497/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2005 αίτηση του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Legislator headnote
AI generated497/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ1). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος "στο Σχ>μ^ού)αο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει" (παρ. 2).
Full text
Απόφαση 497 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 497/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Μ. Σ., το γένος Π. Κ., 2) Π.-Σ. Σ. του Μ., 3) Δ. Σ. του Μ., 4) Β. Σ. του Μ., 5) Ι. Σ. του Μ., απάντων υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, αρχικά αναιρεσιβλήτου Μ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2005 αίτηση του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/12/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 19/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. α) .../27-6-2014, β) .../27-6-2014, γ) .../27-6-2014 και δ) .../27-6-2014 εκθέσεις επίδοσης της αίτησης αναίρεσης στους δικαιοπαρόχους του αρχικά αναιρεσιβλήτου Μ. Σ. της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Φλώρινας Ε. Β., τις υπ’ αριθμ. .../8-7-2015, .../8-7-2015, .../8-7-2015 και ...8-7-2015 εκθέσεις επίδοσης της κλήσης προς συζήτηση στους καθών ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αναιρεσιβλήτου πατέρα τους του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Φλώρινας Γ. Μ., καθώς και τις υπ’ αριθμ. ...12-8-2015, .../12-8-2015, .../12-8-2015 και .../12-8-2015 εκθέσεις επίδοσης της κλήση προς συζήτηση στους καθών ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιώσασας μητέρας τους Ε. χήρας Μ. Σ. του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Φλώρινας Γ. Μ., που προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσης της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση τους κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκαν αυτοί στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σύμφωνα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 151/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε επί της υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθεσης ...-11-2006 έφεσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 346/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η υπ’ αριθ.
εκθ. κατάθεσης 601/2005 αίτηση του τελευταίου περί καθορισμού του τιμήματος εξαγοράς δημοσίου κτήματος. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562 § 2 εδ.
γ1). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος "στο Σχ>μ^ού)αο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει" (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 § 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο.
Περαιτέρω, το άρθρο 4 του Α.Ν. 263/68 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων", όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του Ν. 719/77 "Περί αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της περί δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων" και το άρθρο 34 του Ν. 1473/84, προβλέπει την εξαγορά δημοσίων κτημάτων, που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και υπάγονται στην αρμοδιότητα της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, από πρόσωπα που τα κατέχουν αυθαίρετα πριν από την 1.1.1967, είτε με σχετικό τίτλο είτε χωρίς, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, και με τους όρους και τη διαδικασία που θεσπίζονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι οι αποφάσεις, με τις οποίες εγκρίνεται η απ’ ευθείας εκποίηση ακινήτων του Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, καθώς και η άρνηση της Διοίκησης να εγκρίνει την εκποίηση, δεν αφορούν παραχώρηση κρατικών ακινήτων, που ενεργείται εξουσιαστικώς από τη Διοίκηση για την εξυπηρέτηση ορισμένης κοινωνικής ή οικονομικής κρατικής πολιτικής με σκοπό τη θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος, αλλά συνιστούν διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και, κατά συνέπεια, η διαφορά που ανακύπτει από την αμφισβήτηση τους αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 1448/2000).
Με την ένδικη αίτηση του, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. ...13-10-2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας εγκρίθηκε η απευθείας και χωρίς δημοπρασία πώληση σ’ αυτόν του ειδικότερα στην αίτηση περιγραφομένου αστικού ακινήτου, ιδιοκτησίας του καθού αναιρεσείοντος, αντί τιμήματος 156.000 ευρώ, καταβλητέου σε δώδεκα εξαμηνιαίες δόσεις και ότι η αγοραία αξία του ακινήτου τούτου, εσφαλμένα υπολογίσθηκε από την προβλεπόμενη από την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του Ν 719/1977 επιτροπή, στο προαναφερόμενο ποσό, αντί του ορθού των 3.362.960 δραχμών και ήδη 9.868,288 ευρώ, ενόψει του ότι το εν λόγιο εκποιούμενο ακίνητο βρίσκεται σε μία απομακρυσμένη και παντελώς αναξιοποίητη περιοχή της πόλης της Φλώρινας, στην οποία, παρά την παρατηρούμενη οικοδομική δραστηριότητα, δεν έχει ανεγερθεί μέχρι σήμερα γύρω από το επίδικο ακίνητο καμιά οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, αλλά και διότι εσφαλμένα προσδιορίσθηκε το μειωμένο τίμημα στα 8/10 της, κατά το χρόνο εξαγοράς, αγοραίας αξίας αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν 719/1977, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 25 περ.
β του Ν. 2166/1993, αντί του ορθού των 6/10, δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο κατέχει και νέμεται ουσιαστικά από το έτος 1934. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών ζήτησε, να καθορισθεί το τίμημα του άνω ακινήτου στο ποσό των 9.869,288 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην πραγματική και αγοραία αξία αυτού, κατά το χρόνο εξαγοράς.
Ενόψει αυτών και κατ’ ακολουθίαν των εκτεθέντων στη νομική σκέψη της παρούσας, πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 4 § 1 ΑΝ 263/1968 "Πας αυθαίρετος κάτοχος δημοσίου κτήματος, ανήκοντος εις την ιδιωτικήν περιουσία του Δημοσίου και υπαγομένου εις την αρμοδιότητα της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, είτε έχων τίτλον, είτε στερούμενος τοιούτου, πάντως όμως κατέχων το κτήμα προ της 1ης Ιανουαρίου 1967, δικαιούται όπως, υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις, αίτινες δέον να συντρέχουν κατά τον χρόνον ενάρξεως ισχύος του παρόντος και εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από του αυτού ως άνω χρόνου, αιτήσηται παρά του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου την εξαγοράν τούτου, εφ’ όσον:
α) Προκειμένου περί αστικού ακινήτου, έχει ανεγερθή επ’ αυτού μόνιμον κτίσμα, εις ο κατοικεί ο ίδιος ή η οικογένεια του, έστω και κατά την θερινήν μόνον περίοδον ή χρησιμοποιεί τούτο, προσωπικώς, δι’ επαγγελματικούς σκοπούς, δεν κέκτηται δε κατά τον χρόνον ενάρξεως ισχύος του παρόντος ετέραν ακίνητον περιουσίαν αξίας ανωτέρας των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, ή μέσον ετήσιον εισόδημα μείζον των επτά εκατομυρίων (7.000.000) δραχμών κατά τα τρία προ του αυτού ως άνω χρόνου έτη".
Περαιτέρω, στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 § 3 Ν. 2166/1993, ορίζεται ότι "η εξαγορά, ούσα δυνητική δια το Δημόσιον, ενεργείται επί τη καταβολή εκ μέρους του αγοραστού τιμήματος ίσου: α) Προς τα "3/10" της κατά τον χρόνον της εξαγοράς αγοραίας αξίας, προκειμένου περί των αστικών ακινήτων και τα "2/10" της αυτής αξίας προκειμένου περί των αγροτικών κτημάτων, αν η κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο προ της 1ης Ιανουαρίου 1920 και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής, β) Προς τα "6/10" δια τα αστικά ακίνητα και τα "3/10" για τα αγροτικά κτήματα της ως άνω αξίας των, αν η κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1920 μέχρι της 28ης Οκτωβρίου 1940 και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής, γ) Προς τα "8/10" δια τα αστικά ακίνητα και τα "6/10" δια τα αγροτικά κτήματα της ως άνω αξίας των, αν η κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο κατά το χρονικόν διάστημα από 29ης Οκτωβρίου 1940 μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1966 και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...24-3-1934 συμβολαίου αγοραπωλησίας, πού μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Κ., θείος του αιτούντος, το έτος 1934, αγόρασε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και συγκεκριμένα από το υποκατάστημα Φλώρινας, ως διαχειρίστριας της ανταλλαξίμου Τουρκικής περιουσίας, μία παλαιά οικία με το κάτω απ’ αυτήν οικόπεδο, εκτάσεως 800 τ.
μ. περίπου, που βρίσκεται εντός του Δήμου … και επί οδού ... Στην οικία αυτή εγκαταστάθηκε το έτος 1934 ήτοι αμέσως μετά την υπογραφή του άνω συμβολαίου η μητέρα του αιτούντος Π. χήρα Ι. Σ. με τα τέκνα της, Σ. και Μ. (αιτούντα). Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. …/1946 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, καταδικάστηκε ο προαναφερόμενος Ν.
Κ. σε θάνατο και διατάχθηκε η δήμευση ολόκληρης της περιουσίας του. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ΑΝ 533/1945 και παρ. 3 του άρθρου 27 της ΣΠ 6/45, από του αμετακλήτου της άνω καταδικαστικής απόφασης, όλη η περιουσία του Ν. Κ., περιήλθε στο καθού Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο και μετατέθηκε έκτοτε η κυριότητα, χωρίς ανάγκη μεταγραφής των περιελθόντων σ’ αυτό περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο οικόπεδο...
Από την παραπάνω απόφαση δεν προκύπτει ο χρόνος του αμετακλήτου της, παρά μόνον ότι πρώτο απόγραφο εκτελεστό δόθηκε στις 1-11-1947 (βλ. τελευταία σελίδα) και επομένως έκτοτε κατέστη το καθού κύριος του επιδίκου. Με την πάροδο των ετών και την εκ μέρους του Δήμου … διάνοιξη της οδού ..., το εν λόγω οικόπεδο χωρίσθηκε σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το ανατολικό, έκτασης 532,87 τ.μ.
και με αριθμ.... εξακολούθησε και μετά τον, κατά την 20-6-1946, θάνατο της μητέρας του, να κατέχει ο αιτών. Επί του τμήματος αυτού ανήγειρε το έτος 1972 αρτοποιείο για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και κατά τα έτη 1982 και 1983, διώροφη οικοδομή για την στέγαση της οικογενείας του (βλ. τις υπ’ αριθμ....-6-1972, ...-8-1982 και ...-11-1983 οικοδομικές άδειες του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Φλώρινας).
Πληροφορηθείς ο αιτών περί τα τέλη του έτους 1984 ότι ανήκει στο Δημόσιο το οικόπεδο επί του οποίου ανήγειρε την άνω οικοδομή (βλ. το υπ’ αριθμ.πρωτ..../1984 έγγραφο της Πολεοδομίας Φλώρινας) υπέβαλε στις 5-12-1984 στον τότε Οικονομικό Έφορο Φλώρινας την από 3-12-1984 αίτηση του, με την οποία ζητούσε την, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 719/1977 (αρθρ. 4 του Α.Ν. 263/1968), χωρίς δημοπρασία και απ’ ευθείας εξαγορά από αυτόν του ανωτέρω υπ’ αριθμ. ...
οικοπέδου. Μετά από έλεγχο και αυτοψία που πραγματοποίησε η Επιτροπή, που προβλέπεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 4 του Α.Ν. 263/1968, όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 4 του άρθρου 34 του Ν. 1473/1984 και παρ.1 του άρθρου 25 του Ν.2166/1993, έκρινε ότι στο πρόσωπο του άνω αιτούντος συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης του, καθόσον επρόκειτο για αστικό ακίνητο επί του οποίου είχε ανεγερθεί μόνιμο κτίσμα, στο οποίο κατοικεί ο αιτών και η οικογένεια του και χρησιμοποιεί ο ίδιος για επαγγελματικούς σκοπούς και ότι κατείχε τούτο αυθαίρετα από το έτος 1946.
Επίσης η αρμόδια Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την θέση και την έκταση του εκποιουμένου, το οποίο είναι αστικό ακίνητο, κείμενο εντός της πόλης της Φλώρινας και τα αναφερόμενοι στο πρακτικό αυτής συγκριτικά στοιχεία, σχετικά με την αξία άλλων ακινήτων στην περιοχή από το βιβλίο τιμών της αρμόδιας Δ.Ο.Υ, εκτίμησε και προσδιόρισε, την τρέχουσα αγοραία αξία αυτού στο ποσό των 4.262.960 δραχμών και καθόρισε το τίμημα εξαγοράς στο ποσό των 3.362.960 δραχμών (βλ.
το νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, από αμφότερους τους διαδίκους υπ’ αριθμ. ...-1985 πρακτικά συνεδρίασης της Επιτροπής εξέτασης αιτήσεων εξαγοράς δημοσίων κτημάτων της Νομαρχίας Φλώρινας). Στη συνέχεια, όμως, δεν εκδόθηκε από τον Νομάρχη Φλώρινας η σχετική απόφαση και ο αιτών υπέβαλε στην Κτηματική Υπηρεσία του Ν.
Φλώρινας την από 15-3-2005 αίτηση του, με την οποία ζητούσε την επανεξέταση της από 3-12-1984 αίτησης του. Μετά από έλεγχο και αυτοψία που πραγματοποίησε η ανωτέρω Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φλώρινας, ως Πρόεδρο, ένα αναπληρωτή προϊστάμενο της Τ.Υ.Δ.Κ και έναν υπάλληλο της ΔΟΥ Φλώρινας, ως τακτικά μέλη, έκρινε και πάλι ότι στο πρόσωπο του αιτούντος συνέτρεχαν, για την παραδοχή της αίτησης του, οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ΑΝ 263/1968, του άρθρου 1 του Ν 719/977, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν.
Επίσης η αρμόδια Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την θέση και την έκταση του εκποιουμένου ακινήτου, το οποίο είναι αστικό ακίνητο, κείμενο εντός της πόλης της Φλώρινας, και ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο συνταγέν από αυτήν Πρακτικό, δεν υπάρχουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία της αξίας άλλων ακινήτων στην περιοχή από το βιβλίο τιμών της αρμόδιας Δ.Ο.Υ, εκτίμησε και προσδιόρισε, την τρέχουσα αγοραία αξία τούτου στο ποσό των 158.000,00 ευρώ και καθόρισε ως τίμημα εξαγοράς το ποσό των 156.000,00 ευρώ.
Για την ανωτέρω εκτίμηση της Επιτροπής λήφθηκαν υπόψη τέσσερα διαφορετικά κριτήρια και συγκεκριμένα το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας της γης, πού ανέρχεται σε 125.384,31 ευρώ, η αξία αντιπαροχής, πού είναι 205.553,28 ευρώ, τα στοιχεία της κτηματαγοράς, πού είναι 122.550,10 ευρώ και τη μέση τιμή πώλησης διαμερισμάτων, πού ανέρχεται σε 179.290,25 ευρώ, Ειδικότερα για τον καθορισμό του καταβλητέου τιμήματος, ενόψει του ότι εγένετο από την εν λόγω Επιτροπή δεκτό ότι ο αιτών κατέχει τούτο από το 1946, το μειωμένο τίμημα υπολογίσθηκαν στα 8/10 της τρέχουσας αγοραίας αξίας του ακινήτου για το ποσό των πρώτων 3.000.000 δραχμών, δηλαδή των 8.804,11 ευρώ και το υπόλοιπο, πού καταβάλλεται ολόκληρο, ορίσθηκε ότι πρέπει να καταβληθεί σε 12 εξαμηνιαίες δόσεις, έντοκα προς 7% το χρόνο (βλ.
το νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους διαδίκους υπ’ αριθμ. ...8-2005 πρακτικό συνεδρίασης της Επιτροπής Εξέτασης αιτήσεων εξαγοράς δημοσίων κτημάτων από αυθαίρετους κατόχους της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φλώρινας και την από 25-8-2005 οικεία εισήγηση του υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φλώρινας, μετά από εντολή προϊσταμένου, Κ.
Σ.). Στη συνέχεια με τη με αριθμ. πρωτ. ...13-10-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. Δ. Μακεδονίας, το τίμημα εκποίησης του άνω ακινήτου, όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο από 28-7-2005 τοπογραφικό διάγραμμα με κλίμακα 1:200 της Τοπογράφου μηχανικού Α. Λ., που θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.
Φλώρινας στις 28-7-2005, ορίστηκε στο ποσό των 156.000,00 ευρώ, ήτοι στα 8/10 μέχρι 3.000.000 δραχμές της κατά τον χρόνο της εξαγοράς αγοραίας αξίας του και το υπόλοιπο ολόκληρο, ορίστηκε να καταβληθεί σε δώδεκα ισόποσες (12) εξαμηνιαίες δόσεις, με επιτόκιο 7% τον χρόνο και συγκεκριμένα της πρώτης δόσης, ύψους 13.000,00 ευρώ, καταβλητέας μέσα σ’ ένα μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης και οι υπόλοιπες την 30-4 και 30-10 κάθε έτους, από 30-4-2006 μέχρι και 30-4-2011, ύψους 15.887,47 ευρώ η κάθε μία.
Το ύψος του ως άνω τιμήματος εξαγοράς προσδιορίστηκε μετά συνεκτίμηση των οριζομένων στις υπ’ αριθμ. 10358201/99/Β0013/ΠΟΛ1091/21-3-1996 και 1026759/2746/Α0010/14-4-2004 εγκυκλίους διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών αναγκαίων στοιχείων για την αντικειμενική αξία των ακινήτων όταν δεν είναι διαθέσιμα πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκε ότι το ποσοστό της αντιπαροχής στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο ανέρχεται σε 20-22% και όχι σε 30% όπως εσφαλμένα δέχθηκε η αρμόδια επιτροπή για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου με βάση την αντιπαροχή και τη μέση τιμή πώλησης διαμερισμάτων και στη συνεχεία, με βάση αυτήν, και η άνω απόφαση του Γραμματέα της Περιφέρειας Δ.
Μακεδονίας, δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στην Γ Οικιστική Ζώνη της πόλης της Φλώρινας και σε απόσταση 1.800 μέτρων από το κέντρο αυτής ενώ στην περιοχή, όπου κείται το επίδικο δεν παρατηρείται ουδεμία οικοδομική δραστηριότητα και μάλιστα με το σύστημα της αντιπαροχής. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η Επιτροπή, κατά τον υπολογισμό της αξίας του εκποιουμένου ακινήτου, έλαβε υπόψη το ποσοστό αντιπαροχής ανερχόμενο σε 30%, το οποίο και αποτέλεσε κριτήριο και μάλιστα σε δύο από τους τέσσερεις συντελεστές καθορισμού της αξίας του, ήτοι σ’ αυτόν με βάση την ανιιπαροχή και ο’ αυτόν με βάση τη μέση τιμή πώλησης διαμερισμάτων και προσδιόρισε, την αγοραία αξία του ακινήτου σε 158.000,00 ευρώ.
Όμως, ο με βάση την αντιπαροχή και με τον αντικειμενικό προσδιορισμό, υπολογισμός της αξίας του επιδίκου, πού με τιμές έτους 2001, ανερχόταν σε 96.449,47 δραχμές (βλ. το προσκομιζόμενο από το καθού Φύλλο Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου της Δ.Ο.Υ Φλώρινας) δεν αποτελούν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ασφαλή κριτήρια, καθόσον πρόκειται για οικοδομημένο οικόπεδο, στο οποίο μάλιστα έχει εξαντληθεί ο ανερχόμενος σε ποσοστό 1,8% συντελεστής δόμησης, γεγονός πού στερεί την δυνατότητα μιας πλήρους και βέλτιστης εκμετάλλευσης του από κάθε ενδιαφερόμενο υποψήφιο αγοραστή, ο οποίος, εκτός των άλλων, θα υποβληθεί και στην δαπάνη κατεδαφίσεως της ήδη υφισταμένης διώροφης οικοδομής.
Εκτός τούτων πιθανολογήθηκε ότι στην περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, υπάρχουν πολλά οικόπεδα αναξιοποίητα (γι’ αυτό άλλωστε ουδόλως μνημονεύονται από την επιτροπή συγκριτικά στοιχεία, όπως αντιθέτως συνέβη στο υπ’ αριθμ. ...-1985 Πρακτικό, στο οποίο αναφέρονται τρία συγκριτικά στοιχεία επί της ιδίας οδού), πού αποτελούν και εστίες μολύνσεως, λόγω των υλικών πού απορρίπτονται σ’ αυτά (βλ.
προσκομιζόμενες από αιτούντα φωτογραφίες). Εξάλλου, δεν υπάρχει ούτε προοπτική αξιοποίησης του επιδίκου, λόγω υπερπροσφοράς διαμερισμάτων και οικοπέδων σε πολύ καλύτερες περιοχές ενώ η κατάσταση στην κτηματαγορά της Φλώρινας βρίσκεται ήδη σε σταθερά καθοδική πορεία, με εκατοντάδες αδιάθετα διαμερίσματα και οικόπεδα, όπως τ’ ανωτέρω διατυπώνονται στις προσκομιζόμενες από τον αιτούντα από 10-5-2005 και 20-3-2008 Τεχνικές Εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών Σ.
Ν. και Ζ. Κ. αντίστοιχα, από τους οποίους ο μεν πρώτος εκτιμά την αξία του επιδίκου στο ποσό των 95.000 ευρώ ο δε δεύτερος στο ποσό των 73.000 ευρώ). Τέλος, πιθανολογήθηκε ότι η δικαιοπάροχος του αιτούντος, μητέρα του κατείχε από το έτος 1934 το επίδικο, το οποίο από του θανάτου της, την 20η-6-1946, κατέχει και νέμεται άνευ διακοπής μέχρι της υποβολής της ενδίκου αιτήσεως αλλά και μέχρι σήμερα ο αιτών, όπως προκύπτει από το σαφές περιεχόμενο της από 24-7-2005 υπεύθυνης δήλωσης του (αρθρ.
Ν. 1599/1986) προς την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Φλώρινας, στην οποία αναγράφεται επί λέξει: "κατέχω το εν λόγω ακίνητο από το έτος 1946, πού διαδέχθηκα ως μοναδικός κληρονόμος, την μητέρα μου, η οποία το κατείχε από το έτος 1934", έχοντας προβεί μάλιστα κατά το έτος 1971 και σε αποδοχή κληρονομιάς της ως άνω αποβιωσάσης μητέρας του και ειδικώς της αρχικής διωρόφου οικίας μετά του υπ’ αυτής οικοπέδου, εμβαδού 800 τμ. (βλ.
την υπ’ αριθμ....17-7-1971 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, πού συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Φλώρινας Γ. Θ.), ενώ άλλα στοιχεία από τα οποία να πιθανολογείται η μη κατοχή του επιδίκου από την μητέρα του αιτούντος από το έτος 1934 δεν προσκομίζονται από το καθού. Με συνεκτίμηση όλων των προαναφερθέντων η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο εύλογο ποσό των 83.521,46 ευρώ και το τίμημα πού πρέπει να καταβληθεί, ενόψει του ότι αυτό κατείχετο από την δικαιοπάροχο του αιτούντος ήδη από το έτος 1934 και από του θανάτου της χωρίς διακοπή από τον ίδιο, στο ποσό των 80.000,00 ευρώ, ήτοι τα 6/10 των 8.804,108 ευρώ (πρώτων 3.000.000 δραχμών) = 5.282,64 + 74.717,36 ( 83.521,46 - 8.804,108) και όχι σε 158.000,00 ευρώ, πού καθόρισε την τρέχουσα αγοραία αξία και σε 156.000,00 ευρώ το καταβλητέο τίμημα η Επιτροπή και στη συνέχεια η άνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δ.
Μακεδονίας". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, καθόρισε το τίμημα εξαγοράς του προπεριγραφέντος ακινήτου στο ποσό των 80.000 ευρώ. Όμως, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, με την υπ’ αριθμ. ...1946 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, καταδικάστηκε ο προαναφερόμενος Ν.
Κ. και θείος του αναιρεσιβλήτου σε θάνατο και διατάχθηκε η δήμευση ολόκληρης της περιουσίας του, οπότε και περιήλθε στο καθού Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς ανάγκη μεταγραφής των περιελθόντων σ’ αυτό περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο οικόπεδο, ο αναιρεσίβλητος δεν είναι νοητό να θεωρηθεί αυθαίρετος κάτοχος δημοσίου κτήματος προ του έτους τούτου (1946), χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή το γεγονός, ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου μητέρα του κατείχε το επίμαχο ακίνητο από το έτος 1934, ήτοι πριν τις 28-10-1940, εσφαλμένα το Εφετείο προσδιόρισε το τίμημα της εξαγοράς στα 6/10 της κατά το χρόνο της εξαγοράς αγοραίας του αξίας, ενώ όφειλε να το προσδιορίσει στα 8/10 αυτής, κατ’ άρθρο 4 § 3 περ.
γ’ ΑΝ 263/1968. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΙΊολΔ σχετικός δεύτερος λόγος είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 151/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας,
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίιου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ