Legislator Case Law & Legislation
497/2011 AI generated

497/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 497/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ο εργοδότης που κατάγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. - Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως. - Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του.

Legislator headnote

AI generated

497/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Keywords

AI generated
resignation of the government lapse due to peremption suspension of insurance cover severance pay breach of insurer duty breach of loyalty duty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 497 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο εργοδότης που κατάγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. - Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως. - Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του.

Αριθμός 497/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΡΙΤΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Αναστασιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλακάκι.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2008 αίτησή της και τους από 28-7-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 2-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο λόγος αναίρεσης, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι και να απορριφθούν οι υπόλοιποι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ , 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Είναι δε άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, τα δικαιώματά του.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955, 1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατάγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως.

Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως.

Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα περιστατικά: Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία προσέλαβε τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο ), την 1-12-1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει ως διευθυντή στρατηγικού σχεδιασμού, ενώ στη συνέχεια εξαιτίας της σημαντικής του απόδοσης στην εργασία του, τοποθετήθηκε στη θέση του Γενικού διευθυντή αυτής, με αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της λειτουργίας της, τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας κατά το καταστατικό και τις αποφάσεις των οργάνων της.

Η εναγομένη μίσθωσε, καταβάλλοντας εξ ιδίων το μίσθωμα, ένα διαμέρισμα στην οδό ... στη ..., όπου και εγκαταστάθηκε ο ενάγων. Παράλληλα, του παραχώρησε τη χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW. Τις παροχές αυτές απολάμβανε ο ενάγων μέχρι τις 10-3-2005, ημερομηνία κατά την οποία η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, αφού προηγουμένως του είχε αφαιρέσει τη πρόσβασή του στο μηχανογραφικό σύστημα αυτής, που αποτελούσε βασικό εργαλείο της εργασίας του, το προσωπικό του e-mail και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος στο γραφείο της στη Αθήνα, ενώ είχε ζητήσει από την ALPHA BANK τη μη περαιτέρω λειτουργία των εταιρικών πιστωτικών καρτών, που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν.

Η ανωτέρω καταγγελία κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη ως καταχρηστική με την υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Ο αναιρεσίβλητος τον Ιούλιο του 2005 καταδικάστηκε πρωτοδίκως από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου σε ποινή κάθειρξης 13 ετών για το τροχαίο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 13-4-2003 στην περιοχή των Τεμπών μεταξύ τουριστικού λεωφορείου, που μετέφερε μαθητές, και φορτηγού αυτοκινήτου (ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου), που μετέφερε προϊόντα της εναγομένης και είχε ως συνέπεια το θάνατο 21 μαθητών και τον τραυματισμό άλλων 33 ατόμων.

Ενόψει εκδικάσεως εφέσεως του ενάγοντος κατά της ανωτέρω ποινικής αποφάσεως η εναγομένη πρότεινε στο ενάγοντα να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της στην ποινική δίκη, ακολουθώντας κοινή υπερασπιστική γραμμή με την ίδια, πλην όμως ο τελευταίος δεν συναίνεσε στην πρόταση αυτή. Μετά την άρνηση αυτή του ενάγοντος επακολούθησε η από 7-4-2006 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, η οποία έγινε επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος της εναγομένης από την προηγούμενη καταγγελία και με το σκοπό να αρθεί η υπερημερία της.

Είναι αληθές ότι λόγω της αντιδικίας αναφορικά με την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας δημιουργήθηκε κάποια οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων, πασίδηλο όμως είναι ότι κάθε αντιδικία προκαλεί αναπόφευκτα όξυνση μεταξύ αυτών. Εφόσον όμως η όξυνση αυτή δεν υπερέβη τα θεμιτά όρια, μέσα στα οποία πρέπει να εκφράζεται, ήτοι σε πνεύμα ευπρέπειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι καθιστά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, αδύνατη ή δυσχερή την περαιτέρω συνεργασία των μερών.

Ειδικότερα, ο ενάγων διεξήγαγε τη σχετική δίκη με κοσμιότητα και κανένα περιστατικό δεν αποδείχθηκε εξαιτίας του οποίου βάσιμα να μπορεί να υποστηριχθεί ότι δημιουργήθηκε τέτοια οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων, που διατάραξε τη μεταξύ τους εμπιστοσύνη και κατέστησε αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία τους.

Ενώ μαζί με τον ενάγοντα κατηγορήθηκαν και εν τέλει καταδικάστηκαν και άλλοι υπάλληλοι της εναγομένης, οι οποίοι δεν απολύθηκαν εκ των υστέρων, έχοντας όμως παραστεί στα δικαστήρια με συνηγόρους της επιλογής της εναγομένης, δηλαδή με ενιαία υπεράσπιση. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν επαναπροσλήφθηκε από την εναγομένη μετά την πρώτη καταγγελία, ώστε από τη συμπεριφορά του στην εργασία του να προκύψουν λόγοι που να δικαιολογούν την εκ νέου απόλυσή του με τη δεύτερη επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Η μόνη επαφή που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ήταν η πρόταση εκ μέρους του δικηγόρου της εναγομένης Δημ. Αυγητίδη, το Φεβρουάριο του 2006, όπως ο ενάγων και οι λοιποί υπάλληλοι της εναγομένης, ως κατηγορούμενοι, ακολουθήσουν κοινή υπερασπιστική γραμμή ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, όπου θα εκδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό η υπόθεση του τροχαίου ατυχήματος, πρόταση όμως που ο ενάγων αρνήθηκε.

Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι εξαιτίας της προηγηθείσας αντιδικίας διαταράχθηκε η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, είναι απορριπτέος ως προσχηματικός, σε κάθε περίπτωση η τυχόν έλλειψη πνεύματος συνεργασίας οφείλεται στην εργοδότιδα και δεν ανάγεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 42/19-4-2005 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης καταργήθηκε η θέση του ενάγοντος από το οργανόγραμμα της εταιρείας και ότι έτσι δικαιολογείται η μεταγενέστερη απόλυση αυτού.

Αντίθετα, η κατάργηση αυτή της θέσης επήλθε ακριβώς γιατί είχε προηγηθεί η από 10-3-2005 (πρώτη) καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ελήφθη η αντίστοιχη απόφαση την 19-4-2005, ήτοι αμέσως μετά την έναρξη της δίκης (21-3-2005) στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου, όπου ήταν κατηγορούμενος ο ενάγων, στοιχεία που προσεπιβεβαιώνουν ότι η κατάργηση της θέσης ήταν προσχηματική, δοθέντος επιπλέον ότι ο κανονισμός εργασίας της εταιρείας που είχε εγκριθεί με το υπ' αριθμ. 320 πρακτικό του ΔΣ, δεν υπέστη αντίστοιχη τροποποίηση και εξακολουθεί να ισχύει.

Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι: α) συνεπεία των ανωτέρω κατέστη αδύνατη η συνέχιση της συνεργασίας του ενάγοντος με τη διοίκηση της εταιρείας ενόψει και της θέσης αυτού ως Γενικού Διευθυντή της εταιρείας και β) από 19-4-2005 με απόφαση του ΔΣ της εταιρείας καταργήθηκε η θέση του Γενικού Διευθυντή, είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, διότι ή είναι αδύνατη η συνεργασία με τον ενάγοντα ή καταργήθηκε η θέση του Γενικού Διευθυντή, οπότε θα μπορούσε ο ενάγων να επιλεγεί να απασχοληθεί σε άλλη θέση με αντικειμενικά κριτήρια, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, η αναδιοργάνωση της εταιρείας έγινε για πραγματικούς λόγους και όχι προσχηματικά.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εκ μέρους της εναγομένης από 7-4-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υποκινήθηκε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του τελευταίου, είναι άκυρη ως καταχρηστική και ως άκυρη θεωρείται σαν να μην έγινε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διάταξης και ειδικότερα, δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.

Μόνη η επιλογή του αναιρεσιβλήτου για διαφορετική υπερασπιστική γραμμή στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, ενόψει και των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αντιδικία των διαδίκων αναφορικά με την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου δημιούργησε όξυνση, η οποία όμως, κατά την ίδια απόφαση δεν υπερέβη τα θεμιτά όρια και δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι καθιστά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, αδύνατη ή δυσχερή την περαιτέρω συνεργασία των μερών, δεν αποτελεί λόγο εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου από την πλευρά των οργάνων της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου, το Εφετείο αρκέστηκε για τον χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής και εντεύθεν άκυρης εις μόνο τα ως άνω δεκτά από αυτό γενόμενα περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ότι η καταγγελία αυτή υποκινήθηκε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, χωρίς, περαιτέρω, να εκτίθενται στην απόφασή του περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η εχθρότητα και η εκδίκηση, ώστε αυτά σε συνδυασμό με τα άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα να καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική υπό την έννοια της προφανούς υπερβάσεως των ανωτέρω αξιολογικών ορίων.

Εφόσον, λοιπόν, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, δεν δικαιολογείτο η κατ' εφαρμογή αυτού αποδοχή της περί τούτου ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί του ότι η καταγγελία οφείλεται σε έχθρα και λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του και η παραδοχή, εντεύθεν, της ένδικης αγωγής του.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από την παραπάνω διάταξη είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε, ύστερα από αυτά, η έρευνα των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

Κατά την διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεσή της, ο Άρειος Πάγος, μετά από αίτηση του διαδίκου, που υποβάλλεται είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελείς δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εξοφλητικές αποδείξεις, κατέβαλε αυτή στον αναιρεσίβλητο αφενός το ποσό των 73.857,73 ευρώ στις 12-4-2007 σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 28/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή αφετέρου στις 12-7-2006 το ποσό των 15.382,58 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 889/20067 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Ήδη με αίτηση της αναιρεσείουσας που υποβάλλεται με τις προτάσεις της ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση των άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ειδικής εδώ διάταξης του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που αναιρέθηκε αλλά για εκτέλεση της κηρυχθείσας προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης και απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα για ποσά που καταβλήθηκαν πριν τη δημοσίευση στις 15-5-2008 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ακόμη δεν είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 236/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Απορρίπτει το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ