Legislator Case Law & Legislation
497/2015 AI generated

497/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 497/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

497/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διαδικασία του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να τηρηθεί στις ακόλουθες περιπτώσεις: Ι ... VIII. Για την προμήθεια αγαθών, αξίας κάτω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ECU, η δαπάνη των οποίων δεν υπερβαίνει κατ' είδος σε ετήσια βάση το ποσό που καθορίζεται εκάστοτε από τον Υπουργό Εμπορίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 497 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 497/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "XEROX HELLAS AEE ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1539/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6333/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 14-10-2013 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1143/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 1-9-2014 κλήση της καλούσας - αναιρεσίβλητης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 21-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 751/2013 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6333/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθ. 1 παρ. 1 και 2 ν. 2286/1995 "Προμήθειες δημοσίου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", ορίζονται τα εξής: "1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι κάθε είδους προμήθειες αγαθών που ενεργούνται από: α) το Δημόσιο, β) τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, γ) τα ΝΠΔΔ, δ) τις δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, ε) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους, είτε, κατά πλειοψηφία, στ) τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ζ) τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις αυτών και η) τις ενώσεις που συγκροτούνται από έναν ή περισσότερους από τους ανωτέρω φορείς. 2.

Προμήθειες του δημοσίου τομέα είναι συμβάσεις από επαχθή αιτία, που συνάπτονται, εγγράφως, μεταξύ ενός προμηθευτή, αφενός, και των φορέων που ορίζονται στην παρ. 1, αφετέρου, και έχουν ως αντικείμενο, την αγορά, την χρηματοδοτική μίσθωση και την μίσθωση αγαθών. Επίσης, θεωρούνται προμήθειες του δημοσίου τομέα και οι συμβάσεις ανάθεσης εκτελέσεως εργασιών, εγκατάστασης, συντήρησης, μεταφοράς ή άλλων εργασιών που σχετίζονται με την προμήθεια των ανωτέρω αγαθών εφόσον‚ όμως, η αξία αυτών υπερβαίνει την αντίστοιχη των εργασιών ... 12.

Οι διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων προμηθειών κατά την διάταξη του άρθ. 12 διακρίνονται σε συνοπτικές, ανοικτές, κλειστές και με διαπραγμάτευση: α) Ανοικτές είναι οι διαδικασίες (ανοικτός διαγωνισμός) που κάθε ενδιαφερόμενος προμηθευτής μπορεί να υποβάλλει πρόσφορα ... δ) Με διαπραγμάτευση (εξαιρετική ή απευθείας ανάθεση) είναι η διαδικασία που οι επί μέρους φορείς προσφεύγουν στους προμηθευτές της επιλογής τους και διαπραγματεύονται τους όρους των υπό σύναψη συμβάσεων με έναν ή περισσότερους από αυτούς με ή χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού. 13.

Η διαδικασία του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να τηρηθεί στις ακόλουθες περιπτώσεις: Ι ... VIII. Για την προμήθεια αγαθών, αξίας κάτω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ECU, η δαπάνη των οποίων δεν υπερβαίνει κατ' είδος σε ετήσια βάση το ποσό που καθορίζεται εκάστοτε από τον Υπουργό Εμπορίου.

Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών εκδόθηκαν: 1) η Π1/7446/31.1.2002 (ΦΕΚ Β' 112) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία ορίσθηκε: "2. Καθορίζουμε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 12 εδαφ. γ' και παρ. 13 εδάφ. VIII του Ν. 2286/95 αντίστοιχα, την ετήσια συνολική δαπάνη των Προμηθειών κατά κωδικό αριθμό είδους αυτών, (του αρχείου ειδών προγράμματος), για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται:

α) ... β) Με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των ευρώ 15.000,00 με Φ.Π.Α." και 2) η 27319/18.7.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης "Εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2503/1997" (ΦΕΚ Β' 945) - στην οποία πλέον παραπέμπει το άρθρο 23 παρ. 2 του Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α., αντί της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 παρ. 20 περ.

β' του προϊσχύσαντος ν. 1797/1988 υπουργικής απόφασης - με την οποία ορίσθηκε: "Καθορίζουμε, σύμφωνα με το άρθ. 2 παρ. 13 εδάφ. VIII του Ν. 2286/95, όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του Ν. 2503/1997, την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών, για τις οποίες η σύναψη σχετικών συμβάσεων θα μπορεί να διενεργείται με διαδικασία διαπραγμάτευσης μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, με Φ.Π.Α.

κατά κωδικό αριθμό είδους αυτών, (του αρχείου ειδών του Ενιαίου Προγράμματος Προμηθειών)". Περαιτέρω, με τις διατάξεις του ΠΔ 370/1995, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ίσχυε στο άρθρο 2 παρ. 1, 3, αναφέρονται "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής: 1. Συμβάσεις προμηθειών του Δημοσίου είναι οι εγγράφως συναπτόμενες εξ επαχθούς αιτίας συμβάσεις που έχουν αντικείμενο την αγορά και την αγορά με δόσεις, τη μίσθωση, τη χρηματοδοτική μίσθωση, με ή χωρίς δικαίωμα εξαγοράς προϊόντων, 3.

το παρόν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις έργων προμηθειών και υπηρεσιών που δεν περιλαμβάνονται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 16, 17 και 9 - 15, και, των οποίων η εκτιμώμενη αξία, εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας, είναι ίση προς ή ανώτερη από τα ακόλουθα κατώτατα όρια α) 137.000 ευρώ για συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών εκτός αυτών που καλύπτονται από την περίπτωση β ..., β) 211.000 ευρώ προκειμένου για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών ... 4.

Όταν πρόκειται για συμβάσεις οι οποίες έχουν αντικείμενο την αγορά με δόσεις, την μίσθωση, τη χρηματοδοτική μίσθωση προϊόντων, πρέπει να λαμβάνεται ως βάση, για τον υπολογισμό της προϋπολογιζομένης αξίας της σύμβασης α) στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνολική αξία συμπεριλαμβανομένου και του προϋπολογιζόμενου ποσού για ολόκληρη την διάρκεια της συμβάσεως, β) στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή στην περίπτωση που η διάρκειά τους δεν μπορεί να ορισθεί, η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48 ...".

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19, λόγος αναίρεσης‚ για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά, στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος‚ αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας, μόνο, την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "... με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε νόμιμη η αγωγή κατά το μέρος που η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία, ζητούσε την καταψήφιση οφειλομένων μισθωμάτων των υπό στοιχ. 6, 8 και 9 αναφερόμενων σ' αυτή συμβάσεων μίσθωσης, που καταρτίσθηκαν με απευθείας ανάθεση από το εναγόμενο.

Ειδικότερα, στην αγωγή αναφέρεται: υπό στοιχ. 6, ότι η ενάγουσα δυνάμει της από 22.12.2005 έγγραφης σύμβασης μίσθωσης εκμίσθωσε και παρέδωσε προς το εναγόμενο ένα εκτυπωτικό μηχάνημα τύπου ΧΕRΟΧ 8160, αντί μηνιαίου μισθώματος 760 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% και συνολικά 904,40 ευρώ, για χρονικό διάστημα 60 μηνών, ήτοι από 01.01.2006 έως 31.12.2010 και ότι παρότι το εναγόμενο έκανε ακώλυτα χρήση αυτού δεν κατέβαλε και οφείλει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα Αυγούστου έως και Δεκεμβρίου 2008 και Ιανουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2009, συνολικού ποσού 15.734,80 ευρώ.

Υπό στοιχ. 8 ότι η ενάγουσα δυνάμει της από 19.12.2006 έγγραφης σύμβασης μίσθωσης εκμίσθωσε και παρέδωσε στο εναγόμενο ένα έγχρωμο φωτοτυπικό μηχάνημα τύπου ΧEROX 7132 αντί μηνιαίου μισθώματος 286 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% και συνολικά 340,34 ευρώ, για χρονικό διάστημα 48 μηνών, ήτοι από 01.01.2007 έως 31.12.2010 και ότι παρότι το εναγόμενο έκανε ακώλυτα χρήση αυτού δεν κατέβαλε και οφείλει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα 24 μηνών, ήτοι, όλων των μισθωτικών μηνών των ετών 2008 και 2009, συνολικού ποσού μετά του Φ.Π.Α. 8.168,16 ευρώ.

Και υπό στοιχ. 9 ότι η ενάγουσα δυνάμει της από 19.12.2006 έγγραφης σύμβασης μίσθωσης εκμίσθωσε και παρέδωσε στο εναγόμενο ένα έγχρωμο φωτοτυπικό μηχάνημα τύπου ΧΕRΟΧ 7132 αντί μηνιαίου μισθώματος 286 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% και συνολικά 340,34 ευρώ, για χρονικό διάστημα 48 μηνών, ήτοι από 01.01.2007 έως 31.12.2010 και ότι παρότι το εναγόμενο έκανε ακώλυτα χρήση αυτού δεν κατέβαλε και οφείλει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα 20 μηνών, ήτοι των μηνών Μαΐου έως και Δεκεμβρίου 2008 και Ιανουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2009.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εκκαλούμενη απόφαση. που έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το άνω μέρος δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, εφόσον, καθεμία από τις ανωτέρω συμβάσεις μίσθωσης σε ετήσια βάση δεν υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ και ως εκ τούτου το εναγόμενο ν.π.δ.δ. είχε τη δυνατότητα να προβεί στην κατάρτιση των άνω συμβάσεων με απ' ευθείας ανάθεση, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης.

Εξάλλου, εξ ουδενός στοιχείου, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια του έτους 2006, οπότε καταρτίσθηκαν οι δύο συμβάσεις μίσθωσης των δύο φωτοτυπικών μηχανημάτων τύπου ΧΕRΟΧ 7132, μηνιαίου μισθώματος για το καθένα 340,34 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και ετήσιας δαπάνης για το καθένα 4.084,08 ευρώ και για τα δύο μηχανήματα 8.168,16 ευρώ, καταρτίστηκαν και άλλες συμβάσεις μίσθωσης παρόμοιων μηχανημάτων, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί ανεπίτρεπτης κατάτμησης κατ' αυτόν τον τρόπο της απαιτούμενης σχετικής δαπάνης και δυνατότητας, έτσι, κατάρτισης των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, κατά καταστρατήγηση των προαναφερθέντων διατάξεων που επιβάλλουν την τήρηση της διαδικασίας του τακτικού ή πρόχειρου, κατά περίπτωση, διαγωνισμού.

Για τον ίδιο λόγο δεν πάσχει και η με απευθείας ανάθεση κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης στις 22.12.2005 του εκτυπωτικού μηχανήματος τύπου ΧΕRΟΧ 8160, αντί μηνιαίου μισθώματος 904,40 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. για το οποίο απαιτούνταν ετήσια δαπάνη 10.852,80 ευρώ, καθόσον κατά τη διάρκεια του έτους 2005 δεν προκύπτει κατάρτιση όμοιας σύμβασης μίσθωσης εκτυπωτικού μηχανήματος, παρά μόνον η από 28.09.2005 σύμβαση μίσθωσης φωτοτυπικού μηχανήματος, το οποίο καλύπτει διάφορες ανάγκες του εναγόμενου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθ. 2 παρ. 4 του π.δ/τος 370/1995, ως ίσχυε προ της κατάργησης αυτού του π.δ/τος με το άρθ. 77 του π.δ/τος 60/2007, το οποίο ορίζει ότι "όταν πρόκειται για συμβάσεις οι οποίες έχουν αντικείμενο την αγορά με δόσεις, την μίσθωση, τη χρηματοδοτική μίσθωση προϊόντων, πρέπει να λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της προϋπολογιζόμενης αξίας της συμβάσεως:

α) στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνολική αξία συμπεριλαμβανομένου του προϋπολογιζόμενου ποσού για ολόκληρη τη διάρκεια της συμβάσεως" δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, καθόσον κατά το άρθρο 2 παρ. 3 αυτού του π.δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ/τος 105/2000, στις διατάξεις του υπάγονται οι συμβάσεις προμηθειών, των οποίων η προϋπολογιζόμενη αξία χωρίς το ΦΠΑ είναι ίση ή μεγαλύτερη από το ισόποσο σε δραχμές και ΕCU των 130.000 Τραβηκτικών Δικαιωμάτων.

Ούτε η διάταξη του άρθ. 8 παρ. 6 του π.δ/τος 60/2007, η οποία ορίζει ότι "προκειμένου για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που έχουν ως αντικείμενο τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση, ή, τη μίσθωση - πώληση προϊόντων, η αξία που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, προσδιορίζεται ως εξής:

α) Στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εφόσον η διάρκειά τους είναι ίση ή μικρότερη από δώδεκα (12) μήνες, η συνολική εκτιμώμενη αξία για τη διάρκεια της σύμβασης ή, εφόσον η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη από δώδεκα (12) μήνες, η συνολική αξία της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμώμενης υπολειπόμενης αξίας" δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, καθόσον κατά το άρθ. 6 παρ. 1 αυτού, το παρόν π.δ.

εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών ... και των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) είναι ίση προς ή ανώτερη α) των 137.000 ευρώ ..., β) των 211.000 ευρώ ...", περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, εφόσον το ύψος της ετήσιας δαπάνης τόσον της από 22.12.2005 σύμβασης μίσθωσης του εκτυπωτικού μηχανήματος, όσον και των λοιπών δύο από 19.12. 2006 συμβάσεων μίσθωσης των δύο φωτοτυπικών μηχανημάτων, ακόμη και αθροιζόμενη, δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.

Συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος ο λόγος έφεσης με τον οποίο το εναγόμενο υποστηρίζει ακυρότητα των τριών ανωτέρων συμβάσεων μίσθωσης λόγω ανεπίτρεπτης κατάτμησης της σχετικής δαπάνης ...". Υπό τις άνω παραδοχές το δικαστήριο κρίνοντας ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι έγκυρες προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του π.δ. 370/95, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και ειδικότερα ως προς την αξία κάθε μιάς των άνω συμβάσεων οι οποίες ήταν αυτοτελείς και όχι τμήματα μιάς μεγαλύτερης σύμβασης που κατατμήθηκε για να καταστρατηγηθούν οι άνω διατάξεις και με όσα αντίθετα αναφέρονται με τον προβαλλόμενο εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, ο οποίος ως εκ τούτου και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Με τον δεύτερο λόγο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι το δικαστήριο δεν ερεύνησε τον νομίμως προταθέντα ενώπιόν του περί καταγγελίας των συμβάσεων ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα αναφέρει ότι "ενόψει της αρνήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ίδρυμά μας βρέθηκε σε κατάσταση ανυπαίτιας καταβολής οιουδήποτε συμβατικού ανταλλάγματος και υπό την έννοια αυτή υπαναχώρησε και σε κάθε περίπτωση κατήγγειλε τη σύμβαση με την με αριθμό 10445Δ/2-7-2009 έκθεση επίδοσης ...".

Ο λόγος, όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος και παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ο άνω ισχυρισμός ερευνήθηκε και εκτιμήθηκε αρνητικά από το δικαστήριο. Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικαστεί το αναιρεσείον, του οποίου η νομική εκπροσώπηση δεν έγινε από το νομικό σύμβουλο, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 751/2013 αίτηση αναίρεσης της 6333/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ