497/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 497 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated497/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 497 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 497 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 497/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιφιγένεια Καρανδρέα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Π., κατοίκου ..., 2) Β. Α. του Κ., 3) Κ. Β. του Β., 4) Δ.-Μ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 5) Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., 6) Ο. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 9) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 10) Π. Κ. του Α., 11) Δ. Κ. του Γ., 12) Π. Κ.-Β. του Γ., 13) Ε. Λ. του Ι., 14) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 15) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 16) Ζ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 17) Φ. Ν. του Λ., 18) Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 19) Α. Π. του Θ., 20) Α. Π. του Χ., 21) Θ. Τ. του Γ. και 22) Ν. Χ. του Ι., κατοίκου ..., από τους οποίους οι δεύτερη, τρίτος, δέκατη, ενδέκατος, δωδέκατη, δέκατος τρίτος, δέκατος έβδομος, δέκατος ένατος, εικοστός και εικοστή πρώτη δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Κ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Δ. Μ., ήδη μη διαδίκου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1535/2004 του ίδιου δικαστηρίου και 2794/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 13-10-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Α.Π. 181/2015). Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως το β εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε νόμιμα κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση όμως απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί ως προς τους νομίμως παρισταμένους ή κλητευθέντες διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της συζήτησης και της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επίσπευσης ή της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παράστασής του κατ’ αυτήν (Α.Π. 314/2010). Τέλος ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος είτε του αναιρεσείοντος είτε του αναιρεσιβλήτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θεωρείται πληρεξούσιος και για την αναιρετική δίκη, δεδομένου ότι ο πληρεξούσιος αυτός είναι αντίκλητος μόνο για τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, συμπεριλαμβανόμενης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης, ενώ δεν είναι αντίκλητος για την επίδοση της ασκούμενης κατά της απόφασης αυτής αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 68/2016), εκτός αν πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 6Α του κυρωθέντος με το κ.δ. της 26-6/10-7-1944 κώδικος των νόμων περί δικών του δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 20-1-2014 αίτηση για αναίρεση της 2794/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μετά αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-10-2014 για τη δικάσιμο της 17-3-2015 και μετά νέα αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (17-11-2015). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη, τρίτος, δέκατη, ενδέκατος, δωδέκατη, δέκατος τρίτος, δέκατος έβδομος, δέκατος ένατος, εικοστός και εικοστή πρώτη αναιρεσίβλητοι. Για την απόδειξη της νόμιμης κλήτευσής τους το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει τις .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014, .../12-5-2014 και .../12-5-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Β. Κ.. Από τις εκθέσεις όμως αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της υπό κρίση αίτησης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της υπόθεσης (21-10-2014) δεν έγινε στους ανωτέρω απολιπομένους αναιρεσείοντες αλλά στο δικηγόρο Αθηνών Π. Κ., ως πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτών. Και ναι μεν ο προαναφερθείς δικηγόρος είχε παραστεί ενώπιον του εφετείου στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως πληρεξούσιος των τότε εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι, όπως όμως έχει εκτεθεί προηγουμένως ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος και αντίκλητος του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας δεν διατηρεί την ιδιότητα αυτή και για την επίδοση της αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε κατά του διαδίκου τον οποίο είχε εκπροσωπήσει, εκτός αν η αίτηση ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω αφού το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
Συνεπώς η επίδοση της αίτησης προς τους ανωτέρω απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους δεν είναι νόμιμη, δεν καλύπτεται δε η έλλειψη της κλήτευσης αυτών από το γεγονός ότι κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της υπόθεσης (21-10-2014) και κατά την πρώτη μετ’ αναβολήν δικάσιμο (17-3-2015) φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον προαναφερθέντα δικηγόρο (Π. Κ.), αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι είχαν χορηγήσει, με κάποιο από τους αναφερόμενους στην αρχή αυτής της σκέψης νόμιμους τρόπους, την πληρεξουσιότητα προς αυτόν προκειμένου να τους εκπροσωπήσει κατά τις ανωτέρω δικασίμους. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, δεδομένου δε ότι οι τελευταίοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους διαδίκους και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης ως προς αυτούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011). Περαιτέρω με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 1790/1988 με τον τίτλο "Οργάνωση και λειτουργία Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε μέχρι τις 8-10-2001, οπότε συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 ν. 2945/2001, και στη συνέχεια μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 25 ν. 3877/2010, οριζόταν ότι σκοπός του αναιρεσιβλήτου οργανισμού (ΕΛ.Γ.Α.) είναι η οργάνωση και εφαρμογή προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας και η ασφάλιση της παραγωγής και του κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Η ασφάλιση που παρέχει ο ΕΛ.Γ.Α. - ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 14 παρ. 1 περ. η ν. 2190/1994) και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο - περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την κάλυψη (αποζημίωση) των αγροτών για ζημίες που προξενούνται στη φυτική παραγωγή από τους φυσικούς κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3 ν. 1790/1988, καθορίζονται από το σχετικό κανονισμό και δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από τους ασφαλισμένους. Με την τροποποίηση του ν. 2945/2001, στην ασφαλιστική κάλυψη του εν λόγω οργανισμού περιελήφθη και η ζωική παραγωγή. Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής κ.λπ., που έχει εγκριθεί με την 10570/1989 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 3 και 12 του ως άνω νόμου (1790/1988), η εκτίμηση της ζημίας διενεργείται από γεωπόνους του ΕΛ.Γ.Α., γεωπόνους δημοσίους υπαλλήλους, κατά προτίμηση του Υπουργείου Γεωργίας, γεωπόνους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.), γεωπόνους δημοσίων οργανισμών ή γεωπόνους ιδιώτες, οι οποίοι ορίζονται από το διοικητή του ΕΛ.Γ.Α. ή από όργανο που έχει εξουσιοδοτηθεί για αυτό. Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 12 ν. 1790/1988, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 31 παρ. 6 ν. 2040/1992, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης, σε περιπτώσεις εξαιρετικών καιρικών φαινομένων, φυσικών κινδύνων ή άλλων εξαιρετικών αναγκών, όταν το γεωτεχνικό προσωπικό του ΕΛ.Γ.Α. δεν επαρκεί, μπορεί με απόφαση του διοικητή του ΕΛ.Γ.Α., να ανατίθεται σε γεωτεχνικούς ιδιώτες η διενέργεια, υπό την εποπτεία του ΕΛ.Γ.Α., πραγματογνωμοσυνών των ζημιών, η παρακολούθηση της εξέλιξης της πορείας των καλλιεργειών και παρόμοιες αρμοδιότητες για όσο χρόνο διαρκεί η ανάγκη. Οι γεωτεχνικοί αυτοί για όσο χρόνο παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον οργανισμό συνδέονται με αυτόν με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2-4 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΛ.Γ.Α., ο οποίος έχει εγκριθεί με την 36209/1994 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 1790/1988, άρχισε να ισχύει από τις 21-12-1994 και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό του οργανισμού διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο, έκτακτο δε θεωρείται εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "To εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έχει ως σκοπό την οργάνωση και εφαρμογή προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας και την ασφάλιση της παραγωγής και του κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την κάλυψη (αποζημίωση) των αγροτών για ζημίες που προξενούνται στη φυτική παραγωγή από τους φυσικούς κινδύνους. Με τη διάταξη της παρ. 17 του άρθρου 28 του ν. 3147/2003 μεταφέρθηκαν και ασκούνται από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο αρμοδιότητες που ανήκαν στη Διεύθυνση Σχεδίασης Έκτακτης Ανάγκης του Υπουργείου Γεωργίας και αφορούν: α) στην παρακολούθηση των ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, πυρκαγιές και άλλα έκτακτα γεγονότα στην παραγωγή (φυτική, ζωική, αλιευτική) και το κεφάλαιο (φυτικό, ζωικό, αλιευτικό, πάγιο και έγγειο) των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, στη μελέτη και αξιολόγηση αυτών και την εισήγηση, αρμοδίως, για τα κυβερνητικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ανόρθωση της οικονομίας και τη συνέχιση .της παραγωγικής δραστηριότητας των παραγωγών που πλήττονται και στην υλοποίηση των μέτρων που εγκρίνονται, β) στη λήψη ειδικών μέτρων για το μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων που προκαλούνται από θεομηνίες και λοιπές αιτίες στην γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή της χώρας. Οι εφεσίβλητοι [ήδη αναιρεσίβλητοι] απασχολήθηκαν ως γεωπόνοι σε διάφορα υποκαταστήματα του εναγομένου νομικού προσώπου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με αντικείμενο εργασίας την απασχόληση στο έργο εκτιμήσεων ζημιών από διάφορα ζημιογόνα αίτια και στο διοικητικό έλεγχο αιτήσεων για χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων. Ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα που έχουν εκδοθεί από την αρμόδια υπηρεσία του εκκαλούντος νομικού προσώπου αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν σ’ αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τα εξής χρονικά διαστήματα: 1) Η πρώτη (Α. Π..) 25.5.1992 - 31.5.1992, 1.6.1992 - 14.7.1992, 19.7.1992 - 19.8.1992, 17.5.1994 - 29.6.1994, 4.6.1996 - 7.8.1996, 21.8.1996 - 17.10.1996, 20.3.1997 - 24.4.1997, 5.5.1997 - 30.9.1997, 19.11.1997 - 19.1.1998, 18.5.1998 - 16.10.1998, 2.12.1998 - 11.2.1999, 21.5.1999 - 13.6.1999, 22.11.1999 - 30.6.2000, 7.5.2001 - 6.1.2002, 28.1.2002 - 27.9.2002, 25.10.2002 - 24.6.2003 και από 25.8.2003 - 24.4.2004... 4) η τέταρτη (Β. Δ..) 13.4.1995 - 15.9.1995, 9.12.1996 - 20.12.1996, 9.1.1997 - 27.2.1997, 16.4.1997 - 27.4.1997, 5.5.1997 - 30.9.1997, 5.11.1997 - 30.11.1997, 6.4.1998 - 18.9.1998, 1.12.1998 - 19.2.1999, 15.3.1999 - 3.5.1999, 6.12.1999 - 5.8.2000, 9.8.2000 - 28.2.2001, 2.5.2001 - 13.6.2001, 15.4.2002 - 14.12.2002, 21.4.2003 - 30.9.2003 και από 1.10.2003 έως τουλάχιστον την άσκηση της αγωγής, 5) ο πέμπτος (Β. Γ..) 15.5.1995 - 31.7.1995, 18.5.1998 - 2.10.1998, 9.9.1999 - 3.3.2000, 17.4.2000 - 26.6.2000, 26.6.2001 - 25.2.2002, 4.3.2002 - 3.11.2002, 12.11.2002 - 11.7.2003, 23.7.2003 - 22.9.2003, 3.11.2003 έως 7.2.2004, 6) η έκτη (Γ. Ο..) 5.7.1988 - 17.10.1988, 1.11.1988 - 15.12.1988, 10.1.1989 - 3.2.1989, 23.5.1989 - 28.7.1989, 11.6.1991 - 11.7.1991, 5.12.1991 - 20.12.1991, 9.6.1993 - 23.8.1993, 14.9.1993 - 21.10.1993, 22.2.1994 - 18.3.1994, 16.5.1994 - 26.8.1994, 17.4.1995 - 25.9.1995, 20.11.1995 - 22.12.1995, 18.5.1998 - 11.9.1998, 16.11.1998 - 26.2.1999, 7.6.1999 - 3.7.1999, 1.12.1999 - 10.3.2000, 10.5.2000 - 30.9.2000, 2.5.2001 - 5.10.2001, 23.1.2002 - 22.9.2002, 3.10.2002 - 2.6.2003, 9.6.2003 - 8.7.2003, 7) η έβδομη (Δ. Μ.) 22.4.1991 - 31.7.1991, 5.8.1991 - 14.12.1991, 14.1.1992 - 24.3.1992, 4.5.1994 - 28.6.1994, 3.7.1995 - 14.9.1995, 26.9.1996 - 27.9.1996, 30.10.1996 - 26.12.1996, 7.1.1997 - 13.3.1997, 17.4.1997 - 24.4.1997, 5.5.1997 - 26.8.1997, 1.4.1998 - 30.9.1998, 1.12.1998 - 29.1.1999, 13.7.1999 - 12.3.2000, 18.7.2000 - 17.3.2001, 2.7.2001 - 1.3.2002, 7.3.2002 - 6.11.2002, 15.11.2002 - 14.7.2003, 21.7.2003 - 20.9.2003 και από 29.9.2003 έως τουλάχιστον την άσκηση της αγωγής, 8) ο όγδοος (Δ. Χ..) 16.10.1995 - 22.12.1995, 27.3.1996 - 10.4.1996, 2.6.1997 - 22.8.1997, 10.11.1997 - 9.2.1998, 6.4.1998 - 30.9.1998, 1.12.1998 - 12.3.1999, 20.4.1999 - 4.5.1999, 6.12.1999 - 29.6.2000, 10.5.2001 - 5.10.2001, 14.11.2001 - 18.2.2002, 21.2.2002 - 20.10.2002, 29.10.2002 - 28.6.2003, 9) ο ένατος (Κ. Α..) 13.7.1992 - 31.8.1992, 2.9.1992 - 8.9.1992, 14.6.1994 - 9.8.1994, 1.11.1994 - 13.12.1994, 10.1.1995 - 11.1.1995, 2.5.1995 - 29.8.1995, 18.5.1998 - 31.8.1998, 1.12.1998 - 18.2.1999, 1.6.1999 - 1.8.1999, 22.11.1999 - 10.3.2000, 17.4.2000 - 29.8.2000, 11.9.2000 - 30.11.2000, 8.1.2001 - 2.4.2001, 2.5.2001 - 19.7.2001, 19.11.2001 - 18.7.2002, 24.7.2002 - 20.12.2002, 27.1.2003 - 26.9.2003 και από 3.10.2003 έως τουλάχιστον την άσκηση της αγωγής... 14) η δέκατη τέταρτη (Μ. Α..) 19.1.1995 - 10.3.1995, 2.5.1995 - 14.9.1995, 23.10.1995 - 1.12.1995, 10. 12.1996 - 7.1.1997, 5.5.1997 - 30.9.1997, 8.4.1998 - 7.12.1998, 21.4.1999 - 12.5.1999, 6.12.1999 - 5.8.2000, 16.8.2000 - 19.2.2001, 7.5.2001 - 4.7.2001, 3.12.2001 - 2.8.2002, 5.8.2002 - 4.4.2003, 10.4.2003 - 2.9.2003, 22.9.2003 έως τουλάχιστον την άσκηση της αγωγής, 15) ο δέκατος πέμπτος (Μ. Δ..) 2.5.1995 - 11.8.1995, 6.9.1995 - 6.10.1995, 20.9.1999 - 7.4.2000, 17.4.2000 - 30.5.2000, 31.7.2000 - 6.10.2000, 24.1.2001 - 6.4.2001, 25.4.2001 - 8.8.2001, 13.5.2002 - 12.1.2003, 21.1.2003 - 20.9.2003, 16) η δέκατη έκτη (Ν. Ζ.) 1.1.1992 - 25.2.1992, 28.4.1993 - 19.7.1993, 20.9.1993 - 13.10.1993, 21.7.1994 - 18.8.1994, 10.4.1995 - 9.6.1995, 26.9.1996 - 16.1. 1997, 22.4.1997 - 24.4.1997, 5.5.1997 - 4.7.1997, 5.11.1997 - 19.12.1997, 30.3.1998 - 3.8.1998, 2.12.1998 - 8.4.1999, 3.5.1999 - 18.6.1999, 24.7.2000 - 18.8.2000, 13.9.2000 - 27.11.2000, 25.6.2001 - 5.10.2001, 6.3.2002 - 5.11.2002, 28.11.2002 - 27.7.2003 και από 16.9.2003 έως τουλάχιστον την άσκηση της αγωγής... 18) ο δέκατος όγδοος (Ν. Γ.) 8.1.1992 - 24.2.1992, 1.3.1992 - 17.3.1992, 14.4.1992 - 23.4.1992, 4.5.1992 - 31.5.1992, 1.6.1992 - 5.6.1992, 24.1.1993 - 7.3.1993, 25.4.1993 - 19.6.1993, 6.12.1993 - 23.12.1993, 10.1.1994 - 23.2.1994, 7.5.1994 - 25.6.1994, 17.1.1995 - 22.3.1995, 11.4.1995 - 31.8.1995, 4.9.1995 - 27.10.1995, 22.11.1995 - 23.12.1995, 24.9.1996 - 15.1.1997, 21.4.1997 - 24.4.1997, 5.5.1997 - 4.7.1997, 25.8.1997 - 7.11.1997, 11.12.1997 - 29.1.1998, 6.4.1998 - 19.8.1998, 7.9.1998 - 14.1.1999, 7.7.1999 - 6.3.2000, 19.7.2000 - 9.2.2001, 2.5.2001 - 12.6.2001, 19.11.2001 - 18.7.2002, 24.7.2002 - 20.12.2002, 27.1.2003 - 26.9.2003 και από 1.10.2003 έως τουλάχιστον την άσκηση της αγωγής... και 22) ο εικοστός δεύτερος (Χ. Ν..) 17.12.1990 - 21.12.1990, 2.1.1991 - 28.2.1991, 6.5.1991 - 31.5.1991, 13.1.1992 - 30.4.1992, 4.5.1992 - 15.5.1992, 12.1.1993 - 12.3.1993, 6.12.1993 - 31.12.1993, 1.1.1994 - 31.5.1994, 9.1.1995 - 22.12.1995, 13.5.1996 - 12.9.1996, 12.5.1997 - 12.9.1997, 18.11.1997 - 20.2.1998, 30.3.1998 - 27.4.1998, 18.5.1998 - 17.1.1999, 22.11.1999 - 21.7.2000, 1.8.2000 - 15.9.2000, 30.10.2000 - 28.2.2001, 2.5.2001 - 20.7.2001, 19.11.2001 - 18.7.2002, 18.9.2002 - 17.5.2003, 21.8.2003 - 20.4.2004... Με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι, προσλαμβανόμενοι από τον εκκαλούντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με αντικείμενο εργασίας την απασχόληση στο έργο εκτιμήσεων ζημιών από διάφορα ζημιογόνα αίτια και στο διοικητικό έλεγχο αιτήσεων για χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων, κάλυπταν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας που υπέγραφαν με αυτόν, που δεν αφορούσαν συγκεκριμένες εποχές ή περιόδους αλλά κάλυπταν όλη τη διάρκεια του έτους, που απείχαν μεταξύ τους μικρά χρονικά διαστήματα, βάσει των οριζομένων στο άρθρο 21 του ν. 2190/1994, με το οποίο προσλαμβάνονταν και που όριζε μέγιστη διάρκεια των συμβάσεων οκτώ... μηνών εντός συνολικού χρονικού διαστήματος δώδεκα... μηνών. Ενόψει αυτών αποδείχθηκε ότι ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας των εφεσιβλήτων δεν δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα από την εποχικότητα του έργου του εκκαλούντος ούτε από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχαν οι εφεσίβλητοι ούτε από τη φύση και το είδος των καλυπτόμενων από την εργασία τους αναγκών του εκκαλούντος ούτε υπαγορεύτηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες των υπηρεσιών αυτού. Επομένως δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ’ ουσία ο ισχυρισμός [του] εκκαλούντος νομικού προσώπου ότι οι εφεσίβλητοι προσλαμβάνονταν για κάλυψη εκτάκτων και εποχιακών αναγκών του.
Συνεπώς, εφόσον οι εφεσίβλητοι προσλήφθηκαν για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα προ της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 103 παρ. 8 του ισχύοντος Συντάγματος, οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας τους ορισμένου χρόνου είχαν ήδη προσλάβει ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εκκαλούντος, ο δε καθορισμός της σύντομης διάρκειάς τους εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους ως μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εκκαλούντος να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού εργασίας του, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης από αυτόν (κανονισμό) ως συμβάσεως ορισμένου χρόνου... αφού άλλωστε οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις στο σύνολό τους λαμβανόμενες ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμών εργασίας... Συνακόλουθα... αφού n πρώτη εκ των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εφεσίβλητων συνήφθη προ της ενάρξεως ισχύος της αναθεωρήσεως της διατάξεως του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου αυτού (103 του Συντάγματος), παρότι η σχέση εργασίας αυτών με τον εκκαλούντα συνεχιζόταν και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος του και μετά από αυτή". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή, είχε αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου και είχε υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., αφού ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, προέβη δε σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έκρινε αποδεδειγμένα στις ανωτέρω διατάξεις. Τούτο διότι με βάση τα περιστατικά αυτά οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων είχαν λάβει το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποιημένης διάταξης του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος. Εξάλλου το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτος κατά τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του και τέταρτος κατά τα πρώτο και πέμπτο σκέλη του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1266/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος κατά το τέταρτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, αφού το αναιρεσείον για τη θεμελίωσή τους δεν προσδιορίζει ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε και παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 367/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών αυτού και ότι δεν υπήρξε καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους του προς αυτούς. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι οι ισχυρισμοί των οποίων τη μη λήψη υπόψη αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το αναιρεσείον συνιστούν άρνηση της αγωγής και συνακόλουθα δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι διότι το εφετείο έλαβε υπόψη τους προαναφερθέντες αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1295/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του και τέταρτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, για τη θεμελίωση όμως των λόγων αυτών δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό. Ο λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως προς τους λοιπούς (πλην των δεύτερης, τρίτου, δέκατης, ενδέκατου, δωδέκατης, δέκατου τρίτου, δέκατου έβδομου, δέκατου ένατου, εικοστού και εικοστής πρώτης) αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 20-1-2014 αίτησης για αναίρεση της 2794/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερη, τρίτο, δέκατη, ενδέκατο, δωδέκατη, δέκατο τρίτο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό και εικοστή πρώτη αναιρεσιβλήτους.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τελευταίων αυτών αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ