε απορριπτέες ως αόριστες τις ένδικες αγωγές και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποίαν αυτές, κατά το κεφάλαιό τους για αποζημίωση της θετικής ζημίας των ήδη αναιρεσίβλητων, εναγόντων, είχαν απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμες, τις απέρριψε, κατά τούτο, ως αόριστες.
Με το να δεχθεί, όμως, το Εφετείο, ότι οι ένδικες αγωγές, με το παραπάνω αίτημα, είναι αόριστες, γιατί δεν είναι δυνατή η εκτίμησή τους, από το Δικαστήριο, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι σε αυτό (αίτημα) περιλαμβάνεται ως έλασσον και το αίτημα προσδιορισμού αυτού με βάση την ισοτιμία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της απώλειας, επειδή δεν προσδιορίζεται, σ' αυτές, ειδικότερα, ο χρόνος αυτής (απώλειας), υπέπεσε στην, βασίμως, αποδιδόμενη με τον πρώτο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια, από τον αριθμό 14, εκτιμώμενο ως και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, οι ένδικες αγωγές, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα δεν είναι νόμιμες και ως τέτοιες έπρεπε να απορριφθούν, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η συναλλαγματική ισοτιμία του αιτουμένου αλλοδαπού νομίσματος προς το ευρώ, κατά το χρόνο της πληρωμής δεν αποτελεί το "μείζον", ώστε να περιλαμβάνεται σ' αυτό, ως "έλασσον", εκείνη του χρόνου επαγωγής της επικαλούμενης ζημίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγουσών.
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο, οι ένδικες αγωγές, κατά τα κεφάλαιά τους περί αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγουσών, για τις θετικές τους ζημίες, οφειλόμενες σε αδικοπραξία των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, απορρίφθηκαν ως αόριστες.
Κατόπιν τούτων, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για τον, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179, 183 και 176 - 182 ΚΠολΔ, συμψηφισμό του συνόλου των μεταξύ των διαδίκων δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, καθόσον, αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, που κρίθηκε βάσιμος.
Σημειουμένου εδώ ότι, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν θίγεται κατά το μέρος της, με το οποίο κρίθηκαν απορριπτέες, ως αόριστες, οι ένδικες αγωγές, ως προς τα κεφάλαιά τους, περί επιδικάσεως στις ήδη αναιρεσίβλητες, ενάγουσες χρηματικής ικανοποίησης, συνεπεία της επικαλούμενης ηθικής τους βλάβης, τα οποία και με την πρωτόδικη απόφαση είχαν απορριφθεί ομοίως.
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος της, που αναιρέθηκε, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που τη δίκασε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που καταβλήθηκε, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που άσκησαν πρόσθετους λόγους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 297/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το μέρος της, που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων, που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ