497/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated497/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την κρατούσα και ορθότερη γνώμη, έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων. Επομένως δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 497 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 497/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τζώρτζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαραγκό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκε η απόφαση 129ΤΜ/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, το καταστατικό σωματείου αποτελεί έκφραση της αυτονομίας του και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του.
Κατά την κρατούσα και ορθότερη γνώμη, έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Ειδικότερα, συνιστά δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων. Επομένως δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.
Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Επί δηλώσεων βουλήσεως απευθυντέων σε ευρύ κύκλο προσώπων, όπως το καταστατικό, για την ερμηνεία του, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και επομένως η δυνατότητα αντιλήψεως όλων αυτών των προσώπων.
Κρίσιμο λοιπόν θα είναι το αντικειμενικό νόημα της δηλώσεως (για το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου στον οποίο απευθύνεται) σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (ΑΠ 548/2012, ΑΠ 1373/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείου Σύρου, δικάζοντας επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί ακυρώσεως αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως του αναιρεσείοντος σωματείου, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...Το εναγόμενο αλληλοβοηθητικό σωματείο των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου ……, συστάθηκε κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 1 ν. 2676/1999, με το από 4/6/1999 καταστατικό του, ενώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 81ΕΜ/1999 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, το εναγόμενο ενεγράφη υπό τον αύξοντα αριθμό …80/25-5-1999 στα βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Σύρου, καθιστάμενο έκτοτε καθολικός διάδοχος του οικείου καταργηθέντος Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του από 4/6/1999 καταστατικού του, σκοπός του εναγομένου είναι (μεταξύ άλλων) : " ...δ) να χορηγεί εφάπαξ χρηματική ενίσχυση στους δικηγόρους μέλη του, που εξέρχονται του επαγγέλματος, όταν συνταξιοδοτηθούν από το Ταμείο Νομικών ή από άλλο ασφαλιστικό οργανισμό ή καταστούν ολικά και μόνιμα ανίκανα για το επάγγελμα τους, με την προϋπόθεση συνταξιοδότησής τους για την αιτία αυτή...", ενώ, αναφορικά με τους δικαιούχους της ως άνω εφάπαξ χρηματικής ενίσχυσης, στο ίδιο άρθρο 2 του ως άνω καταστατικού αναφέρεται ότι : " α) Το εφάπαξ βοήθημα χορηγείται σ' αυτούς που αποχωρούν οριστικά από τη δικηγορία ή παραιτούνται από την άσκηση του Δικηγορικού επαγγέλματος, από του χρόνου ισχύος του παρόντος, με την προϋπόθεση ότι αυτός που παραιτείται ή αποχωρεί έχει συμπληρώσει, ένα έτος σαν μέλος του σωματείου ή εφόσον έχει συμπληρώσει σαν μέλος στο Ταμείο και την άσκηση του Δικηγορικού Επαγγέλματος χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, αλλά είναι τουλάχιστον 60 ετών.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο αποχωρών ή παραιτούμενος θα δικαιούται να εισπράξει βοήθημα αντίστοιχο με τα χρόνια συμμετοχής του στο Σωματείο από το έτος 1983" και ...γ) ... Το χορηγούμενο βοήθημα αποτελείται από το γινόμενο των ετών συμμετοχής του εξερχομένου Δικηγόρου στο Σωματείο, επί το καθοριζόμενο για κάθε χρόνο συμμετοχής από τη Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου ποσό, που έχει καθορισθεί από το προηγούμενο έτος.
Το ετήσιο ποσό για τον υπολογισμό του εφ' άπαξ βοηθήματος καθορίζεται από της νομίμου συστάσεως του Σωματείου σε 200.000 δρχ". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του καταστατικού του εναγομένου: "Μέλος με τριετή τουλάχιστον ασφάλιση στο ...., που παραιτείται από την ενεργό υπηρεσία και θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα από τον ασφαλιστικό του φορέα της κύριας ασφάλισης, μετά την έκδοση της απόφασης περί συνταξιοδότησης από τον ασφαλιστικό του φορέα, δικαιούται να εισπράξει εφάπαξ αποζημίωση που κλιμακώνεται ανάλογα με το χρόνο συμμετοχής του στο ....", ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ίδιου ως άνω καταστατικού του εναγομένου : " 2.
Το ύψος των παροχών του .... μπορεί να αναπροσαρμόζεται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου μέχρι ποσού 10%. Για αναπροσαρμογή πάνω από 10% η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρίνεται και απ' τη Γενική Συνέλευση". Κατ'εφαρμογή της τελευταίας διατάξεως, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ.
δ' εφάπαξ χρηματικό βοήθημα προς τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης δικηγόρους, το οποίο είχε αρχικά καθοριστεί από το οικείο Ταμείο Προνοίας και από το καταστατικό συστάσεως του εναγομένου ως ανερχόμενο στο ποσό των 200.000 δρχ -ή 586,94 ευρώ- (ετήσια βάση υπολογισμού), επανακαθορίστηκε με αποφάσεις των καταστατικών οργάνων του εναγομένου ως κάτωθι:
α) Για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του 2000 έως 31/12/2001, στο ποσό των 1.027,15 ευρώ, β) Για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/5/2005, στο ποσό των 1.200 ευρώ, γ) Για το χρονικό διάστημα από 1/6/2005 έως 30/6/2014, στο ποσό των 2.500 ευρώ και δ) Για το χρονικό διάστημα από 1/7/2014 έως 5/12/2014, στο ποσό των 2.250 ευρώ. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενεγράφη ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Σύρου στις 2/12/1982, κατόπιν δε άσκησης δικηγορίας επί 31 έτη και 11 μήνες στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και αφού θεμελίωσε πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα από τον οικείο κύριο φορέα κοινωνικής ασφάλισης (Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων), με την υπ' αριθμ.
….19/5-12-2014 αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο ….., υπέβαλε την παραίτησή του από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, υποβάλλοντας ταυτόχρονα (αυθημερόν) την υπ' αριθμ. πρωτ. ….18/5-12-2014 αίτησή του προς το εναγόμενο, προκειμένου να του καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 δ' του καταστατικού του εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, συνεπεία της οριστικής αποχώρησής του από τη δικηγορία.
Κατόπιν της ανωτέρω αιτήσεως του ενάγοντος, συγκλήθηκε με την υπ' αριθμ. 10/28-05-2015 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του, για τις 3/6/2015 στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου …., μεταξύ δε των θεμάτων της συγκληθείσας γενικής συνελεύσεως περιλαμβανόταν το ως άνω αίτημα του ενάγοντος για τη χορήγηση του σχετικού εφάπαξ βοηθήματος.
Στην ίδια εξάλλου γενική συνέλευση τέθηκε ως θέμα η αναλογιστική μελέτη βιωσιμότητας του εναγόμενου, λόγω του προβλήματος μείωσης των αποθεματικών του. Ενόψει όμως της αδυναμίας επίτευξης απαρτίας, κατά την ως άνω γενική συνέλευση, ορίστηκε νέα (επαναληπτική) γενική συνέλευση των μελών του εναγομένου για τις 12/6/2015, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτεύχθηκε απαρτία και επί της από 5/12/2014 αιτήσεως του ενάγοντος για την προς αυτόν καταβολή του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος, αποφασίστηκε μεν ομόφωνα η χορήγησή του, πλην όμως ως προς τον τρόπο υπολογισμού του χορηγούμενου σε αυτόν ποσού, τέθηκαν σε ψηφοφορία δύο απόψεις και ειδικότερα:
α) Η πρώτη άποψη ότι το χορηγούμενο ποσό θα υπολογιζόταν επί του αθροίσματος των γινομένων των ετών συμμετοχής του ενάγοντος στο εναγόμενο, βάσει των εκάστοτε ισχυόντων ποσών των επιμέρους χρονικών διαστημάτων συμμετοχής του, κατόπιν αφαίρεσης αφενός τυχόν οφειλών του ενάγοντος προς το εναγόμενο από γραμμάτια προείσπραξης και μη καταβληθείσες ετήσιες εισφορές του της τελευταίας πενταετίας και αφετέρου των ποσών των τυχόν χορηγηθέντων προς αυτόν εκτάκτων βοηθημάτων και β) Η δεύτερη άποψη ότι το ποσό θα υπολογιζόταν, κατά τον τρόπο υπολογισμού που είχε εφαρμοστεί και για τους προσφάτως αποχωρήσαντες συναδέλφους του ενάγοντος και μέλη του εναγομένου, Α.
Θ. και Ι. Δ. και συγκεκριμένα βάσει του γινομένου των ετών συμμετοχής του ενάγοντος στο εναγόμενο επί του ποσού υπολογισμού, που ίσχυε κατά το προηγούμενο της αποχώρησής του έτος, κατόπιν αφαίρεσης αφενός τυχόν οφειλών του ενάγοντος προς το εναγόμενο από γραμμάτια προείσπραξης και μη καταβληθείσες ετήσιες εισφορές του της τελευταίας πενταετίας και αφετέρου των ποσών των τυχόν χορηγηθέντων προς αυτόν εκτάκτων βοηθημάτων.
Κατά την πρώτη άποψη, η οποία διαμορφώθηκε σύμφωνα με την από 18/3/2015 εισήγηση προς τη γενική συνέλευση του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου … και του εναγομένου, Κ. Μ., το καταβλητέο στον ενάγοντα βοήθημα θα ανερχόταν στο ποσό των 39.704,73 ευρώ, υπολογιζόμενο ως κάτωθι: α) Για το χρονικό διάστημα από το έτος 1983 έως το μήνα Φεβρουάριο του 2000 (και με δεδομένο ότι καθ' όλο το διάστημα αυτό το ετήσιο ποσό υπολογισμού του εφάπαξ ανερχόταν, βάσει του καταστατικού του εναγομένου σε 200.000 δρχ ή 586,94 ευρώ) στο ποσό των 10.075,80 ευρώ, [ήτοι 17 έτη Χ 586,94 ευρώ = 9.977,98 ευρώ + (2 μήνες Χ586,94/12 μήνες) = 9.977,98 + (2 Χ 48,91) = 9.977,98 + 97,82 = 10.075,80 ευρώ], β) Για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του 2000 έως 31/12/2001 (και με δεδομένο ότι καθ' όλο το διάστημα αυτό το ετήσιο ποσό υπολογισμού του εφάπαξ ανερχόταν, βάσει του υπ' αριθμ. 1/25-2-2000 πρακτικού της γενικής συνέλευσης του εναγομένου σε 1.027,15 ευρώ) στο ποσό των 1.883,10 ευρώ, [ήτοι 10 μήνες Χ (1.027,15/12 μήνες) + 1.027,15 ευρώ = (10 μήνες Χ 85,59) + 1.027,15 = 855,95 + 1.027,15 € = 1.883,10 ευρώ, γ) Για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/5/2005 (και με δεδομένο ότι καθ' όλο το διάστημα αυτό το ετήσιο ποσό υπολογισμού του εφάπαξ ανερχόταν, βάσει του υπ' αριθμ. 2/23-1-2003 πρακτικού της γενικής συνέλευσης του εναγομένου σε 1.200 ευρώ) στο ποσό των 4.100 ευρώ [ήτοι (3 έτη Χ 1.200 ευρώ + (5 μήνες Χ 1.200/12 ευρώ = 3.600 + 500 = 4.100 ευρώ, δ) Για το χρονικό διάστημα από 1/6/2005 έως 30/6/2014 (και με δεδομένο ότι καθ' όλο το διάστημα αυτό το ετήσιο ποσό υπολογισμού του εφάπαξ ανερχόταν, βάσει του υπ' αριθμ. 2/16-6-2005 πρακτικού της γενικής συνέλευσης του εναγομένου σε 2.500 ευρώ) στο ποσό των 22.708,33 ευρώ, (ήτοι το ποσό των 2.500 ευρώ ετησίως, δηλαδή: [9 έτη Χ 2.500 ευρώ + (1 μήνας Χ 2.500/12 μήνες) = 22.500 + 208,33 = 22.708,33 ευρώ] και ε) Για το χρονικό διάστημα από 1/7/2014 έως 5/12/2014 (και με δεδομένο ότι καθ' όλο το διάστημα αυτό το ετήσιο ποσό υπολογισμού του εφάπαξ ανερχόταν, βάσει του υπ' αριθμ. 11/26-6-2014 πρακτικού της γενικής συνέλευσης του εναγομένου σε 2.250 ευρώ) στο ποσό των 937,50 ευρώ, [ήτοι 5 μήνες X (2.250 ευρώ /12 μήνες) = 5 μήνες Χ 187,50 ευρώ = 937,50 ευρώ] και, επομένως, 10.075,80 + 1.883,10 + 4.100 + 22.708,33 + 937,50 = 39.704,73 ευρώ.
Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη άποψη, που τέθηκε σε ψηφοφορία, το καταβλητέο στον ενάγοντα ποσό θα ανερχόταν σε 69.750 ευρώ, υπολογιζόμενο βάσει του γινομένου των ετών συμμετοχής του στο εναγόμενο επί του ετήσιου ποσού υπολογισμού, που ίσχυε κατά το τρέχον της αποχώρησής του έτος και συγκεκριμένα κατά το έτος 2014, (ήτοι 31 έτη Χ 2.250 ευρώ= 69.750 ευρώ).
Επί της φανερής ψηφοφορίας που έλαβε χώρα κατά την γενική συνέλευση της 12/6/2015, η πρώτη άποψη επικράτησε με δέκα τρεις ψήφους εκ των δέκα έξι παρισταμένων μελών, ενώ η δεύτερη συγκέντρωσε τρεις ψήφους. Κατόπιν τούτου, αποφασίστηκε, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 4/12-6-2015 πρακτικό της γενικής συνέλευσης του εναγομένου, να χορηγηθεί στον ενάγοντα εφάπαξ χρηματικό βοήθημα ποσού 39.704,73 ευρώ ...
από το οποίο ποσό, κατόπιν αφαιρέσεως των προβλεπόμενων νομίμων κρατήσεων από το εναγόμενο, ο ενάγων εισέπραξε τελικώς τμηματικά και με επιφύλαξη το ποσό των 38.794,79 ευρώ. Η πλειοψηφούσα ωστόσο άποψη, βάσει της οποίας διαμορφώθηκε το ύψος του χορηγηθέντος στον ενάγοντα εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης του εναγομένου, έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στη διευκρινιστική διάταξη του άρθρου 2 του καταστατικού του εναγομένου, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του ένδικου χρηματικού βοηθήματος και ειδικότερα στο τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, όπου σαφώς εκτίθεται ότι: " γ) ...
Το χορηγούμενο βοήθημα αποτελείται από το γινόμενο των ετών συμμετοχής του εξερχομένου Δικηγόρου στο Σωματείο, επί το καθοριζόμενο για κάθε χρόνο συμμετοχής από τη Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου ποσό, που έχει καθορισθεί από το προηγούμενο έτος. ..". Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει ευκρινώς ότι η βάση υπολογισμού του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος εστιάζεται αποκλειστικά στο προηγούμενο της αποχώρησης του δικαιούχου από το εναγόμενο έτος, στο οποίο και γίνεται αναφορά, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα γινόταν λόγος για προηγούμενα έτη (εννοείται των επιμέρους χρονικών διαστημάτων, κατά τη διάρκεια των οποίων ίσχυε η ίδια βάση υπολογισμού) και για άθροισμα γινομένων των επιμέρους ποσών, αντί του αναφερόμενου γινομένου, χωρίς να καταλείπεται επομένως πεδίο διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης και δη αυτής του αθροίσματος του γινομένου των εκάστοτε ισχυόντων ετήσιων βάσεων υπολογισμού, ανά επιμέρους χρονικό διάστημα (κατά τη διάρκεια του οποίου ίσχυε η ίδια βάση υπολογισμού) καθ' όλα τα έτη συμμετοχής του δικαιούχου και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού, που επελέγη διά της προσβαλλόμενης απόφασης της γενικής συνελεύσεως του εναγομένου συνιστά ανεπίτρεπτη contra legen ερμηνεία της σχετικής διάταξης του καταστατικού του.
Για το λόγο δε αυτό το εναγόμενο καθ' όλα τα προηγούμενα της αποχώρησης του ενάγοντος έτη, εφάρμοζε τη σχετική διάταξη κατά τον ως άνω ορθό τρόπο ερμηνείας της, όπως εξάλλου έπραξε και στην περίπτωση των προαναφερόμενων συναδέλφων του ενάγοντος, Α. Θ. και Ι. Δ., οι οποίοι αποχώρησαν από το εναγόμενο, λόγω συνταξιοδότησης, κατά τα έτη 2013 και 2014, αντίστοιχα και οι οποίοι διέθεταν τα ίδια περίπου έτη συμμετοχής στο εναγόμενο με τον ενάγοντα.
Ειδικότερα σε καθέναν εκ των προαναφερόμενων μελών του εναγομένου χορηγήθηκαν εφάπαξ χρηματικά βοηθήματα της τάξεως των 70.000 ευρώ περίπου, υπολογιζόμενα βάσει του γινομένου των ετών συμμετοχής τους στο εναγόμενο επί του ετήσιου ποσού υπολογισμού του τελευταίου έτους της αποχώρησής τους, (ήτοι του έτους 2013), κατά το οποίο το σχετικό ποσό ανερχόταν στις 2.500 ευρώ.
Αντιθέτως, στην περίπτωση του ενάγοντος και δεδομένης προφανώς της διαπίστωσης της μείωσης των αποθεματικών του εναγομένου, (για την οποία, άλλωστε, στην ίδια από 12/6/2015 γενική συνέλευσή του περιλήφθηκε θέμα αναλογιστικής μελέτης βιωσιμότητάς του), προκρίθηκε το πρώτον η εφαρμογή του ανωτέρω περιγραφόμενου τρόπου υπολογισμού, με αποτέλεσμα το καταβλητέο στον ενάγοντα βοήθημα να είναι μειωμένο περίπου στο ήμισυ του ποσού σε σχέση με εκείνο, που καταβαλλόταν μέχρι τότε στους συναδέλφους του.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται ανωτέρω, η απόφαση της από 12/6/2015 γενικής συνελεύσεως του εναγομένου, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος του ενάγοντος, ελήφθη κατά παράβαση της ανωτέρω ερμηνευτικής διατάξεως του καταστατικού του εναγομένου, κρινόμενη για το λόγο αυτό ελαττωματική και ως εκ τούτου ακυρωτέα".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την από 12.6.2015 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μελών του αναιρεσείοντος σωματείου, που είχε καθόρισε το ύψος του καταβλητέου στον αναιρεσίβλητο εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος λόγω συνταξιοδοτήσεως.
Από αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τούτο διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας, αλλά και κενού, αφού προβαίνει σε συλλογισμούς με βάση τη γραμματική ερμηνεία, προκειμένου να κρίνει ότι η ορθή έννοια του άρθρου 2 του καταστατικού είναι ότι, για τον υπολογισμό του τελικά δικαιούμενου από το συνταξιοδοτούμενο μέλος εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος, τα συνολικά έτη συμμετοχής αυτού πολλαπλασιάζονται με το ετήσιο ποσό υπολογισμού, όπως αυτό είχε καθορισθεί το τελευταίο -πριν την αποχώρηση του μέλους- έτος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα εκάστοτε ποσά υπολογισμού, που είχαν ορισθεί ενδιαμέσως κατά το διάστημα της ενεργούς θητείας του.
Με βάση δε την ερμηνευτική θέση που έλαβε έκρινε ακυρώσιμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, τη ληφθείσα από τη γενική συνέλευση των μελών του εναγομένου ως άνω απόφαση, που ήταν αντίθετη στην ως άνω, γενομένη δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, ερμηνεία, δεδομένου ότι η γενική συνέλευση αποφάσισε αντίθετα, δηλαδή ότι το χορηγούμενο ποσό θα υπολογιζόταν επί του αθροίσματος των γινομένων των ετών συμμετοχής του ενάγοντος στο εναγόμενο σωματείο, βάσει των εκάστοτε ισχυόντων ποσών των επιμέρους χρονικών διαστημάτων συμμετοχής του και όχι αποκλειστικά βάσει εκείνου που καθορίσθηκε το τελευταίο πριν την αποχώρηση έτος.
Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαγνώσει την αληθινή έννοια της κρίσιμης διατάξεως του άρθρου 2 του καταστατικού του εναγομένου (το οποίο όπως προαναφέρθηκε δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά έχει συμβατικό χαρακτήρα και αποτελεί δήλωση βουλήσεως απευθυντέα σε ευρύ κύκλο προσώπων), α) αναζητώντας το αντικειμενικό νόημα της δηλώσεως για το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου στον οποίο απευθύνεται, σύμφωνα με τους κανόνες των ανωτέρω διατάξεων, και β) παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η μία ή η άλλη έννοιά του.
Ωστόσο, το Δικαστήριο της ουσίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προσέφυγε σ' αυτούς τους κανόνες ερμηνείας, αλλ' αντιθέτως, ως μη όφειλε, ενόψει του ότι τα καταστατικά των σωματείων συνιστούν δικαιοπραξία και οι διατάξεις αυτών ερμηνεύονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εκλαμβάνοντας την ως άνω διάταξη του καταστατικού του εναγομένου ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προέβη σε γραμματική ερμηνεία αυτού, με αποτέλεσμα να παραβιάσει δια τη μη εφαρμογής τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Περαιτέρω, χωρίς να προχωρήσει στην κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνεία της άνω διατάξεως του καταστατικού του εναγομένου, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά του, δέχεται ότι η εν λόγω απόφαση ήταν ακυρώσιμη, ως αντίθετη προς την ως άνω καταστατική διάταξη, παραβιάζοντας, όμως, έτσι ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου. Πρέπει λοιπόν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και τέλος να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στο αναιρεσείον του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτό, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 129ΤΜ/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτό. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ